Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή

Τι είναι η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή;

Η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή (ΓΑΔ) είναι μια χρόνια διαταραχή άγχους και χαρακτηρίζεται από μια υπερβολική και δύσκολα ελεγχόμενη ανησυχία που αφορά ποικίλλους τομείς της ζωής του ατόμου, όπως η εργασία, η υγεία, τα οικονομικά, οι σχέσεις του ή το μέλλον του. Η ανησυχία αυτή είναι διάχυτη, δηλαδή δεν περιορίζεται μόνο σε ένα συγκεκριμένο τομέα της καθημερινότητας, καθώς και δυσανάλογη σε σχέση με τις πραγματικές απειλές.

Η διαφορά του φυσιολογικού άγχους που όλοι βιώνουμε από το γενικευμένο άγχος έγκειται στο ότι το πρώτο έχει πιο ήπια ένταση , εστιάζει σε συγκεκριμένα στρεσογόνα ερεθίσματα και υποχωρεί όταν αυτά περάσουν, ενώ στη ΓΑΔ το άγχος τείνει να είναι πιο έντονο, επιμένον και διάχυτο. Η διαρκειά του είναι το λιγότερο έξι μήνες και μπορεί να προκαλεί στο άτομο μια συνεχόμενη αίσθηση εσωτερικής έντασης και σωματικής υπερδιέγερσης.

Η ΓΑΔ αποτελεί μια από τις πιο συχνές και γνωστές αγχώδεις διαταραχές κι εκτιμάται παγκοσμίως ότι η συχνότητα εμφάνισής της στον πληθυσμό είναι περίπου 3–6%, με τις γυναίκες να διαγιγνώσκονται συχνότερα από τους άνδρες και να αφορά κυρίως ηλικίες μεταξύ 16-30 ετών.

Edvard Munch, Anxiety (1894). Public Domain.

Η συμπτωματολογία της Γενικευμένης Αγχώδους Διαταραχής αναπτύσσεται σε δύο διακριτούς αλλά αλληλένδετους άξονες: το γνωστικό – ψυχολογικό, όπου κυριαρχεί η ίδια η ανησυχία, και τον σωματικό, όπου το σώμα εκφράζει την παρατεταμένη υπερδιέγερση. Και οι δύο αυτές διαστάσεις πρέπει να αναγνωρίζονται πλήρως, καθώς πολλές φορές το άτομο προσέρχεται σε επαγγελματία υγείας με αφορμή τα σωματικά του ενοχλήματα, χωρίς να τα συνδέει με την υποκείμενη αγχώδη κατάσταση.

Γνωστικές – ψυχολογικές εκδηλώσεις

Στον πυρήνα της Γενικευμένης Αγχώδους Διαταραχής βρίσκεται η υπέρμετρη, χρόνια κι ανεξέλεγκτη ανησυχία, η οποία διατρέχει την καθημερινότητα του ατόμου με τη μορφή ενός εσωτερικού μονολόγου που σταματά δύσκολα ή και καθόλου. Η ανησυχία αυτή τείνει να μετατοπίζεται από το ένα θέμα στο άλλο: από την υγεία στα οικονομικά, από τις σχέσεις στην εργασία, από το παρόν στο πιο μακρινό μέλλον. Χαρακτηριστική είναι η σκέψη που ξεκινά με «τι θα γίνει αν…» και φέρνει σταδιακά όλο και πιο καταστροφικά σενάρια, ακόμη κι όταν το άτομο γνωρίζει με τη λογική του ότι η πιθανότητα να συμβούν είναι ελάχιστη έως μηδαμινή.

Πέρα από την ίδια την ανησυχία,το άτομο μπορεί να έχει δυσκολία στο να συγκεντρωθεί και μια αίσθηση ότι το μυαλό του «αδειάζει» σε πιο πιεστικές στιγμές, καθώς η νοητική του ενέργεια απορροφάται από τον διαρκές μηρυκασμό σκέψεων. Παράλληλα, φαίνεται να ανακαλεί ευκολότερα τα αρνητικά παρελθοντικά γεγονότα στη μνήμη του, ενώ η προσοχή του στρέφεται επιλεκτικά προς πιθανές απειλές, εντείνοντας έτσι τη γενική αίσθηση ανασφάλειας που ήδη νιώθει. Η ευερεθιστότητα συγκαταλέγεται στις συχνές εκδηλώσεις της ΓΑΔ, καθώς ένα άτομο που νιώθει συνέχεια μια εσωτερική ένταση θα έχει κι ένα αισθητά μειωμένο όριο ανοχής στις καθημερινές του δυσκολίες.

