
Όροι που ακούμε συχνά και τι σημαίνουν πραγματικά
Τα τελευταία χρόνια, όροι της ψυχολογίας χρησιμοποιούνται ευρέως στα social media. Κάποιοι από αυτούς βασίζονται σε επιστημονικές έννοιες. Άλλοι χρησιμοποιούνται πιο χαλαρά ή και παραπλανητικά. Στο παρόν λεξικό επιχειρείται μια σαφής και τεκμηριωμένη αποσαφήνιση.
Μοτίβα και Διαπροσωπικές Συμπεριφορές
Ο όρος gaslighting αναφέρεται σε μια επαναλαμβανόμενη μορφή ψυχολογικής χειραγώγησης, κατά την οποία ένα άτομο αμφισβητεί συστηματικά την αντίληψη, τη μνήμη ή την κρίση κάποιου άλλου, με στόχο να κλονίσει την εμπιστοσύνη του στον εαυτό του και να ενισχύσει τον έλεγχο στη σχέση. Συνήθως εκδηλώνεται μέσω άρνησης γεγονότων, διαστρέβλωσης της πραγματικότητας ή απόδοσης ευθυνών στο άτομο («το φαντάζεσαι», «είσαι υπερβολικός/ή»). Με την πάροδο του χρόνου, το άτομο που το βιώνει μπορεί να αρχίσει να αμφιβάλλει για την κρίση και τη συναισθηματική του επάρκεια.
Δεν είναι οποιαδήποτε μορφή διαφωνίας, διαφορετικής οπτικής ή μεμονωμένης άρνησης ενός γεγονότος.
Ο όρος love bombing αναφέρεται σε μια στρατηγική υπερβολικής και συχνά δυσανάλογης έκφρασης ενδιαφέροντος, θαυμασμού ή δέσμευσης στην αρχή μιας σχέσης, με σκοπό τη γρήγορη δημιουργία έντονης συναισθηματικής σύνδεσης και εξάρτησης. Εκδηλώνεται μέσω συνεχούς επικοινωνίας, μεγάλων υποσχέσεων, υπερθετικών χαρακτηρισμών και επιταχυνόμενης οικειότητας. Η ένταση αυτή μπορεί να δημιουργήσει την αίσθηση μοναδικότητας ή «μοιραίας» σύνδεσης.
Δεν είναι κάθε αυθόρμητη έκφραση ενθουσιασμού ή γνήσιο ενδιαφέρον στην αρχή μιας γνωριμίας.
Ο όρος trauma bonding περιγράφει έναν ισχυρό συναισθηματικό δεσμό που διαμορφώνεται μέσα σε ένα πλαίσιο εναλλαγής έντασης και ανακούφισης, όπου περίοδοι εγγύτητας διαδέχονται περιόδους σύγκρουσης ή απόστασης. Η διακύμανση αυτή μπορεί να ενισχύει την προσκόλληση, καθώς η αποκατάσταση της σύνδεσης βιώνεται ως ιδιαίτερα έντονη. Με τον χρόνο, η σχέση οργανώνεται γύρω από αυτόν τον κύκλο έντασης και επαναπροσέγγισης.
Δεν είναι κάθε σχέση με έντονες συγκρούσεις ή συναισθηματικές διακυμάνσεις, ούτε είναι το να μοιράζονται δυο άνθρωποι πονεμένα προσωπικά τους βιώματα και να “δένονται” λόγω αυτών των κοινών εμπειριών.
Ο όρος guilt-tripping αναφέρεται στη χρήση ενοχικών μηνυμάτων ή υπαινιγμών με σκοπό την επηρεασμό της συμπεριφοράς ενός άλλου ατόμου. Εκφράζεται μέσα από φράσεις που υποδηλώνουν απογοήτευση, θυσία ή συναισθηματική επιβάρυνση, δημιουργώντας πίεση για συμμόρφωση. Η επικοινωνία δεν είναι άμεση, αλλά βασίζεται στην πρόκληση ενοχής.
