Διατροφικές Διαταραχές
Διαταραχή Επεισοδιακής Υπερφαγίας
Τι είναι η Διαταραχή Επεισοδιακής Υπερφαγίας;
Η Διαταραχή Επεισοδιακής Υπερφαγίας (ΔΕΥ), γνωστή και ως Binge Eating Disorder (BED), συγκαταλέγεται στις διατροφικές διαταραχές και χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενα επεισόδια κατανάλωσης μεγάλων ποσοτήτων φαγητού μέσα σε ένα σύντομο χρονικό διάστημα. Κατά τη διάρκεια των επεισοδίων αυτών το άτομο μπορεί να νιώσει ότι δεν έχει τον έλεγχο, και συγκεκριμένα ότι δε μπορεί να σταματήσει ή να ρυθμίσει πόσο θα φάει.
Σε αντίθεση με τη Νευρογενή Βουλιμία, τα υπερφαγικά επεισόδια στη ΔΕΥ δεν ακολουθούνται από αντισταθμιστικές συμπεριφορές, όπως για παράδειγμα αυτοπροκαλούμενο έμετο ή χρήση καθαρτικών, ούτε υπάρχει απαραίτητα κάποιος διαιτητικός περιορισμός. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η διαταραχή να οδηγεί συχνά σε αύξηση του βάρους ή και παχυσαρκία, χωρίς όμως αυτό να συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις.
Ένα χαρακτηριστικό της ΔΕΥ είναι η έντονη ψυχολογική επιβάρυνση, καθώς το άτομο μετά από κάθε επεισόδιο μπορεί να νιώθει ντροπή, ενοχές, ακόμα κι αποστροφή προς τον ίδιο του τον εαυτό. Οδηγείται έτσι πολλές φορές σε κοινωνική απομόνωση και μυστικοπάθεια, ώστε οι διατροφικές του συνήθειες να μη γίνουν αντιληπτές από τον περίγυρο.
Η ΔΕΥ ξεκινά συνήθως στην πρώιμη ενήλικη ζωή του ατόμου και μπορεί να επηρεάσει και τα δύο φύλα, αν κι εμφανίζεται συχνότερα στις γυναίκες. Σε αντίθεση όμως με τη Νευρογενή Ανορεξία και τη Νευρογενή Βουλιμία, όπου ο μύθος ότι οι διατροφικές διαταραχές αφορούν αποκλειστικά τις γυναίκες οδηγεί σε σαφή υποδιάγνωση των ανδρών, στη ΔΕΥ η αναλογία είναι σαφώς πιο ισορροπημένη, με τους άνδρες να φτάνουν περίπου στο ένα τρίτο των ασθενών. Ο διά βίου επιπολασμός της κυμαίνεται γύρω στο 2% με 3% στις γυναίκες και στο 1% με 2% στους άνδρες, ποσοστά που την καθιστούν τη συχνότερη διατροφική διαταραχή στον γενικό πληθυσμό (Donnelly & Hay, 2024, Giel et al., 2025).
Η αναγνώρισή της ΔΕΥ ως αυτόνομης διαγνωστικής οντότητας είναι σχετικά πρόσφατη, αν και η συμπεριφορά αυτή είχε ήδη παρατηρηθεί κλινικά αρκετές δεκαετίες πριν. Ο Αμερικανός ψυχίατρος Albert Stunkard ήταν εκείνος που την περιέγραψε για πρώτη φορά το 1959, μέσα από τη δουλειά του με ανθρώπους που υπέφεραν από παχυσαρκία και του ανέφεραν αυτή τη χαρακτηριστική εμπειρία της επαναλαμβανόμενης βουλιμικής κατανάλωσης φαγητού χωρίς να ακολουθεί έμετος ή κάποια άλλη μορφή κάθαρσης, κι έτσι πρώτος εισήγαγε τότε τον όρο «binge eating» στη βιβλιογραφία. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, η συμπεριφορά αυτή θεωρούνταν περισσότερο ως μια πιο ήπια παραλλαγή της Νευρογενούς Βουλιμίας παρά ως αυτόνομη κλινική οντότητα, και στο DSM-IV του 1994 εντοπιζόταν μόνο σε ένα παράρτημα προτεινόμενων κατηγοριών «προς περαιτέρω μελέτη». Στην επίσημη ψυχιατρική νοσολογία πέρασε μόλις το 2013 με την έκδοση του DSM-5, ενώ η διεθνής επικύρωσή της από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ακολούθησε τέσσερα χρόνια αργότερα με το ICD-11 του 2019 (Giel et al., 2025, Hoek, 2025).

Hilma af Klint, The Swan, No. 10, Group IX/SUW, (1915). Public Domain.
Η συμπτωματολογία της Διαταραχής Επεισοδίων Υπερφαγίας οργανώνεται γύρω από τρεις αλληλένδετους κλινικούς άξονες, τον γνωστικό – συναισθηματικό, τον σωματικό και τον συμπεριφορικό, ο καθένας από τους οποίους τροφοδοτεί τους υπόλοιπους και διαμορφώνει τη συνολική κλινική εικόνα. Σε αντίθεση με τη Νευρογενή Βουλιμία, όπου ο κύκλος που διατηρεί τη διαταραχή είναι κατά κανόνα ένας κύκλος διαιτητικής στέρησης – υπερφαγίας – κάθαρσης, στον πυρήνα της εμπειρίας του ατόμου με ΔΕΥ βρίσκεται ένας κύκλος συναισθηματικής ρύθμισης: ένα δυσάρεστο συναίσθημα ή μια έντονη εσωτερική ένταση πυροδοτεί μια λαχτάρα για φαγητό που εμφανίζεται σχεδόν ξαφνικά κι αρχίζει να καταλαμβάνει τη σκέψη του, η ίδια η κρίση υπερφαγίας που ακολουθεί του προσφέρει μια στιγμιαία αποσύνδεση ή ανακούφιση από την αρχική του δυσφορία, και στη συνέχεια ακολουθούν η ντροπή και οι ενοχές που με τη σειρά τους εντείνουν τη συναισθηματική του απορρύθμιση και προετοιμάζουν το έδαφος για την επόμενη κρίση (Giel et al., 2025). Από τη στιγμή που ο κύκλος αυτός εδραιωθεί, η σχέση του ατόμου με το φαγητό, με το σώμα του και με τα συναισθήματά του, αρχίζει σταδιακά να αναδιοργανώνεται γύρω από αυτόν τον κύκλο, με την υπερφαγική κρίση να αποτελεί συνήθως και το διαγνωστικό κλειδί της διαταραχής.