Σωματικές εκδηλώσεις

Το σώμα μπορεί να εκφράσει την αγχώδη κατάσταση μέσα από ένα ευρύ φάσμα συμπτωμάτων που μπορούν να μειώσουν αισθητά τη λειτουργικότητα του ατόμου. Η μυϊκή ένταση, ιδιαίτερα στους ώμους, στον αυχένα και στη μέση, αποτελεί ένα από τα πιο σταθερά κλινικά ευρήματα και μπορεί να συνοδεύεται από κεφαλαλγίες τύπου τάσεως. Η εύκολη κόπωση εμφανίζεται παρά τη φαινομενική απουσία σωματικής δραστηριότητας, καθώς ο οργανισμός λειτουργεί σε μια χρόνια κατάσταση εγρήγορσης η οποίο πλέον εξαντλεί σε μεγάλο βαθμό τα ενεργειακά του αποθέματα.

Ο ύπνος επιβαρύνεται με δυσκολία στην έλευσή του, συχνές νυχτερινές αφυπνίσεις ή αφήνει την αίσθηση μη αναζωογονητικού ύπνου το πρωί, εκδηλώσεις που και αυτές με τη σειρά τους έρχονται να ενισχύσουν την κόπωση και την ευερεθιστότητα που ήδη νιώθει το άτομο. Παράλληλα, μπορεί να εμφανιστούν γαστρεντερικά ενοχλήματα (διαλείπων κοιλιακός πόνος, μετεωρισμός, εναλλαγές κενώσεων) που πολλές φορές παραπέμπουν σε σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, καθώς και εκδηλώσεις από το αυτόνομο νευρικό σύστημα όπως αίσθημα παλμών, εφίδρωση, ζάλη ή ξηροστομία.

Η αιτιολογία της Γενικευμένης Αγχώδους Διαταραχής διαμορφώνεται μέσα από την αλληλεπίδραση βιολογικών, ψυχολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων, χωρίς ένας μεμονωμένος μηχανισμός να μπορεί να εξηγήσει επαρκώς την εμφάνισή της.

Στο γενετικό επίπεδο, η κληρονομικότητα κυμαίνεται περίπου στο 30-50%, χαμηλότερη συγκριτικά με άλλες αγχώδεις διαταραχές, αλλά παραμένει κλινικά σημαντική. Η προδιάθεση της ΓΑΔ είναι πολυγονιδιακή, καθώς δεκάδες γονιδιακές μεταβολές με μικρή όμως επίδραση λειτουργούν αθροιστικά, ενώ ένα ευρύ τμήμα του γενετικού φορτίου εντοπίζεται και στην Μείζονα Καταθλιπτική Διαταραχή, γεγονός που εν μέρει ερμηνεύει τη μεγάλη συννοσηρότητα μεταξύ των δύο διαταραχών (Ohi et al., 2025).

Στο επίπεδο νευροβιολογίας, η εικόνα συγκλίνει στη χρόνια υπερενεργοποίηση του άξονα υποθαλάμου-υπόφυσης-επινεφριδίων (HPA axis) με αποτέλεσμα την παρατεταμένη έκκριση κορτιζόλης, στοιχεία που διακρίνουν τη ΓΑΔ από διαταραχές που συνδέονται περισσότερο με το φόβο στη διαχείριση του οποίου το μεγαλύτερο ρόλο κατέχει κυρίως η αμυγδαλή. Σε επίπεδο εγκεφαλικών δικτύων, μελέτες αναδεικνύουν τη δυσλειτουργία του ραχιαίου-έσω προμετωπιαίου φλοιού, μιας εγκεφαλικής περιοχής που εμπλέκεται στη ρύθμιση της σκέψης και του συναισθήματος και η μειωμένη δραστηριότητά της ενδέχεται να εξηγεί την αδυναμία του ατόμου να ελέγξει την ανησυχία του. Όσον αφορά στους νευροδιαβιβαστές, η σεροτονίνη, η νοραδρεναλίνη και το γ-αμινοβουτυρικό οξύ (GABA) συμμετέχουν στη ρύθμιση των αγχωδών εκδηλώσεων, με την υπολειτουργία του τελευταίου να συνδέεται με τη μειωμένη ικανότητα του οργανισμού να επανέλθει σε κατάσταση ηρεμίας μετά από στρες (Mishra & Varma, 2023).