Δεν είναι η ανοιχτή κι άμεση έκφραση προσωπικών αναγκών ή συναισθημάτων που έχουν μείνει όντως ακάλυπτα και μπορεί να προκαλέσει ένα εύλογο ενοχικό συναίσθημα σε αυτόν που ευθύνεται για τη μη κάλυψή τους.
Ο όρος future faking αναφέρεται στη διατύπωση υποσχέσεων ή σχεδίων για το μέλλον που δημιουργούν αίσθηση κοινής προοπτικής, χωρίς αντίστοιχη πρόθεση υλοποίησης. Οι αναφορές αυτές ενισχύουν την προσδοκία συνέχειας και σταθερότητας, χωρίς να συνοδεύονται από συγκεκριμένες πράξεις στον παρόντα χρόνο.
Δεν είναι ο ρεαλιστικός σχεδιασμός κοινού μέλλοντος που υποστηρίζεται από συνεπή συμπεριφορά.
Ο όρος ghosting αναφέρεται στην αιφνίδια και πλήρη διακοπή επικοινωνίας χωρίς εξήγηση ή αποχαιρετισμό, συνήθως σε διαπροσωπικές ή ερωτικές σχέσεις. Η διακοπή είναι απότομη και δεν συνοδεύεται από σαφή δήλωση πρόθεσης για λήξη της επαφής. Η έλλειψη κλεισίματος μπορεί να αφήσει εκκρεμότητα και ασάφεια σχετικά με το τι συνέβη.
Δεν είναι μια ξεκάθαρη απόφαση τερματισμού σχέσης που εκφράζεται άμεσα και με σαφήνεια αλλά επειδή δε γίνεται αποδεκτή, το άτομο αναγκάζεται να διακόψει εντελώς την επικοινωνία.
Ο όρος silent treatment αναφέρεται στη συστηματική απόσυρση επικοινωνίας ως τρόπο άσκησης πίεσης ή ελέγχου μέσα σε μια σχέση. Η σιωπή χρησιμοποιείται όχι ως διάλειμμα ρύθμισης συναισθημάτων, αλλά ως μέσο δημιουργίας αβεβαιότητας ή ενοχής. Συχνά συνοδεύεται από αποφυγή βλεμματικής επαφής και συναισθηματική απομάκρυνση.
Δεν είναι η προσωρινή ανάγκη αποστασιοποίησης για επεξεργασία έντονων συναισθημάτων.
Ο όρος hoovering περιγράφει την προσπάθεια επαναπροσέγγισης μετά από απομάκρυνση ή λήξη σχέσης, μέσω υποσχέσεων αλλαγής, συναισθηματικών εκκλήσεων ή αναβίωσης κοινών αναμνήσεων. Η προσέγγιση αυτή συχνά εμφανίζεται όταν η απόσταση έχει σταθεροποιηθεί και μπορεί να επαναφέρει τον προηγούμενο κύκλο σύνδεσης και έντασης.
Δεν είναι μια ειλικρινής προσπάθεια επανασύνδεσης που συνοδεύεται από σταθερή, έμπρακτη αλλαγή συμπεριφοράς στον χρόνο, ακόμα κι αν γίνεται μετά από έναν δύσκολο χωρισμό.
Ο όρος breadcrumbing περιγράφει τη διατήρηση περιορισμένης, αποσπασματικής επικοινωνίας που κρατά το ενδιαφέρον ενεργό χωρίς σαφή πρόθεση δέσμευσης. Η επαφή είναι διαλείπουσα και συχνά ασαφής, δημιουργώντας την εντύπωση πιθανής συνέχειας χωρίς συγκεκριμένα βήματα προς αυτήν.
Δεν είναι μια σταδιακή γνωριμία που εξελίσσεται με συνέπεια και διαφάνεια αλλά δεν προχωράει με γρήγορους ρυθμούς.