Γνωστικές και συναισθηματικές εκδηλώσεις
Στον γνωστικό άξονα κυριαρχεί η αίσθηση της απώλειας ελέγχου πάνω στην κατανάλωση του φαγητού, που αποτελεί και το διαγνωστικό στοιχείο της διαταραχής. Το άτομο περιγράφει τη στιγμή της κρίσης ως μια εμπειρία κατά την οποία «δεν μπορεί να σταματήσει», «δεν αποφασίζει το ίδιο τι ή πόσο θα φάει», ή «είναι σαν να βρίσκεται εκτός εαυτού», με κάποια άτομα να αναφέρουν μια αίσθηση παροδικής αποσύνδεσης από την πραγματικότητα, σαν το ίδιο τους το χέρι να συνεχίζει να βάζει φαγητό στο στόμα τους χωρίς να το κατευθύνει η δική τους θέληση. Η σκέψη του ατόμου γύρω από το φαγητό αποκτά εμμονικό χαρακτήρα, με ώρες ολόκληρες της ημέρας να καταλαμβάνονται από μια νοητική ενασχόληση για την επόμενη ευκαιρία που θα μείνει μόνο στο σπίτι, με τις τροφές που σκέφτεται να καταναλώσει στην επόμενη κρίση και με τη συνεχή προσπάθειά του να αντισταθεί στην παρόρμηση που φουντώνει μέσα του (Pasquale et al., 2024).
Σε αντίθεση με τη Νευρογενή Βουλιμία και τη Νευρογενή Ανορεξία, στις οποίες η αυτοαξιολόγηση του ατόμου επηρεάζεται κυρίως από το βάρος και το σχήμα του σώματός του, στη ΔΕΥ η σχέση ανάμεσα στην αυταξία και την εικόνα του σώματος είναι λιγότερο γραμμική. Πολλά άτομα με ΔΕΥ μπορεί να νιώθουν μια δυσαρέσκεια για το σώμα τους και να φοβούνται έντονα την αύξηση του βάρους τους, ιδιαίτερα όταν συνυπάρχει παχυσαρκία, χωρίς όμως απαραίτητα το βάρος να είναι ο κεντρικός μετρητής της προσωπικής τους αξίας όπως συμβαίνει στη Νευρογενή Βουλιμία. Σε ένα μέρος των ασθενών, και ιδιαίτερα στους άνδρες, οι ανησυχίες γύρω από το σχήμα του σώματος και το βάρος τους μπορεί να είναι σαφώς πιο ήπιες, στοιχείο που καθιστά τη ΔΕΥ ακόμα και πιο δύσκολο να διαγνωστεί σε αυτούς τους πληθυσμούς (Smith & Goldschmidt, 2024).
Στον συναισθηματικό τομέα, κυριαρχούν τόσο η ντροπή όσο και οι ενοχές που τείνουν να κορυφώνονται μετά από κάθε κρίση. Το άτομο μπορεί να νιώθει αηδία απέναντι στο σώμα του και στη συμπεριφορά του, να κάνει μια αυτοκριτική του τύπου «πάλι τα ίδια», «δεν έχω καθόλου θέληση», «δεν αντέχω άλλο τον εαυτό μου», «πώς μπόρεσα να φάω τόσο πολύ», και να βιώνει μια έντονη αίσθηση ηθικής αποτυχίας που είναι ιδιαίτερα οδυνηρή. Σε αυτά συμβάλλει έντονα η υπάρχουσα κοινωνική αφήγηση γύρω από το φαγητό και το βάρος η οποία έχει δημιουργήσει ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο η συμπεριφορά του ατόμου θεωρείται αυστηρά και μόνο «επιλογή» κι όχι σύμπτωμα. Πέρα από την ντροπή, χαρακτηριστική είναι και η ίδια η συναισθηματική απορρύθμιση που λειτουργεί τόσο ως πυροδότης όσο και ως αποτέλεσμα του κύκλου: το άτομο δυσκολεύεται να αναγνωρίσει, να ρυθμίσει ή να ανεχθεί δυσάρεστα συναισθήματα, με την υπερφαγική κρίση να γίνεται με τα χρόνια ένας από τους ελάχιστους τρόπους που έχει στη διάθεσή του για να διαχειριστεί την εσωτερική του δυσφορία (Donnelly & Hay, 2024). Η σχέση αυτή δεν είναι αιτιολογικά γραμμική, ορισμένες κρίσεις όμως πυροδοτούνται από αναγνωρίσιμα δυσάρεστα συναισθήματα, ενώ άλλες εμφανίζονται σε στιγμές που το ίδιο το άτομο περιγράφει αργότερα ως «βαρεμάρα» ή «κενό» χρόνου.
Σωματικές εκδηλώσεις
Σε αντίθεση με τις άλλες δύο διατροφικές διαταραχές, στη ΔΕΥ οι σωματικές εκδηλώσεις δε σχετίζονται με την υποθρεψία ή με τις αντισταθμιστικές καθαρτικές συμπεριφορές, αλλά κυρίως με τις μεταβολικές και καρδιαγγειακές επιπτώσεις της επανειλημμένης κατανάλωσης μεγάλων ποσοτήτων φαγητού και της παχυσαρκίας που συχνά τη συνοδεύει. Η ΔΕΥ συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης μεταβολικού συνδρόμου (metabolic syndrome), ενός κλινικού συνδρόμου που χαρακτηρίζεται από κεντρικού τύπου παχυσαρκία, υπέρταση, υπερτριγλυκεριδαιμία, χαμηλή HDL χοληστερόλη και υπεργλυκαιμία νηστείας, με μελέτες να αναφέρουν ότι περίπου το 60% των ασθενών με ΔΕΥ και παχυσαρκία πληρούν τα κριτήρια του (Alagha et al., 2025). Το ποσοστό αυτό είναι σαφώς υψηλότερο από αυτό που παρατηρείται σε άτομα με παχυσαρκία χωρίς ΔΕΥ, στοιχείο που δείχνει πως η ίδια η συμπεριφορά της επαναλαμβανόμενης υπερφαγίας προσθέτει έναν επιπλέον μεταβολικό κίνδυνο πέρα από αυτόν που σχετίζεται απλώς με τον δείκτη μάζας σώματος του ατόμου.