Σε ψυχολογικό επίπεδο, χαρακτηριστικά προσωπικότητας που διαμορφώνονται από πρώιμη ηλικία όπως ο νευρωτισμός, η έντονη τάση της αποφυγής του κινδύνου και η χαμηλή ανοχή στην αβεβαιότητα, προδιαθέτουν την ανάπτυξη της χρόνιας ανησυχίας. Επιπλέον, οι τραυματικές εμπειρίες της παιδικής ηλικίας, όπως η παραμέληση, η σωματική ή και η συναισθηματική κακοποίηση καθώς και η πρώιμη απώλεια οικείων προσώπων, αυξάνουν αισθητά τον κίνδυνο εκδήλωσης της ΓΑΔ. Παράλληλα, το οικογενειακό περιβάλλον συμμετέχει και αυτό στη διαμόρφωση της ΓΑΔ, καθώς ένα παιδί που μεγαλώνει με γονείς οι οποίοι ανησυχούν υπέρμετρα τείνει να αναπαράγει παρόμοια μοτίβα διαχείρισης της αβεβαιότητας στην ενήλικη ζωή του. 

Σε περιβαλλοντικό και κοινωνικό επίπεδο, διάφορα στρεσογόνα γεγονότα ζωής, όπως η απώλεια εργασίας, η οικονομική ανασφάλεια, χρόνιες συγκρούσεις ή μία σοβαρή ασθένεια ενός οικείου προσώπου, μπορούν να λειτουργήσουν ως εκλυτικοί παράγοντες σε άτομα που είναι ήδη ευάλωτα. Η σύγχρονη εποχή περιλαμβάνει κάποιους επλέον επιβαρυντικούς παράγοντες όπως η μακροχρόνια έκθεση σε εργασιακό άγχος, η κοινωνική απομόνωση καθώς και η υπερβολική χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Πρέπει τέλος να τονιστεί ότι η ΓΑΔ σπάνια εμφανίζεται μόνη της καθώς συνυπάρχει σε υψηλό ποσοστό με τη Μείζονα Καταθλιπτική Διαταραχή (περίπου το 60% των ατόμων πληροί κάποια στιγμή και τα κριτήρια της Κατάθλιψης), με άλλες αγχώδεις διαταραχές όπως η Διαταραχή Πανικού και η Κοινωνική Αγχώδης Διαταραχή, καθώς και με διαταραχές χρήσης ουσιών, όπου το αλκοόλ ή τα ηρεμιστικά λειτουργούν συχνά ως μία προσπάθεια αυτο-θεραπείας του ατόμου.

Η διάγνωση της Γενικευμένης Αγχώδους Διαταραχής πρέπει να τίθεται από εξειδικευμένο επαγγελματία ψυχικής υγείας, ψυχίατρο ή κλινικό ψυχολόγο, μέσα από μία αναλυτική κλινική συνέντευξη και ψυχιατρική αξιολόγηση. Η διαδικασία περιλαμβάνει λεπτομερή λήψη ιστορικού, με πληροφορίες για την ηλικία έναρξης, τη διάρκεια και την ένταση, διάφορους εκλυτικούς παράγοντες, το οικογενειακό ιστορικό και το λειτουργικό αντίκτυπο στη ζωή του ατόμου, καθώς και τη διερεύνηση των σωματικών εκδηλώσεων που μπορεί να έχουν προηγουμένως παραπέμψει το άτομο προς άλλες ιατρικές ειδικότητες, χωρίς να έχει εντοπιστεί η υποκείμενη αγχώδης βάση τους.