Ο όρος devaluation ή υποτίμηση αναφέρεται στη σταδιακή ή απότομη μείωση της αξίας ή της σημασίας ενός ατόμου μέσα σε μια σχέση, συχνά μετά από περίοδο εξιδανίκευσης. Εκδηλώνεται μέσω κριτικής, σύγκρισης ή απαξιωτικών σχολίων που μεταβάλλουν το κλίμα της σύνδεσης. Η μετάβαση αυτή μπορεί να δημιουργήσει έντονη ασυνέπεια στη συναισθηματική εμπειρία της σχέσης.
Δεν είναι η εποικοδομητική κριτική ή η φυσιολογική απομυθοποίηση που συμβαίνει όταν μια σχέση ωριμάζει.
Νευροβιολογικοί και Ψυχολογικοί Μηχανισμοί
Ο όρος ψυχικό τραύμα αναφέρεται στην επίδραση που μπορεί να έχει μια εξαιρετικά απειλητική, τρομακτική ή συντριπτική εμπειρία στον ψυχισμό και στο νευρικό σύστημα, όταν η εμπειρία αυτή υπερβαίνει την ικανότητα του ατόμου να την επεξεργαστεί και να την ενσωματώσει κατάλληλα. Δεν καθορίζεται μόνο από το γεγονός καθαυτό, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο βιώθηκε, αποτυπώθηκε και συνεχίζει να επηρεάζει τη ρύθμιση του συναισθήματος, την αίσθηση ασφάλειας και τη λειτουργικότητα στην καθημερινή ζωή.
Δεν είναι οποιαδήποτε δύσκολη εμπειρία, απογοήτευση ή στεναχώρια που περιγράφεται στην καθημερινότητα με φράσεις όπως «αυτό με τραυμάτισε» ή «μου προκάλεσες τραύμα», επειδή κάτι ήταν δυσάρεστο ή έντονο.
Ο όρος trigger αναφέρεται σε ένα ερέθισμα, εξωτερικό ή εσωτερικό, που ενεργοποιεί μία έντονη συναισθηματική, σωματική ή γνωστική αντίδραση επειδή έχει συνδεθεί με προηγούμενη τραυματική ή ιδιαίτερα φορτισμένη εμπειρία. Το ερέθισμα μπορεί να είναι μια εικόνα, μια μυρωδιά, ένας τόνος φωνής, μια κατάσταση ή ακόμη και μια σκέψη που επαναφέρει το νευρικό σύστημα σε κατάσταση συναγερμού.
Δεν είναι οποιοδήποτε γεγονός που απλώς ενοχλεί ή θυμώνει κάποιον και για το οποίο λέγεται συχνά στην καθημερινότητα «μου έκανε trigger» ή «triggαρίστηκα» .
Ο όρος αποσύνδεση αναφέρεται σε ένα φάσμα ψυχολογικών εμπειριών κατά τις οποίες μειώνεται προσωρινά η αίσθηση ενότητας ανάμεσα στη συνείδηση, τη μνήμη, τα συναισθήματα, την ταυτότητα ή την αντίληψη του περιβάλλοντος. Η αποσύνδεση μπορεί να εμφανιστεί σε ήπιες και σχετικά συνηθισμένες μορφές, όπως η έντονη απορρόφηση σε μια δραστηριότητα ή η αίσθηση ότι ο χρόνος πέρασε χωρίς να γίνει αντιληπτός, αλλά μπορεί επίσης να λειτουργήσει ως προστατευτική ψυχική διεργασία όταν το στρες ή μια τραυματική εμπειρία είναι δύσκολο να επεξεργαστούν. Δύο χαρακτηριστικές εκδηλώσεις είναι η αποπροσωποποίηση (depersonalisation), όπου το άτομο βιώνει αίσθηση αποστασιοποίησης από τον εαυτό ή το σώμα του, και η αποπραγματοποίηση (derealization), όπου το περιβάλλον μπορεί να φαίνεται ασυνήθιστα μακρινό ή ονειρικό.
Δεν είναι απλώς το να αφαιρείται κάποιος, να «χάνεται στις σκέψεις του» ή να μην προσέχει για λίγο σε μια δραστηριότητα, όπως συχνά περιγράφεται χαλαρά στην καθημερινή γλώσσα.