Σε καρδιαγγειακό και μεταβολικό επίπεδο, η εικόνα μπορεί να συμπληρώνεται από σακχαρώδη διαβήτη τύπου ΙΙ, μη αλκοολική λιπώδη νόσο του ήπατος, αύξηση δεικτών χρόνιας υποκλινικής φλεγμονής και μακροπρόθεσμα αυξημένη καρδιαγγειακή νοσηρότητα, ευρήματα που δικαιολογούν την κλινική προσοχή ακόμη κι όταν η ίδια η διατροφική συμπεριφορά μοιάζει σταθεροποιημένη (Alagha et al., 2025). Στο επίπεδο του πεπτικού συστήματος, αμέσως μετά την κρίση, το άτομο τυπικά αναφέρει έντονη αίσθηση γαστρικής διάτασης και πληρότητας, μετεωρισμό, κοιλιακό άλγος, ναυτία, και σε ορισμένες περιπτώσεις γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση. Πέρα από τις άμεσες αυτές ενοχλήσεις, μέρος των ατόμων με ΔΕΥ αναφέρει διαταραχές ύπνου, χρόνιο πόνο και γενικευμένη σωματική κόπωση, εκδηλώσεις που με τη σειρά τους ενισχύουν τη συναισθηματική απορρύθμιση και τον ίδιο τον κύκλο της διαταραχής (Smith & Goldschmidt, 2024).
Συμπεριφορικές εκδηλώσεις
Στον συμπεριφορικό άξονα κεντρική θέση κατέχει η ίδια η υπερφαγική κρίση, η οποία αποτελεί και το διαγνωστικό κλειδί της διαταραχής. Για να τεθεί η διάγνωση, σύμφωνα με τα κριτήρια του DSM-5, οι κρίσεις αυτές πρέπει να εμφανίζονται στο άτομο κατά μέσο όρο τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα για διάστημα τουλάχιστον τριών μηνών. Κατά τη διάρκειά τους, το άτομο μπορεί να τρώει σαφώς πιο γρήγορα απ’ ότι σε άλλες στιγμές της καθημερινότητάς του, σχεδόν χωρίς να μασάει σωστά το φαγητό του, να συνεχίζει να τρώει ακόμη κι αφού έχει νιώσει τη δυσάρεστη αίσθηση της γαστρικής πληρότητας, ή να καταφεύγει στο φαγητό σε στιγμές που δε νιώθει πείνα. Συχνά επιλέγει να φάει μόνο του ακριβώς επειδή ντρέπεται για την ποσότητα ή για το είδος του φαγητού που έχει μπροστά του, και αμέσως μετά την κρίση κυριαρχεί μέσα του ένα αίσθημα αηδίας απέναντι στον ίδιο τον εαυτό του, μια διάχυτη θλίψη ή έντονες ενοχές που μπορεί να κρατήσουν για ώρες ολόκληρες (Kowalewska et al., 2024).
Στην καθημερινότητα, οι κρίσεις αυτές συμβαίνουν σχεδόν πάντα όταν το άτομο είναι μόνο του, σε ιδιωτικούς χώρους και χωρίς μάρτυρες, ενδεχομένως αργά το βράδυ μετά από μια δύσκολη μέρα ή όταν λείπουν οι οικείοι από το σπίτι, και μπορεί να διαρκέσουν από λίγα λεπτά έως κι αρκετές ώρες χωρίς το ίδιο το άτομο να μπορεί να θυμηθεί εκ των υστέρων, με λεπτομέρεια, τι ακριβώς συνέβη. Συνήθως καταφεύγει σε τροφές που μπορούν να του δώσουν μια στιγμιαία ευχαρίστηση και που είναι εύκολα διαθέσιμες στο σπίτι, όπως γλυκά, αλμυρά σνακ, ψωμί ή γενικά σύνθετους υδατάνθρακες, και μπορεί να καταναλώσει σε μία μόνο κρίση αρκετά πολλαπλάσια ποσότητα φαγητού από αυτή που θα κατανάλωνε σε άλλες συνθήκες, σε σημείο που τα πακέτα μπισκότα ή το οικογενειακό παγωτό που υπήρχε στο ψυγείο «για όλο το μήνα» μπορεί να εξαφανιστεί μέσα σε λίγα λεπτά. Πολλά άτομα περιγράφουν, κατά τη διάρκεια μιας κρίσης, μια αίσθηση αυτοματοποίησης, σαν να βρίσκονται σε μια «υπερβατική κατάσταση» που τους είναι δύσκολο να περιγράψουν ή και να τη θυμηθούν λεπτομερώς εκ των υστέρων.
Σε αντίθεση με τη Νευρογενή Βουλιμία, οι κρίσεις στη ΔΕΥ δεν ακολουθούνται από συστηματικές αντισταθμιστικές συμπεριφορές, ούτε υπάρχει απαραίτητα ένα μοτίβο αυστηρού διαιτητικού περιορισμού στα διαστήματα ανάμεσά τους, αν κι ένα μέρος των ασθενών μπορεί να καταφεύγει σε σύντομες περιόδους έντονης δίαιτας με στόχο την «αποζημίωση», οι οποίες τυπικά αποτυγχάνουν και πυροδοτούν την επόμενη κρίση. Στην καθημερινότητά του, η συμπεριφορά του ατόμου γύρω από το φαγητό συχνά χαρακτηρίζεται από έντονη μυστικότητα: μπορεί να αγοράζει φαγητά κρυφά, να τα κρύβει στο σπίτι του, να τρώει με διαφορετικό τρόπο μπροστά σε άλλους απ’ ό,τι όταν είναι μόνο, ή να αποφεύγει συστηματικά τα κοινωνικά γεύματα από φόβο μην αποκαλυφθεί η συμπεριφορά του, στοιχείο που σταδιακά το απομονώνει από τους οικείους του και κάνει την ίδια την αναζήτηση βοήθειας ακόμη πιο δύσκολη.
Η Διαταραχή Επεισοδίων Υπερφαγίας δε φαίνεται να εδράζεται σε ένα ξεκάθαρο αίτιο που θα μπορούσε να εξηγήσει την εμφάνισή της από μόνο του, αλλά είναι μια διαταραχή με σύνθετη, πολυπαραγοντική αιτιολογία στην οποία αλληλεπιδρούν γενετικοί, νευροβιολογικοί, ψυχολογικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες, με τη βαρύτητα του καθενός να διαφέρει αρκετά από άτομο σε άτομο. Αυτό λοιπόν που σήμερα ονομάζουμε ψυχοβιολογική προσέγγιση της διαταραχής δεν είναι παρά αυτή ακριβώς η σύνθεση των διαφορετικών αιτιολογικών της επιπέδων.