Σύμφωνα με τα διαγνωστικά κριτήρια του DSM-5 και του ICD-11, για να τεθεί η διάγνωση απαιτείται το άτομο να βιώνει υπερβολική ανησυχία και άγχος που να εμφανίζεται τις περισσότερες ημέρες για τουλάχιστον έξι μήνες, σε ποικίλους τομείς της ζωής του. Το άτομο να δυσκολεύεται να ελέγξει αυτήν την ανησυχία, η οποία συνοδεύεται από τουλάχιστον τρία από τα έξι σωματικά και γνωστικά συμπτώματα που προαναφέρθηκαν, ενώ η συνολική κλινική εικόνα θα πρέπει να επιφέρει σημαντική έκπτωση στην κοινωνική, επαγγελματική ή άλλο σημαντικό τομέα της λειτουργικότητάς του.

Σημαντικό μέρος της διαγνωστικής διαδικασίας αποτελεί και η διαφορική διάγνωση από καταστάσεις με παρόμοια ή κοινά κλινικά χαρακτηριστικά. Η Μείζων Καταθλιπτική Διαταραχή πολλές φορές συγχέεται με τη ΓΑΔ λόγω της επικάλυψης της συμπτωματολογίας τους, κυρίως με τα συμπτώματα της ευερεθιστότητας, της κόπωσης και των διαταραχών ύπνου. Στη Διαταραχή Πανικού κυριαρχεί η παρουσία επεισοδιακών κι αιφνίδιων κρίσεων έντονου φόβου (κρίσεις πανικού), ενώ αντίθετα στη ΓΑΔ το άγχος είναι χρόνιο και μη εντοπισμένο σε συγκεκριμένη αιτία. Στην Κοινωνική Αγχώδη Διαταραχή η ανησυχία περιορίζεται σε κοινωνικές περιστάσεις,  η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένες ιδεοληψίες και καταναγκασμούς και στη Διπολική Διαταραχή συνυπάρχουν στοιχεία εναλλαγής της διάθεσης ή μανιακά/υπομανιακά χαρακτηριστικά. Πέρα από τις ψυχιατρικές διαταραχές, είναι απαραίτητος και ο αποκλεισμός οργανικών αιτίων που μπορούν να μιμηθούν την αγχώδη συμπτωματολογία, όπως ο υπερθυρεοειδισμός, οι καρδιακές αρρυθμίες, η υπογλυκαιμία ή η χρήση ψυχοδραστικών ουσιών.

Η θεραπευτική αντιμετώπιση της ΓΑΔ είναι αποτελεσματική και βασίζεται σε δύο κύριους πυλώνες, την ψυχοθεραπεία και τη φαρμακευτική αγωγή, οι οποίοι μπορούν να αξιοποιηθούν είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό, ανάλογα με την ένταση των συμπτωμάτων και τις προτιμήσεις του ίδιου του ατόμου. Σε αντίθεση με ορισμένες άλλες ψυχιατρικές διαταραχές όπου η φαρμακοθεραπεία αποτελεί τον θεμέλιο λίθο, στη ΓΑΔ η ψυχοθεραπευτική παρέμβαση κατέχει εξέχουσα θέση κι αναδεικνύεται ως θεραπεία πρώτης γραμμής.

Συγκεκριμένα, η Γνωσιακή-Συμπεριφορική Θεραπεία (ΓΣΘ) διαθέτει την ισχυρότερη τεκμηρίωση αποτελεσματικότητας στη ΓΑΔ, με ευρήματα που στηρίζουν τη χρήση της και βραχυπρόθεσμα και σε ορίζοντα που φτάνει τους δώδεκα μήνες (Papola et al., 2024). Στο πλαίσιο της θεραπείας, ο θεραπευτής βοηθά το άτομο να αναγνωρίσει τα δυσλειτουργικά μοτίβα της σκέψης του (κυρίως την τάση του να καταστροφολογεί ή να υπερεκτιμά την πιθανότητα του χειρότερου σεναρίου) και σταδιακά να δοκιμάσει εναλλακτικές, πιο ρεαλιστικές ερμηνείες των γεγονότων που τον ανησυχούν. Ένα δεύτερο σκέλος της θεραπευτικής εργασίας αφορά την ίδια τη σχέση του ατόμου με την αβεβαιότητα, καθώς η ΓΑΔ τρέφεται από την ανάγκη του να γνωρίζει εκ των προτέρων κάθε πιθανή εξέλιξη. Συμπεριφορικά πειράματα και έκθεση σε ανήσυχες σκέψεις χωρίς προσπάθεια αποφυγής τους αποτελούν τυπικές τεχνικές αυτού του σκέλους.