Ο όρος συναισθηματική δυσρύθμιση αναφέρεται στη δυσκολία ρύθμισης και διαχείρισης των συναισθηματικών αντιδράσεων, με αποτέλεσμα τα συναισθήματα να εμφανίζονται πολύ πιο έντονα ή να διαρκούν περισσότερο από όσο απαιτεί η κατάσταση. Συχνά περιλαμβάνει αυξημένη συναισθηματική ευαισθησία, έντονες αντιδράσεις σε ερεθίσματα και δυσκολία επιστροφής σε μια πιο σταθερή συναισθηματική κατάσταση μετά από ένα στρεσογόνο γεγονός. Μπορεί να εκδηλώνεται με γρήγορες μεταβολές διάθεσης, έντονο θυμό, απογοήτευση ή παρορμητικές αντιδράσεις και να επηρεάζει την καθημερινή λειτουργικότητα και τις σχέσεις. Η συναισθηματική δυσρύθμιση δεν αποτελεί από μόνη της διάγνωση, αλλά μπορεί να εμφανίζεται σε διάφορες ψυχικές ή νευροαναπτυξιακές καταστάσεις ή σε περιόδους έντονου στρες.
Δεν είναι απλώς το να βιώνει κάποιος έντονα συναισθήματα, να συγκινείται εύκολα ή να αλλάζει η διάθεσή του μέσα στη μέρα ανάλογα με τα γεγονότα.
Ο όρος αντίδραση fight–flight–freeze αναφέρεται στην αυτόματη βιολογική αντίδραση του οργανισμού απέναντι σε μία αντιλαμβανόμενη απειλή, κατά την οποία το συμπαθητικό νευρικό σύστημα ενεργοποιείται για να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο. Η αντίδραση αυτή αποτελεί βασικό νευροβιολογικό μηχανισμό επιβίωσης και συνοδεύεται από έντονες σωματικές και ψυχολογικές αλλαγές, όπως αυξημένη εγρήγορση, ταχύτερη αναπνοή και ταχυκαρδία.
Δεν είναι απλώς μια «υπερβολική αντίδραση», «πανικός χωρίς λόγο» ή ένδειξη ότι κάποιος δεν μπορεί να ελέγξει τον εαυτό του.
Ο όρος μηχανισμοί άμυνας αναφέρεται σε αυτόματες και συνήθως μη συνειδητές ψυχικές διεργασίες που βοηθούν το άτομο να διαχειριστεί το άγχος, εσωτερικές συγκρούσεις ή δυσάρεστα συναισθήματα. Αποτελούν μέρος της φυσιολογικής ψυχικής λειτουργίας και μπορούν να λειτουργούν προστατευτικά, αν και διαφέρουν ως προς το πόσο ευέλικτοι ή ώριμοι είναι σε κάθε περίπτωση.
Δεν είναι «δικαιολογίες», «ψέματα στον εαυτό μας» ή σκόπιμη άρνηση της πραγματικότητας.
Ο όρος προβολή αναφέρεται σε έναν ψυχολογικό μηχανισμό άμυνας κατά τον οποίο σκέψεις, συναισθήματα ή επιθυμίες που είναι δύσκολο να αναγνωρίσει εσωτερικά το άτομο που τα βιώνει, ασύνείδητα τα αποδίδει σε κάποιο άλλο. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, μια εσωτερική εμπειρία βιώνεται σαν να προέρχεται από το περιβάλλον, γεγονός που μπορεί να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύονται οι σχέσεις και οι προθέσεις των άλλων.
Δεν είναι απλώς μια λανθασμένη κρίση για κάποιον άλλον ή μια συνηθισμένη διαφωνία στην ερμηνεία μιας κατάστασης.