Γενετικοί παράγοντες
Σε γενετικό επίπεδο, μελέτες σε διδύμους έχουν δείξει ότι η κληρονομησιμότητα της ίδιας της συμπεριφοράς της υπερφαγίας χωρίς αντισταθμιστικές συμπεριφορές κυμαίνεται γύρω στο 41% με 57%, ένα ποσοστό που τοποθετεί τη διαταραχή ανάμεσα σε αυτές με σαφή γενετική προδιάθεση, αν και αρκετά χαμηλότερη από αυτή της Νευρογενούς Ανορεξίας και της Νευρογενούς Βουλιμίας (Bulik et al., 1998, Donnelly & Hay, 2024). Όταν ένα άτομο έχει συγγενή πρώτου βαθμού με διαγνωσμένη ΔΕΥ, ο κίνδυνος να εμφανίσει και το ίδιο τη διαταραχή κάποια στιγμή στη ζωή του πολλαπλασιάζεται σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό, στοιχείο που υποδηλώνει μια οικογενή φόρτιση η οποία ξεπερνά τους κοινούς περιβαλλοντικούς παράγοντες της οικογένειας. Πιο πρόσφατες μελέτες πολυγονιδιακών συσχετίσεων δείχνουν επίσης πως η ΔΕΥ μοιράζεται μέρος της γενετικής της φόρτισης με άλλες ψυχιατρικές διαταραχές, όπως είναι η Μείζων Καταθλιπτική Διαταραχή κι η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητας, καθώς και με τους γενετικούς παράγοντες που ρυθμίζουν τον δείκτη μάζας σώματος του ίδιου του ατόμου.
Νευροβιολογικοί παράγοντες
Σε νευροβιολογικό επίπεδο, η σύγχρονη έρευνα συγκλίνει σε ένα μοντέλο της ΔΕΥ ως διαταραχής που οργανώνεται γύρω από μια ανισορροπία ανάμεσα σε δύο μεγάλα δίκτυα του εγκεφάλου: αυτό της ανταμοιβής, που εδράζεται σε υποφλοιώδεις εγκεδαλικές δομές και ρυθμίζει τη λαχτάρα και την επιθυμία για το φαγητό, κι αυτό του ανασταλτικού ελέγχου, που εδράζεται στον προμετωπιαίο φλοιό κι επιτρέπει στο άτομο να αναστείλει μια παρόρμηση όταν αυτή έρχεται σε σύγκρουση με τους μακροπρόθεσμους στόχους του (Pasquale et al., 2024). Στη ΔΕΥ, η ισορροπία αυτή φαίνεται να μετατοπίζεται προς ένα μοτίβο υπερευαισθησίας του συστήματος ανταμοιβής σε ερεθίσματα που σχετίζονται με γευστικές τροφές, με ταυτόχρονη υπολειτουργία του συστήματος ανασταλτικού ελέγχου, μοτίβο που μοιάζει αρκετά με αυτό που παρατηρείται σε άλλες διαταραχές με χαρακτηριστικά παρορμητικότητας ή εθιστικής συμπεριφοράς. Όταν το άτομο εκτεθεί σε ένα πολύ γευστικό ερέθισμα, μπορεί να εμφανίσει υψηλότερη ενεργοποίηση των κυκλωμάτων ανταμοιβής συγκριτικά με ένα άτομο χωρίς τη διαταραχή, και ταυτόχρονα μειωμένη ενεργοποίηση των μετωπιαίων δομικών σχηματισμάτων που θα του επέτρεπαν να αναστείλει την κατανάλωση όταν αυτή θα έπρεπε να σταματήσει.
Παράλληλα, μελετάται με αυξανόμενο ενδιαφέρον κι ο ρόλος του άξονα εντέρου – εγκεφάλου, με ευρήματα που υποδηλώνουν διαφοροποιήσεις στη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος των ασθενών με ΔΕΥ, καθώς και τροποποιημένες αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στα εντερικά σήματα και στα κυκλώματα της όρεξης και της ανταμοιβής στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Η συνεισφορά των μηχανισμών αυτών στη συνολική κλινική εικόνα παραμένει υπό διερεύνηση, αναδεικνύει όμως το πόσο πολύπλοκη είναι η ίδια η νευροβιολογία της διαταραχής απ’ όσο θα μπορούσε να φανεί αν την προσεγγίζαμε αποκλειστικά ως μια διαταραχή της θέλησης ή της συμπεριφοράς.
Ψυχολογικοί παράγοντες
Σε ψυχολογικό επίπεδο, το θεωρητικό μοντέλο που έχει ασκήσει τη μεγαλύτερη επιρροή στην κατανόηση της ΔΕΥ είναι αυτό της αποτυχίας της αυτορρύθμισης, που πρότειναν στο πλαίσιο της γνωστικής νευροεπιστήμης οι Todd Heatherton και Dylan Wagner (2011). Σύμφωνα με αυτό το μοντέλο, η υπερφαγική κρίση μπορεί να γίνει κατανοητή ως μια στιγμή κατά την οποία διαταράσσεται η ισορροπία ανάμεσα στον ανώτερο γνωστικό έλεγχο και τις παρορμήσεις, συνήθως υπό την επίδραση μιας έντονης συναισθηματικής φόρτισης ή ψυχικής εξάντλησης. Στο πλαίσιο αυτό, η ΔΕΥ αντιμετωπίζεται, όχι ως έλλειψη αρκετής θέλησης από το άτομο, αλλά ως μια συστηματική δυσκολία του ίδιου να ρυθμίσει την εσωτερική του εμπειρία, η οποία βρίσκει τελικά διέξοδο στην υπερκατανάλωσης του φαγητού.