Πέρα από την κλασική ΓΣΘ, οι λεγόμενες προσεγγίσεις «τρίτης γενιάς», με βασικότερες τη Θεραπεία Αποδοχής και Δέσμευσης και τις παρεμβάσεις ενσυνειδητότητας, εμφανίζουν ικανοποιητικά αποτελέσματα και προσφέρουν εναλλακτική σε άτομα που δεν ανταποκρίνονται στην κλασική γνωσιακή προσέγγιση ή τη βρίσκουν δύσκολη. Οι ψυχοδυναμικές προσεγγίσεις, αν και λιγότερο μελετημένες ειδικά για τη ΓΑΔ, μπορούν να φανούν χρήσιμες όταν στο υπόβαθρο της χρόνιας ανησυχίας υπάρχουν πρώιμες τραυματικές εμπειρίες ή σταθερά μοτίβα σχέσεων. Οι τεχνικές χαλάρωσης, όπως η διαφραγματική αναπνοή και η προοδευτική μυϊκή χαλάρωση, λειτουργούν επικουρικά και ενσωματώνονται στα περισσότερα σύγχρονα ψυχοθεραπευτικά πρωτόκολλα.

Η φαρμακευτική αγωγή χορηγείται σε συνεργασία με ψυχίατρο, κυρίως όταν η ένταση των συμπτωμάτων δυσχεραίνει την ίδια τη συμμετοχή του ατόμου στην ψυχοθεραπεία ή όταν συνυπάρχει καταθλιπτικό επεισόδιο. Ως πρώτη επιλογή χρησιμοποιούνται οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs) και οι αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης-νοραδρεναλίνης (SNRIs), των οποίων η αποτελεσματικότητα έχει επιβεβαιωθεί από πρόσφατη συστηματική ανασκόπηση Cochrane που περιέλαβε δεκάδες τυχαιοποιημένες μελέτες και πάνω από δώδεκα χιλιάδες συμμετέχοντες (Kopcalic et al., 2025). Η ανταπόκριση στη φαρμακευτική αγωγή τείνει να είναι σταδιακή, καθώς συνήθως απαιτούνται μερικές εβδομάδες πριν εμφανιστεί η αναμενόμενη βελτίωση, ενώ η συντηρητική θεραπεία συνεχίζεται για αρκετούς μήνες μετά τη σταθεροποίηση. Όταν τo άτομο χρειάζεται να λάβει κάποια βενζοδιαζεπίνη, αυτό γίνεται συνήθως για λίγες εβδομάδες στην αρχή της θεραπείας ή σε καταστάσεις οξείας έντασης, καθώς η μακροχρόνια χρήση τους  ενέχει σημαντικό κίνδυνο εξάρτησης.

Παράλληλα με τη φαρμακευτική και ψυχοθεραπευτική υποστήριξη, οι αλλαγές στον τρόπο ζωής συμβάλλουν κι αυτές αισθητά στη συνολική θεραπευτική προσπάθεια του ατόμου. Η τακτική σωματική άσκηση, και κυρίως η αερόβια, βοηθά στη μείωση της σωματικής υπερδιέγερσης που συσσωρεύεται μέσα στην ημέρα και ωφελεί παράλληλα την ποιότητα του ύπνου, ενώ ένα σταθερό ωράριο ύπνου και ο περιορισμός της κατανάλωσης καφεΐνης (ιδιαίτερα τις απογευματινές ώρες) κι αλκοόλ μπορούν επίσης να συμβάλλουν στη ρύθμιση του αυτόνομου νευρικού συστήματος. Οι πρακτικές ενσυνειδητότητας και διαλογισμού αποτελούν επιπλέον εργαλεία με όλο κι αυξανόμενη ερευνητική τεκμηρίωση, με την προϋπόθεση όμως ότι ασκούνται με κάποια συστηματικότητα από το άτομο.

Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει επίσης και η ψυχοεκπαίδευση, τόσο του ίδιου του ατόμου όσο και των οικείων του, καθώς, από τη στιγμή που οι κοντινοί άνθρωποι κατανοούν τη φύση του γενικευμένου άγχους, τείνουν να μην ερμηνεύουν την ανησυχία του ατόμου ως «υπερβολή» ή «αρνητικότητα», κάτι που μειώνει αισθητά την αυτο-στιγματοποίηση που μπορεί να νιώθει το άτομο και διευκολύνει τη συνεργασία του με τη θεραπευτική διαδικασία.

Η ΓΑΔ επομένως είναι αντιμετωπίσιμη και η πλειονότητα των ατόμων ανταποκρίνεται πολύ καλά στις θεραπευτικές παρεμβάσεις, ιδιαίτερα όταν δε χάνουν χρόνια προσπαθώντας να τα καταφέρουν μόνοι τους. Η πορεία μπορεί να είναι μακροχρόνια κι όχι πάντα μια ευθεία γραμμή αφού μπορεί να περιλαμβάνει περιόδους έξαρσης και υποτροπής, όμως μέσα σε μια σταθερή θεραπευτική σχέση η ποιότητα ζωής του ατόμου μπορεί πράγματι να βελτιωθεί σε εξαιρετικό βαθμό.

Αν αναγνωρίζεις τον εαυτό σου σε όσα διάβασες παραπάνω, ίσως το πιο δύσκολο βήμα είναι το να παραδεχτείς πως αυτό που νιώθεις δεν είναι «απλώς ο χαρακτήρας σου» ή ότι είσαι απλά «λίγο αγχώδης τύπος», αλλά αποτελεί μια κατάσταση που μπορεί να αναγνωριστεί κλινικά κι άρα να αντιμετωπιστεί! Πολλοί άνθρωποι με ΓΑΔ έχουν περάσει χρόνια ή και δεκαετίες χωρίς ποτέ να ζητήσουν την κατάλληλη βοήθεια, ακριβώς γιατί δεν τους έχει συμβεί ποτέ κάτι «αρκετά σοβαρό» για να δικαιολογήσει, στον ίδιο τους τον εαυτό,  μια επίσκεψη σε ειδικό.

Κάποια σήματα που μπορεί να σου δείξουν ότι μάλλον είναι ώρα για περαιτέρω διερεύνηση είναι η αίσθηση πως το μυαλό σου δε σταματά να σκέφτεται ποτέ αρνητικά σενάρια, ακόμα και τις στιγμές που εξωτερικά όλα είναι καλά και ήρεμα, η κούραση που δε φεύγει με τον ύπνο, η μυϊκή ένταση που έχει γίνει σταθερό φόντο της καθημερινότητάς σου, ή μια ευερεθιστότητα δυσανάλογη με όσο πραγματικά συμβαίνουν γύρω σου. Σημαντικές πληροφορίες μπορούν να σου δώσουν κι οι κοντινοί σου άνθρωποι, καθώς εκείνοι που σε γνωρίζουν χρόνια αντιλαμβάνονται καλύτερα πότε το άγχος αυτό έπαψε να είναι περιστασιακό.

Σε κάποιες φάσεις, ιδιαίτερα όταν πάνω στη χρόνια αγχώδη βάση εκδηλωθεί κι ένα Μείζον Καταθλιπτικό Επεισόδιο, μπορεί να εμφανιστούν σκέψεις θανάτου ή αυτοτραυματισμού, και ειδικά σε αυτές τις στιγμές χρειάζεται να έρθεις σε άμεση επαφή με έναν ειδικό ή με κάποια υπηρεσία επείγουσας ψυχικής υποστήριξης. Μπορείς να ξεκινήσεις την αναζήτηση είτε από δομές δημόσιας ψυχικής υγείας είτε από ιδιώτη επαγγελματία, ανάλογα φυσικά με τις δυνατότητες και τις ανάγκες σου.