Ο όρος attachment αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται ο συναισθηματικός δεσμός με σημαντικά πρόσωπα και στο πώς οι πρώιμες εμπειρίες σχέσης επηρεάζουν την αίσθηση ασφάλειας, εγγύτητας και εμπιστοσύνης στις μετέπειτα σχέσεις. Η θεωρία της προσκόλλησης περιγράφει μοτίβα σχετίζεσθαι που αναπτύσσονται μέσα από την αλληλεπίδραση με το περιβάλλον και μπορούν να μεταβάλλονται μέσα στον χρόνο.
Δεν είναι ένα απλό τεστ ή μια «ετικέτα σχέσης» που εξηγεί από μόνη της γιατί κάποιος συμπεριφέρεται με συγκεκριμένο τρόπο στις σχέσεις του.
Ψυχολογικές έννοιες που Υπεραπλουστεύονται
Ο όρος προσωπικά όρια αναφέρεται στα ψυχολογικά, συναισθηματικά και σωματικά όρια που θέτει ένα άτομο για να προστατεύει τον προσωπικό του χώρο, τις ανάγκες, τις αξίες και την ευημερία του στις σχέσεις. Τα όρια βοηθούν να καθορίζεται τι είναι αποδεκτό και τι όχι σε μια αλληλεπίδραση και συμβάλλουν στη διατήρηση υγιών σχέσεων και αμοιβαίου σεβασμού. Μπορούν να εκφράζονται μέσα από τη σαφή επικοινωνία αναγκών, προτιμήσεων ή περιορισμών.
Δεν είναι απλώς το να «κόβει» κάποιος ανθρώπους από τη ζωή του ή να αποφεύγει κάθε δυσάρεστη κατάσταση λέγοντας «βάζω όρια».
Ο όρος ενσυναίσθηση αναφέρεται στην ικανότητα κατανόησης και αναγνώρισης των συναισθημάτων και της οπτικής ενός άλλου ατόμου. Περιλαμβάνει τόσο τη γνωστική κατανόηση της εμπειρίας του άλλου όσο και τη συναισθηματική ανταπόκριση σε αυτήν. Η ενσυναίσθηση αποτελεί βασικό στοιχείο της κοινωνικής επικοινωνίας και της δημιουργίας ουσιαστικών σχέσεων.
Δεν είναι απλώς το να συμφωνεί κάποιος με όλα όσα λέει ο άλλος ή να παίρνει πάντα το μέρος του επειδή «τον καταλαβαίνει».
Ο όρος αυτοεκτίμηση αναφέρεται στη συνολική αξιολόγηση που κάνει ένα άτομο για τον εαυτό του, δηλαδή στον βαθμό στον οποίο αισθάνεται ότι έχει αξία, ικανότητες και προσωπική επάρκεια. Η αυτοεκτίμηση διαμορφώνεται μέσα από εμπειρίες ζωής, διαπροσωπικές σχέσεις και προσωπικά επιτεύγματα και μπορεί να μεταβάλλεται με το χρόνο. Συνδέεται με την ψυχική ανθεκτικότητα του ατόμου και τον τρόπο που αντιμετωπίζει τις προκλήσεις της ζωής.
Δεν είναι το να έχει κάποιος υπερβολική αυτοπεποίθηση ή να «πιστεύει ότι είναι καλύτερος από όλους».
Ο όρος αυτοσυμπόνια αναφέρεται στην ικανότητα να αντιμετωπίζει κανείς τον εαυτό του με κατανόηση, καλοσύνη και αποδοχή όταν βιώνει δυσκολίες, αποτυχίες ή πόνο. Περιλαμβάνει την αναγνώριση ότι τα λάθη και οι δυσκολίες αποτελούν μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας μας και την αποφυγή της υπερβολικής αυτοκριτικής και αυτοτιμωρίας. Έχει συνδεθεί με καλύτερη ψυχική ευεξία και μεγαλύτερη συναισθηματική ανθεκτικότητα.
Δεν είναι το να δικαιολογεί κάποιος κάθε συμπεριφορά του ή να αποφεύγει την προσωπική του ευθύνη λέγοντας «πρέπει να είμαι πιο επιεικής και να αγαπάω τον εαυτό μου».