Οι θεωρίες ρύθμισης συναισθήματος (affect regulation theories) έχουν προτείνει ότι η υπερφαγική κρίση εξυπηρετεί σε πολλές περιπτώσεις τη στιγμιαία ελάττωση ενός έντονου δυσάρεστου συναισθήματος, την απόσπαση της προσοχής του ατόμου από αυτό, ή και το να γεμίσει ένα διάχυτο εσωτερικό κενό. Η στρατηγική αυτή λειτουργεί βραχυπρόθεσμα κι ακριβώς γι’ αυτό κι ενισχύεται, μακροπρόθεσμα όμως παγιώνει τον φαύλο κύκλο που περιγράφεται στην προηγούμενη ενότητα. Παράλληλα η βιβλιογραφία έχει αναδείξει τον σημαντικό ρόλο της ντροπής ως παράγοντα συντήρησης της διαταραχής, καθώς όσο πιο έντονη είναι η ντροπή που νιώθει το άτομο μετά από κάθε κρίση, τόσο μεγαλώνει και η συνολική συναισθηματική του ένταση, στοιχείο που με τη σειρά του πυροδοτεί την επόμενη κρίση. Σε ένα μέρος των ασθενών, ιδιαίτερα σε εκείνους με σημαντική παρορμητικότητα ως χαρακτηριστικό προσωπικότητας, η εικόνα μπορεί να συμπληρώνεται από γενικότερες δυσκολίες ανασταλτικού ελέγχου που εκτείνονται και πέρα από τη σχέση του ατόμου με το φαγητό, όπως δυσκολίες στη μακροπρόθεσμη λήψη αποφάσεων, στην αναβολή της άμεσης ικανοποίησης ή στη ρύθμιση του θυμού.
Περιβαλλοντικοί και κοινωνικο-πολιτισμικοί παράγοντες
Σε περιβαλλοντικό επίπεδο, ξεχωρίζουν με ιδιαίτερη σαφήνεια οι αντίξοες παιδικές εμπειρίες (adverse childhood experiences), οι οποίες αναφέρονται με υψηλότερη συχνότητα σε άτομα με ΔΕΥ συγκριτικά με τον γενικό πληθυσμό. Στις εμπειρίες αυτές περιλαμβάνονται η συναισθηματική, σωματική ή σεξουαλική κακοποίηση, η παραμέληση, η έκθεση σε ενδοοικογενειακή βία, η οικογενειακή δυσπραγία ή ο σχολικός εκφοβισμός, με τα μεταναλυτικά δεδομένα να δείχνουν μια σχέση δοσοεξαρτώμενη: όσο περισσότερες κι όσο πιο σοβαρές είναι οι εμπειρίες αυτές στην παιδική ηλικία του ατόμου, τόσο μεγαλύτερος είναι κι ο κίνδυνος εμφάνισης της ΔΕΥ στην ενήλικη ζωή του. Ένας από τους ιστορικά πιο υποτιμημένους περιβαλλοντικούς παράγοντες κινδύνου είναι και η ανασφάλεια σίτισης (food insecurity), δηλαδή η συστηματική αβεβαιότητα του ατόμου ή της οικογένειάς του για την επόμενη πρόσβαση σε επαρκές φαγητό, με μελέτες να αναφέρουν 1,66 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο για επεισόδια υπερφαγίας και 2,70 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο για διαγνωσμένη ΔΕΥ σε άτομα που έχουν ζήσει σε τέτοιες συνθήκες (Alagha et al., 2025).
Σε κοινωνικο-πολιτισμικό επίπεδο, ο κυρίαρχος παράγοντας που συμβάλλει στη διατήρηση και τονσυστηματικό υποδιαγνωστικό αποκλεισμό της διαταραχής είναι το βαρύ στίγμα του βάρους (weight stigma) κι η κουλτούρα της δίαιτας. Η σύγχρονη κοινωνία τείνει να αντιμετωπίζει την παχυσαρκία αποκλειστικά ως ζήτημα προσωπικής επιλογής κι αυτοπειθαρχίας, μια στάση που βάζει το άτομο με ΔΕΥ σε μια θέση διπλού στιγματισμού: στιγματίζεται και για το ίδιο του το βάρος αλλά και ως «ηθικά αδύναμο» επειδή δεν καταφέρνει να ελέγξει τη συμπεριφορά του γύρω από το φαγητό. Αυτή η κουλτούρα ευνοεί επίσης την υιοθέτηση αυστηρών διαιτητικών περιορισμών ως «λύση», οι οποίοι, παραδόξως, αποτελούν έναν από τους πιο ισχυρούς πυροδότες των κρίσεων υπερφαγίας που υποτίθεται ότι θα ελέγξουν.
Συννοσηρότητα
Η ΔΕΥ συνυπάρχει σε αρκετά μεγάλα ποσοστά και με άλλες ψυχιατρικές διαταραχές, κάτι που ενισχύει τη συνολική επιβάρυνση του ατόμου και πολλές φορές δυσχεραίνει τόσο τη διάγνωση όσο και τη θεραπευτική παρέμβαση. Στις πιο συχνές συννοσηρότητες περιλαμβάνονται οι διαταραχές της διάθεσης, κυρίως η Μείζων Καταθλιπτική Διαταραχή κι η Διπολική Διαταραχή, οι αγχώδεις διαταραχές όπως η Διαταραχή Πανικού κι η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή, οι διαταραχές χρήσης ουσιών, η Οριακή Διαταραχή Προσωπικότητας, αλλά και η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητας, η οποία εμφανίζεται σε εντυπωσιακά υψηλό ποσοστό, περίπου του 50% των ασθενών με ΔΕΥ ή με Νευρογενή Βουλιμία και μοιράζεται μαζί τους την παρορμητικότητα ως κεντρικό κλινικό υπόστρωμα (Kowalewska et al., 2024). Επομένως, η αναγνώριση και η αντιμετώπιση αυτών των συννοσηροτήτων οφείλει να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι κάθε ολοκληρωμένης θεραπευτικής προσέγγισης της ΔΕΥ.
Η διάγνωση της Διαταραχής Επεισοδίων Υπερφαγίας πρέπει να τίθεται από εξειδικευμένο επαγγελματία ψυχικής υγείας, ψυχίατρο ή κλινικό ψυχολόγο, μέσα από μια αναλυτική κλινική συνέντευξη και ψυχιατρική αξιολόγηση. Στην πρώτη συνεδρία, ο κλινικός λαμβάνει αναλυτικό ιστορικό για την ηλικία έναρξης των κρίσεων υπερφαγίας του ατόμου, την πορεία τους στο χρόνο, τις διατροφικές του συνήθειες εκτός των κρίσεων υπερφαγίας, την παρουσία ή απουσία αντισταθμιστικών συμπεριφορών, την πορεία του βάρους του, και τη συνολική επίπτωση όλων αυτών στην καθημερινή του λειτουργικότητα. Σε αντίθεση με τη Νευρογενή Ανορεξία, όπου το χαμηλό βάρος του ατόμου λειτουργεί ως ορατός κλινικός δείκτης από την πρώτη συνάντηση, στη ΔΕΥ το ίδιο το βάρος του ατόμου μπορεί να βρίσκεται σε οποιοδήποτε σημείο, από το φυσιολογικό όριο έως την παχυσαρκία, και η διάγνωση εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από την ίδια την κλινική συνέντευξη και από την ικανότητα του κλινικού να δημιουργήσει ένα ασφαλές πλαίσιο μέσα στο οποίο το άτομο θα μπορέσει να μιλήσει με ειλικρίνεια για κάτι που μπορεί να κρατά κρυφό για χρόνια.