Η οπτική του ίδιου του ατόμου

Η εμπειρία της ΓΑΔ από τη μεριά του ίδιου του ατόμου που τη βιώνει χαρακτηρίζεται από μια συνεχόμενη εσωτερική ανησυχία που σπάνια του δίνει κάποιο διάλειμμα. Σκέψεις όπως «τι θα γίνει αν αρρωστήσει το παιδί μου;», «τι θα γίνει αν χάσω τη δουλειά μου;», «τι θα γίνει αν χαλάσει η σχέση μου;» ή «τι θα γίνει αν συμβεί κάποιο ατύχημα στους γονείς μου;», κατακλύζουν τη συνείδησή του ακόμα και τις στιγμές που η ζωή του είναι ήρεμη και χωρίς απτές απειλές ή τέτοιου είδους σημάδια. Τις περισσότερες φορές το άτομο καταλαβαίνει με τη λογική του ότι οι ανησυχίες του αυτές είναι δυσανάλογες και αδικαιολόγητες, ωστόσο η επίγνωσή του αυτή δεν αρκεί για να σταματήσει η σκέψη του, και η ίδια η αδυναμία του να ελέγξει την ανησυχία του γίνεται κι αυτή με τη σειρά της επιπλέον πηγή απογοήτευσης κι αυτοκριτικής για το ίδιο.

Παράλληλα με τη νοητική του κούραση, και το σώμα του κουβαλάει τη δική του χρόνια εξάντληση. Η μυϊκή ένταση στους ώμους και στον αυχένα μπορεί να γίνει σχεδόν μόνιμο μέρος της καθημερινότητάς του, οι νύχτες του μπορεί να περνούν με ανήσυχο ή κατακερματισμένο ύπνο και η πρωινή κόπωση εμφανίζεται πριν καν ξεκινήσει η μέρα. Πολλές φορές το άτομο μπορεί να αρχίσει να επισκέπτεται γιατρούς διαφορετικών ειδικοτήτων παραπονούμενο για κεφαλαλγίες, γαστρεντερικά ενοχλήματα ή αίσθημα παλμών, χωρίς όμως να συνδέονται τα ενοχλήματα αυτά με την υποκείμενη αγχώδη συμπτωματολογία του. Έτσι όμως διαμορφώνεται ένας φαύλος κύκλος, καθώς η σωματική εξάντληση τροφοδοτεί την ευερεθιστότητα και τη δυσκολία συγκέντρωσης που ήδη νιώθει το άτομο, οι οποίες με τη σειρά τους έρχονται κι εντείνουν την ανησυχία του για την ίδια του την υγεία και τη λειτουργικότητά του.


Η οπτική των οικείων

Για το οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον του ατόμου, η ΓΑΔ μπορεί να είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτή, ακριβώς επειδή το άτομο εξωτερικά συνεχίζει να μοιάζει λειτουργικό, καθώς ανταποκρίνεται (και με επιτυχία) στις επαγγελματικές του υποχρεώσεις και φροντίζει την οικογένειά του. Αυτή η πιο εσωτερικευμένη φύση της διαταραχής οδηγεί συχνά τους οικείους να ερμηνεύουν την αδιάκοπη ανησυχία του ατόμου ως «υπερβολική γκρίνια», «αρνητική σκέψη» ή «έλλειψη αισιοδοξίας», παρερμηνείες που μπορούν όμως να ενισχύσουν αισθητά την αίσθηση μοναξιάς και απομόνωσης που ήδη νιώθει το άτομο. Επιπλέον, οι προσπάθειες των οικείων να καθησυχάσουν τις ανησυχίες του ατόμου με φράσεις όπως «μη σκέφτεσαι έτσι» ή «όλα θα πάνε καλά», συνήθως προσφέρουν μόνο μια πρόσκαιρη ανακούφιση, καθώς η ίδια η ανησυχία επιστρέφει γρήγορα ακόμα και με νέο περιεχόμενο.