Ο όρος συναισθηματική νοημοσύνη αναφέρεται στην ικανότητα αναγνώρισης, κατανόησης και διαχείρισης των συναισθημάτων, τόσο των δικών μας όσο και των άλλων. Περιλαμβάνει δεξιότητες όπως η συναισθηματική επίγνωση, η αυτορρύθμιση, η ενσυναίσθηση και η αποτελεσματική διαπροσωπική επικοινωνία. Θεωρείται σημαντικός παράγοντας για τη συνεργασία, τη λήψη αποφάσεων και την ποιότητα των διαπροσωπικών σχέσεων.
Δεν είναι απλώς το να είναι κάποιος «πολύ ευαίσθητος» ή «καλοσυνάτος με τους ανθρώπους».
Ο όρος burnout περιγράφει μια κατάσταση χρόνιας σωματικής και ψυχικής εξάντλησης που σχετίζεται κυρίως με παρατεταμένο εργασιακό στρες. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, χαρακτηρίζεται από εξάντληση της ενέργειας, αυξημένο κυνισμό ή αποστασιοποίηση από την εργασία και μειωμένη αίσθηση αποτελεσματικότητας. Συνδέεται συχνά με υψηλές απαιτήσεις και ανεπαρκή υποστήριξη στον εργασιακό χώρο.
Δεν είναι απλώς το να είναι κάποιος πολύ κουρασμένος μετά από μια δύσκολη εβδομάδα δουλειάς.
Ο όρος ανθεκτικότητα αναφέρεται στην ικανότητα ενός ανθρώπου να προσαρμόζεται, να αντέχει ψυχικά τις δυσκολίες και να βρίσκει ξανά μια κάποια εσωτερική ισορροπία μετά από απώλειες και πιεστικές, απαιτητικές εμπειρίες. Μπορεί να φανεί μέσα από μικρά πράγματα όπως το να ζητήσεις βοήθεια, να αντέξεις μια δύσκολη περίοδο χωρίς να εγκαταλείψεις τον εαυτό σου, να δώσεις χρόνο στην αποκατάστασή σου ή να ξαναβρείς σταδιακά τη σχέση σου με την καθημερινότητα.
Δεν είναι το “να μη σε αγγίζει τίποτα” ή το “να τα ξεπερνάς όλα αμέσως”, ούτε σημαίνει ότι κάποιος δε λυγίζει ποτέ, δε πονά ή δεν επηρεάζεται καθόλου.
Ο όρος τοξική θετικότητα αναφέρεται στην πίεση να παραμένει κανείς συνεχώς αισιόδοξος, θετικός και “καλά”, ακόμη κι όταν βιώνει πόνο, θλίψη, θυμό ή εξάντληση. Συνήθως εμφανίζεται όταν ένας άνθρωπος δεν έχει μάθει πως να διαχειρίζεται με υγιή τρόπο τα δύσκολα συναισθήματά του με αποτέλεσμα να τα παραμερίζει, να τα υποτιμά ή να τα καλύπτει βιαστικά, είτε στον εαυτό του είτε και στους γύρω του.
Δεν είναι η ελπίδα, η προσπάθεια να δει κανείς κάτι καλό μέσα σε μια δύσκολη περίοδο, τα λόγια υποστήριξης ή ένας άνθρωπος που έχει μια πιο αισιόδοξη γενικά ιδιοσυγκρασία.
Διαγνωστικοί και Ψυχιατρικοί Όροι
Η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή είναι μια ψυχιατρική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από ανεπιθύμητες, παρεισφρητικές σκέψεις ή εικόνες (ιδεοληψίες) και από επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές ή νοητικές πράξεις (καταναγκασμούς) που το άτομο νιώθει την ανάγκη να εκτελεί για να μειώσει το άγχος που του προκαλούν αυτές οι σκέψεις. Οι καταναγκασμοί μπορεί να περιλαμβάνουν πολλαπλούς ελέγχους, καθαριότητα και πλύσιμο, επαναλαμβανόμενες ή τελετουργικές πράξεις που καταλήγουν να καταναλώνουν σημαντικό χρόνο μέσα στην ημέρα.