Στη ΔΕΥ, η διαγνωστική διαδικασία εμπεριέχει μια ιδιαιτερότητα που τη διαφοροποιεί από τις περισσότερες άλλες ψυχιατρικές διαταραχές, με κύρια εξαίρεση τη Νευρογενή Βουλιμία: η ντροπή, οι ενοχές αλλά και ο φόβος του στιγματισμού ωθούν διαρκώς το άτομο στο να κρύβει τις κρίσεις υπερφαγίας του, ακόμη κι όταν αναζητά κλινική βοήθεια για κάποιον άλλο λόγο. Πολλές φορές, η πρώτη επαφή του ατόμου με το σύστημα υγείας γίνεται για κάποια σωματική επιπλοκή της παχυσαρκίας (π.χ. διαβήτη τύπου II, υπέρταση, λιπώδη νόσο του ήπατος) ή για την αντιμετώπιση της ίδιας της παχυσαρκίας, χωρίς όμως ποτέ να γίνει συστηματική διερεύνηση για το αν υπάρχουν στην καθημερινότητά του κρίσεις υπερφαγίας με αίσθηση απώλειας ελέγχου. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει την ιδιαίτερη σημασία της ενεργητικής διερεύνησης του διατροφικού μοτίβου του ατόμου από κάθε επαγγελματία υγείας που έρχεται σε επαφή με ασθενείς που αντιμετωπίζουν προβλήματα βάρους, καθώς η διάγνωση της ΔΕΥ αλλάζει σημαντικά τόσο τη θεραπευτική προσέγγιση όσο και την πρόγνωση τόσο της διαταραχής όσο και της παχυσαρκίας του ατόμου (Giel et al., 2025).
Η σωματική αξιολόγηση είναι επίσης σημαντικό μέρος της διαγνωστικής διαδικασίας, ειδικά όταν συνυπάρχει παχυσαρκία ή κάποια από τις μεταβολικές επιπλοκές που αναφέρθηκαν στην ενότητα των συμπτωμάτων. Αυτή περιλαμβάνει μέτρηση του βάρους, του ύψους και του δείκτη μάζας σώματος, της αρτηριακής πίεσης, καθώς κι έναν βασικό εργαστηριακό έλεγχο που εστιάζει στους δείκτες του μεταβολικού συνδρόμου, όπως η γλυκόζη νηστείας ή η γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη, το λιπιδαιμικό προφίλ και η ηπατική λειτουργία. Σε αντίθεση όμως με τη Νευρογενή Βουλιμία και τη Νευρογενή Ανορεξία, στη ΔΕΥ ο σωματικός έλεγχος δεν αποσκοπεί τόσο στον αποκλεισμό άμεσων ηλεκτρολυτικών διαταραχών ή υποθρεψίας του ατόμου, αλλά κυρίως στην ανίχνευση και την παρακολούθηση των μεταβολικών συνεπειών της διαταραχής, οι οποίες μπορεί να εξελίσσονται σιωπηλά για χρόνια.
Σύμφωνα με τα διαγνωστικά κριτήρια του DSM-5 και του ICD-11, για να τεθεί η διάγνωση της ΔΕΥ απαιτείται η παρουσία επαναλαμβανόμενων κρίσεων υπερφαγίας με τα κλινικά χαρακτηριστικά που περιγράφονται στην ενότητα των συμπτωμάτων, με συχνότητα κατά μέσο όρο τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα για ένα συνεχόμενο διάστημα τριών μηνών, και με σαφή υποκειμενική δυσφορία του ατόμου για τις ίδιες τις κρίσεις, χωρίς όμως την παρουσία τακτικών αντισταθμιστικών συμπεριφορών της Νευρογενούς Βουλιμίας. Στο DSM-5 αναγνωρίζονται επιπλέον τέσσερα επίπεδα βαρύτητας με βάση τη μέση συχνότητα των κρίσεων ανά εβδομάδα, ήπια μορφή με 1 έως 3 κρίσεις, μέτρια με 4 έως 7, σοβαρή με 8 έως 13, κι ακραία με 14 ή περισσότερες, καθώς και δύο προσδιοριστές ύφεσης (μερική και πλήρης) όταν τα συμπτώματα έχουν υποχωρήσει σε διαφορετικό βαθμό για παρατεταμένη χρονική περίοδο. Ο προσδιοριστής αυτός βοηθά τον κλινικό να εκτιμήσει τη συνολική βαρύτητα της κατάστασης και να σχεδιάσει το επίπεδο της φροντίδας που χρειάζεται το ίδιο το άτομο.
Σημαντικό μέρος της διαγνωστικής διαδικασίας αποτελεί και η διαφορική διάγνωση από καταστάσεις με παρόμοια ή κοινά κλινικά χαρακτηριστικά. Στη διάκριση από τη Νευρογενή Βουλιμία, το διαγνωστικό κλειδί είναι η απουσία τακτικών αντισταθμιστικών συμπεριφορών στη ΔΕΥ, αν και ορισμένα άτομα μπορεί περιστασιακά να καταφεύγουν σε σύντομες περιόδους αυστηρής δίαιτας ή σε αυξημένη σωματική άσκηση χωρίς όμως να φτάνουν στη συστηματική κάθαρση που χαρακτηρίζει τη Νευρογενή Βουλιμία. Από τον υπότυπο επεισοδίων υπερφαγίας/κάθαρσης της Νευρογενούς Ανορεξίας, η ΔΕΥ διακρίνεται κυρίως με βάση το βάρος του ατόμου, που στη ΔΕΥ ποτέ δε φτάνει τα κρίσιμα χαμηλά επίπεδα της Ανορεξίας, καθώς κι από την απουσία της κεντρικής διαστρεβλωμένης εικόνας του σώματος που χαρακτηρίζει την Ανορεξία.