Σημαντικό ρόλο για τους οικείους διαδραματίζει η ψυχοεκπαίδευση γύρω από τη φύση του γενικευμένου άγχους, καθώς από τη στιγμή που κατανοούν την κλινική του διάσταση, παύουν να ερμηνεύουν τη συμπεριφορά του ατόμου ως ζήτημα χαρακτήρα ή έλλειψης θέλησης. Από εκεί και πέρα, η αποφυγή του διαρκούς αλλά «κενού» καθησυχασμού, η υπομονή τους σε περιόδους έξαρσης, καθώς και η σταθερή υπενθύμιση ότι η αναζήτηση επαγγελματικής βοήθειας δεν είναι κάτι μεμπτό αλλά απαραίτητο, μπορούν να ενισχύσουν αισθητά τη στήριξης που μπορεί να νιώσει το άτομο σε μια θεραπευτική διαδρομή που πολλές φορές μπορεί να του φαίνεται μοναχική.

Μύθοι & Αλήθειες για τη Γενικευμένη Αγχώδη Διαταραχή

μύθος #1

Είναι απλώς υπερβολική ανησυχία.

μύθος #2

Αν προσπαθήσει αρκετά, θα σταματήσει να αγχώνεται.

μύθος #3

Το άγχος πάντα φαίνεται.

Αλήθεια #1

Η ΓΑΔ είναι κλινική διαταραχή με σωματικά και γνωστικά συμπτώματα.

Αλήθεια #2

Δεν είναι θέμα θέλησης αλλά ρύθμισης του νευρικού συστήματος.

Αλήθεια #3

Πολλοί άνθρωποι με ΓΑΔ φαίνονται λειτουργικοί ενώ εσωτερικά εξουθενώνονται.

Πηγές & ενδεικτική βιβλιογραφία

Οι πληροφορίες παρέχονται μόνο για ενημερωτικό σκοπό. Δε θα πρέπει να θεωρηθούν υποκατάστατο της εξατομικευμένης Ψυχιατρικής εξέτασης, διάγνωσης και θεραπείας.

Εάν δεν αισθάνεσαι καλά…

…μη διστάσεις να ζητήσεις βοήθεια!

Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας είμαστε εδώ για να σε βοηθήσουμε όσο καλύτερα μπορούμε! Δε χρειάζεται να περνάς μόνος/η σου κάτι που σε δυσκολεύει τόσο… αξίζεις να έχεις τη στήριξη που χρειάζεσαι! Κι αν αυτή τη στιγμή σου φαίνεται δύσκολο να κάνεις το πρώτο βήμα, θέλω να ξέρεις πως δεν είσαι μόνος/η σου σε αυτό. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που προσπαθούν κάθε μέρα να φροντίσουν τον ψυχικό τους κόσμο και υπάρχουν επίσης κι επαγγελματίες που μπορούν να σταθούν δίπλα σου σε αυτή την προσπάθεια.

Δε σου λέω πως είναι πάντα εύκολο…κάποιες φορές χρειάζεται χρόνος, υπομονή κι επιμονή. Με την κατάλληλη στήριξη, όμως, τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν! Ακόμη κι αν αυτή τη στιγμή όλα σου φαίνονται σκοτεινά ή μπερδεμένα, αυτό δε σημαίνει ότι θα παραμείνουν έτσι!

Επειδή η παρούσα σελίδα έχει ενημερωτικό και ψυχοεκπαιδευτικό χαρακτήρα, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την άμεση επαγγελματική βοήθεια σε μια επείγουσα κατάσταση…Αν αισθάνεσαι ότι χρειάζεσαι άμεση υποστήριξη, μπορείς να απευθυνθείς στο γιατρό σου ή να καλέσεις σε κάποιο από τα τηλέφωνα υποστήριξης κι έκτακτης ανάγκης που θα βρεις παρακάτω.

τηλ. γραμμη ψυχοκοινωνικησ υποστηριξησ 10306

τηλ. γραμμη sos για παιδια, εφηβουσ & γονεισ 1056

τηλ. γραμμη ψυχολογικησ υποστηριξησ ιθακη 1145

Εθνικο Κεντρο αμεσης Βοηθειας (ΕΚΑΒ) 166

Κάρτες Αξιών & Περιορισμών

Εγγραφείτε στο newsletter και λάβετε δωρεάν τις 54 Κάρτες Αξιών & Περιορισμών, ένα εργαλείο αυτογνωσίας που σχεδιάστηκε για να σας βοηθήσει να αναγνωρίσετε τι έχει πραγματικά σημασία για εσάς και τι μπορεί να σας κρατά πίσω!