Δεν είναι απλώς το να είναι κάποιος πολύ τακτικός, οργανωτικός ή να του αρέσει η καθαριότητα, όπως συχνά λέγεται στην καθημερινότητα «έχω λίγο OCD».
Η διπολική διαταραχή είναι μια διαταραχή της διάθεσης που χαρακτηρίζεται από επεισόδια μανίας ή υπομανίας και επεισόδια κατάθλιψης. Κατά τη διάρκεια μανιακών επεισοδίων μπορεί να εμφανιστούν αυξημένη ενέργεια, μειωμένη ανάγκη για ύπνο, παρορμητικότητα, έντονη αυτοπεποίθηση ή γρήγορη σκέψη, ενώ τα καταθλιπτικά επεισόδια περιλαμβάνουν χαμηλή διάθεση, απώλεια ενδιαφέροντος και κόπωση. Τα επεισόδια αυτά διαρκούν συνήθως ημέρες ή εβδομάδες και επηρεάζουν σημαντικά τη λειτουργικότητα.
Δεν είναι απλώς οι συνηθισμένες εναλλαγές διάθεσης μέσα στην ημέρα ή το να αλλάζει κάποιος αυτό που νιώθει από χαρά σε εκνευρισμό.
Η κατάθλιψη είναι μια διαταραχή διάθεσης που χαρακτηρίζεται από επίμονη θλίψη, απώλεια ενδιαφέροντος για δραστηριότητες, μειωμένη ενέργεια και δυσκολία συγκέντρωσης. Συχνά συνοδεύεται από αλλαγές στον ύπνο, την όρεξη, την αυτοεκτίμηση και την αίσθηση νοήματος της ζωής. Τα συμπτώματα διαρκούν τουλάχιστον δύο εβδομάδες και επηρεάζουν σημαντικά την καθημερινή λειτουργία, τις διαπροσωπικές σχέσεις και την εργασία του ατόμου.
Δεν είναι απλώς το να αισθάνεται κάποιος λυπημένος ή απογοητευμένος για ένα εύλογο διάστημα μετά από ένα δύσκολο γεγονός.
Η ΔΕΠΥ (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας – ADHD) είναι μια νευροαναπτυξιακή διαταραχή που χαρακτηρίζεται από επίμονες δυσκολίες στην προσοχή, την οργάνωση, τον αυτοέλεγχο και τη ρύθμιση της παρορμητικότητας. Τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως από την παιδική ηλικία και μπορεί να συνεχιστούν και στην ενήλικη ζωή, επηρεάζοντας την εργασία, τις σπουδές και την καθημερινή οργάνωση. Σε ορισμένες περιπτώσεις συνυπάρχει και υπερκινητικότητα ή έντονη εσωτερική ανησυχία.
Δεν είναι απλώς το να βαριέται κάποιος εύκολα, να δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί περιστασιακά, να μιλάει πιο γρήγορα ή να αποσπάται όταν κάτι δεν τον ενδιαφέρει.
Ο όρος πανικός αναφέρεται σε μια έντονη και αιφνίδια αντίδραση φόβου που συνοδεύεται από έντονες σωματικές και ψυχολογικές εκδηλώσεις, όπως ταχυκαρδία, δύσπνοια, ζάλη ή αίσθηση απώλειας ελέγχου. Τα επεισόδια πανικού μπορεί να εμφανιστούν απροσδόκητα και συχνά κορυφώνονται μέσα σε λίγα λεπτά.
Δεν είναι απλώς το να λέει κάποιος «έχω πάθει πανικό» επειδή αγχώθηκε ή βιάστηκε σε μια καθημερινή κατάσταση.