Πέρα από τις άλλες δύο διατροφικές διαταραχές, ο κλινικός χρειάζεται να σταθμίσει κι ορισμένες σχετικές οντότητες που περιγράφονται στη βιβλιογραφία. Η Διαταραχή με Απώλεια Ελέγχου στο Φαγητό (Loss of Control eating, LOC), η οποία αναφέρεται κυρίως σε παιδιά κι εφήβους, χαρακτηρίζεται από την υποκειμενική αίσθηση απώλειας ελέγχου κατά τη διάρκεια του φαγητού, χωρίς όμως απαραίτητα την κατανάλωση μεγάλης αντικειμενικά ποσότητας φαγητού που απαιτεί η διάγνωση της ΔΕΥ, και θεωρείται από αρκετούς ερευνητές πρόδρομη μορφή της ΔΕΥ στην ενήλικη ζωή. Το Σύνδρομο Νυχτερινής Διατροφής (Night Eating Syndrome, NES) χαρακτηρίζεται από ένα συγκεκριμένο μοτίβο μετατόπισης της ενεργειακής πρόσληψης προς τις βραδινές και νυχτερινές ώρες, με σημαντική κατανάλωση τροφής μετά το βραδινό γεύμα, νυχτερινές αφυπνίσεις του ατόμου με στόχο το φαγητό, και πρωινή ανορεξία, και διαφέρει από τη ΔΕΥ τόσο ως προς το χρονικό αυτό μοτίβο όσο και ως προς την απουσία της αίσθησης απώλειας ελέγχου ως κεντρικού χαρακτηριστικού της. Μια άλλη έννοια που έχει κερδίσει έδαφος στη βιβλιογραφία τα τελευταία χρόνια είναι αυτή του «εθισμού στο φαγητό» (food addiction), η οποία αξιοποιεί ομοιότητες ανάμεσα στην επανειλημμένη υπερκατανάλωση εξαιρετικά γευστικών τροφών και στις διαταραχές χρήσης ουσιών, παραμένει ωστόσο επιστημονικά αμφιλεγόμενη και δεν αποτελεί επίσημη διαγνωστική κατηγορία ούτε στο DSM-5 ούτε στο ICD-11.
Παρά τη σαφήνεια των διαγνωστικών κριτηρίων, η ΔΕΥ παραμένει μία από τις πιο υποδιαγνωσμένες ψυχιατρικές διαταραχές της σύγχρονης κλινικής πράξης. Ένας μεγάλος αριθμός ασθενών δεν αναγνωρίζεται ποτέ ως πάσχον από διατροφική διαταραχή, εν μέρει εξαιτίας της ίδιας της απόκρυψης των συμπτωμάτων από το ίδιο το άτομο, κι εν μέρει εξαιτίας της επιμονής στερεοτυπικών αντιλήψεων εκ μέρους ορισμένων επαγγελματιών υγείας οι οποίοι τείνουν να συσχετίζουν τις διατροφικές διαταραχές αποκλειστικά με χαμηλό βάρος ή με συμπεριφορές κάθαρσης, και να αντιμετωπίζουν την παχυσαρκία ως αυτόνομο ζήτημα συμπεριφοράς αντί ως πιθανό δείκτη υποκείμενης ΔΕΥ (Smith & Goldschmidt, 2024).
Η αντιμετώπιση της Διαταραχής Επεισοδίων Υπερφαγίας στηρίζεται σε δύο βασικούς πυλώνες, την ψυχοθεραπεία και τη φαρμακοθεραπεία, με τη διατροφική παρέμβαση και την ιατρική παρακολούθηση των μεταβολικών συνεπειών να τις συμπληρώνουν. Σε αντίθεση με τη Νευρογενή Ανορεξία, όπου η αποκατάσταση του βάρους έχει την πρώτη προτεραιότητα, και με τη Νευρογενή Βουλιμία, όπου ο κεντρικός θεραπευτικός στόχος είναι η διακοπή του κύκλου υπερφαγίας και των αντισταθμιστικών συμπεριφορών, στη ΔΕΥ ο πρωταρχικός στόχος είναι η διακοπή του κύκλου των ίδιων των κρίσεων υπερφαγίας μέσα από την επεξεργασία των γνωστικών, συναισθηματικών και διαπροσωπικών μηχανισμών που τον διατηρούν, ενώ η ίδια η μείωση του σωματικού βάρους του ατόμου, αν και κλινικά σημαντική όταν συνυπάρχει παχυσαρκία, αντιμετωπίζεται ως δευτερεύων στόχος κι όχι ως το επίκεντρο της θεραπείας. Παράλληλα, η αντιμετώπιση της συχνά συνυπάρχουσας ψυχιατρικής συννοσηρότητας και των μεταβολικών επιπλοκών αποτελεί αναπόσπαστο μέρος μιας ολοκληρωμένης θεραπευτικής προσέγγισης.
Ψυχοθεραπεία
Η Ενισχυμένη Γνωστική – Συμπεριφορική Θεραπεία (Cognitive Behavioural Therapy – Enhanced, CBT-E) θεωρείται σήμερα η πρώτη γραμμή θεραπείας για ενήλικες με ΔΕΥ, με τα περισσότερα δεδομένα να την υποστηρίζουν εμπειρικά από οποιαδήποτε άλλη ψυχοθεραπευτική παρέμβαση για τη διαταραχή (Smith & Goldschmidt, 2024). Πρόκειται για μια εξατομικευμένη παραλλαγή της κλασικής Γνωστικής Συμπεριφορικής Θεραπείας ειδικά προσαρμοσμένη για τις διαταραχές πρόσληψης τροφής, η οποία τυπικά εκτυλίσσεται σε περίπου είκοσι συνεδρίες κατανεμημένες σε αρκετούς μήνες. Στη ΔΕΥ, η CBT-E στοχεύει απευθείας στην εδραίωση ενός σταθερού μοτίβου τακτικών γευμάτων, που από μόνο του διακόπτει σημαντικό μέρος του κύκλου της υπερφαγίας, καθώς οι μεγάλες αποστάσεις ανάμεσα στα γεύματα και η έλλειψη δομής στη διατροφή του ατόμου αποτελούν συχνά τον πιο άμεσο πυροδότη της κρίσης. Σε επόμενες φάσεις της θεραπείας, η εργασία στρέφεται στις γνωστικές παρερμηνείες γύρω από το βάρος και το σχήμα του σώματος, στην αναγνώριση και τη ρύθμιση των συναισθηματικών πυροδοτών της κρίσης, και στην επεξεργασία των μηχανισμών που διατηρούν τη διαταραχή σε βάθος χρόνου. Παρά την τεκμηριωμένη της αποτελεσματικότητα, οι μετααναλυτικές μελέτες δείχνουν ότι μόλις περίπου το ένα δεύτερο των ασθενών επιτυγχάνει πλήρη αποχή από τις κρίσεις υπερφαγίας στο τέλος της θεραπείας, στοιχείο που αναδεικνύει τόσο τα όρια της παρέμβασης όσο και την ανάγκη της κλινικής πράξης για ολοένα και πιο εξατομικευμένα μοντέλα φροντίδας (Pasquale et al., 2024).