Η γενικευμένη αγχώδης διαταραχή χαρακτηρίζεται από επίμονη και υπερβολική ανησυχία για διάφορες πτυχές της καθημερινής ζωής, όπως η υγεία, η εργασία, τα οικονομικά ή οι σχέσεις. Η ανησυχία αυτή είναι δύσκολο να ελεγχθεί και συχνά συνοδεύεται από σωματικά συμπτώματα όπως μυϊκή ένταση, κόπωση, δυσκολία συγκέντρωσης και διαταραχές ύπνου.
Δεν είναι απλώς το άγχος πριν από μια σημαντική υποχρέωση ή σε μια στρεσογόνα περίοδο.
Η οριακή διαταραχή προσωπικότητας χαρακτηρίζεται από έντονη συναισθηματική αστάθεια, δυσκολία ρύθμισης των συναισθημάτων, θυελλώδεις και ασταθείς σχέσεις και συχνά πολύ έντονο φόβο εγκατάλειψης. Τα άτομα μπορεί να βιώνουν γρήγορες αλλαγές διάθεσης, δυσκολίες στην αίσθηση ταυτότητας και παρορμητικές συμπεριφορές σε περιόδους μεγάλης συναισθηματικής πίεσης.
Δεν είναι απλώς το να είναι κάποιος «πολύ ευαίσθητος», «δραματικός» ή το να έχει πιο έντονα συναισθήματα.
Η ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας χαρακτηρίζεται από ένα σταθερό και άκαμπτο μοτίβο μεγαλομανίας, πολύ μεγάλης ανάγκης για θαυμασμό κι εξωτερική έγκριση και δυσκολίας αναγνώρισης των αναγκών ή των συναισθημάτων των άλλων. Τα χαρακτηριστικά αυτά εμφανίζονται σε πολλούς τομείς της ζωής και επηρεάζουν δυσμενώς τη λειτουργία των σχέσεων και της αυτοεικόνας.
Δεν είναι απλώς το να είναι κάποιος εγωκεντρικός, να έχει πολλή αυτοπεποίθηση ή να φροντίζει αρκετά την εικόνα του, όπως συχνά λέγεται στην καθημερινότητα «είναι νάρκισσος».
Η διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD) είναι μια ψυχιατρική διαταραχή που μπορεί να εμφανιστεί μετά από την έκθεση σε ένα ιδιαίτερα τραυματικό γεγονός, όπως σοβαρό ατύχημα, βία, φυσική καταστροφή ή άλλη απειλητική εμπειρία. Χαρακτηρίζεται από αναβιώσεις του γεγονότος (π.χ. έντονες αναμνήσεις ή εφιάλτες), αποφυγή καταστάσεων που το θυμίζουν, αυξημένη εγρήγορση και έντονες συναισθηματικές ή και σωματικές αντιδράσεις. Τα συμπτώματα επιμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα και μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την καθημερινή λειτουργικότητα και τις σχέσεις.
Δεν είναι απλώς το να λέει κάποιος «έχω πάθει PTSD» επειδή μια εμπειρία ήταν πολύ αγχωτική ή δυσάρεστη και ακόμα τη θυμάται.
Ο όρος ανορεξία συνδέεται κυρίως με τη Νευρογενή Ανορεξία, μια πολύ σοβαρή ψυχιατρική νόσο που ανήκει στις διατροφικές διαταραχές και χαρακτηρίζεται από έντονο φόβο αύξησης του βάρους, διαστρεβλωμένη εικόνα σώματος κι επίμονους περιορισμούς στη λήψη τροφής. Συνδέεται με υψηλό ποσοστό θνησιμότητας, τόσο λόγω των εκτεταμένων ιατρικών επιπλοκών που προκαλεί η παρατεταμένη υποθρεψία όσο και λόγω αυξημένου κινδύνου αυτοκτονίας.
Δεν είναι το να μην έχει κανείς όρεξη για φαγητό για λίγες μέρες, το να είναι κάποιος αρκετά αδύνατος ή το να θέλει να προσέχει τη διατροφή του ακόμα και σε ένα πιο αυστηρό πλαίσιο.