Η Διαπροσωπική Ψυχοθεραπεία (Interpersonal Psychotherapy, IPT) αποτελεί τη δεύτερη επιλογή πρώτης γραμμής, με συγκρίσιμη μακροπρόθεσμη αποτελεσματικότητα με αυτή της CBT-E σε τυχαιοποιημένες μελέτες, αν κι ενδέχεται να εμφανίζει βραδύτερη ανταπόκριση κατά τη διάρκεια της ίδιας της θεραπείας. Η IPT στρέφει την προσοχή της στις διαπροσωπικές δυσκολίες του ατόμου, στις συγκρούσεις με σημαντικά πρόσωπα της ζωής του, στα πένθη που δεν έχουν επεξεργαστεί και στις μεταβάσεις σε νέους ρόλους ζωής, με την υπόθεση ότι οι κρίσεις υπερφαγίας λειτουργούν σε πολλές περιπτώσεις ως ανεπαρκής τρόπος διαχείρισης του δυσάρεστου συναισθήματος που πυροδοτούν αυτές ακριβώς οι διαπροσωπικές δυσκολίες. Στη ΔΕΥ, η IPT είναι ιδιαίτερα κατάλληλη για ασθενείς στους οποίους ο διαπροσωπικός παράγοντας φαίνεται να κατέχει κεντρική θέση στη συντήρηση του φαύλου κύκλου της διαταραχής τους.
Σε άτομα με έντονη συναισθηματική απορρύθμιση και συννοσηρότητα με στοιχεία Οριακής Διαταραχής Προσωπικότητας, η Διαλεκτική Συμπεριφορική Θεραπεία (Dialectical Behaviour Therapy, DBT) προσφέρει μια εξειδικευμένη εναλλακτική προσέγγιση. Η DBT, αρχικά αναπτυγμένη από τη Marsha Linehan για την Οριακή Διαταραχή Προσωπικότητας, αντιμετωπίζει τις κρίσεις υπερφαγίας ως μια δυσλειτουργική προσπάθεια ρύθμισης οδυνηρών συναισθηματικών καταστάσεων, και προσφέρει στο άτομο ένα συγκεκριμένο σύνολο δεξιοτήτων όπως η ενσυνειδητότητα (mindfulness), η ανοχή της δυσφορίας και η ρύθμιση των συναισθημάτων. Πέρα από την DBT, στις παρεμβάσεις τρίτου κύματος που δείχνουν ενθαρρυντικά αποτελέσματα στη ΔΕΥ περιλαμβάνονται κι η Θεραπεία Αποδοχής και Δέσμευσης (Acceptance and Commitment Therapy, ACT), οι παρεμβάσεις βασισμένες στην ενσυνειδητότητα, καθώς κι η Θεραπεία Εστιασμένη στη Συμπόνια (Compassion-Focused Therapy), η οποία στοχεύει ιδιαίτερα στη δυσμενή σχέση του ατόμου με τον ίδιο του τον εαυτό και στην έντονη αυτοκριτική που χαρακτηρίζει τη διαταραχή.
Τα τελευταία χρόνια, οι παρεμβάσεις αυτοβοήθειας (self-help) και οι διαδικτυακές μορφές της Γνωστικής Συμπεριφορικής Θεραπείας έχουν αναδειχθεί ως μια σημαντική επιλογή στο θεραπευτικό οπλοστάσιο της ΔΕΥ, ιδιαίτερα για ασθενείς με ηπιότερη έως μέτρια συμπτωματολογία ή για άτομα που είτε δε μπορούν να έχουν πρόσβαση σε εξειδικευμένη φροντίδα είτε δυσκολεύονται λόγω ντροπής να μιλήσουν δια ζώσης για τις κρίσεις τους. Τυχαιοποιημένες μελέτες έχουν αναδείξει σημαντική μείωση των κρίσεων υπερφαγίας με τη χρήση τέτοιων παρεμβάσεων, με τα αποτελέσματα να διατηρούνται έως κι έναν χρόνο μετά τη λήξη της θεραπείας (Smith & Goldschmidt, 2024). Οι παρεμβάσεις αυτές δεν αντικαθιστούν τη δια ζώσης ψυχοθεραπεία, μπορούν όμως να λειτουργήσουν είτε ως πρώτο βήμα σε ένα κλιμακούμενο μοντέλο φροντίδας είτε ως συμπληρωματική υποστήριξη του ατόμου στις περιόδους ανάμεσα στις συνεδρίες.
Η ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία διατηρεί επίσης κλινικά τη θέση της, ιδιαίτερα σε άτομα με βαρύ ιστορικό ψυχικού τραύματος και σε εκείνα που δεν ανταποκρίθηκαν στις βραχείες δομημένες παρεμβάσεις. Η εργασία εδώ στρέφεται στις βαθύτερες δυναμικές της σχέσης του ατόμου με το σώμα του, με τα συναισθήματά του και με την οικογένεια καταγωγής του, καθώς και στις ασυνείδητες λειτουργίες που η ίδια η κρίση υπερφαγίας έχει αναλάβει στην ψυχική του διεργασία. Σε ασθενείς όπου το φαγητό λειτουργεί ως αντικατάσταση μιας πρώιμης συναισθηματικής στέρησης, ή ως ένας από τους ελάχιστους τρόπους που έχει στη διάθεσή του το άτομο για να αντέξει την εσωτερική του δυσφορία, η ψυχοδυναμική προσέγγιση μπορεί να προσφέρει ένα πλαίσιο επεξεργασίας στο οποίο οι βραχείες παρεμβάσεις δε φτάνουν.
Φαρμακοθεραπεία
Στη ΔΕΥ, η φαρμακευτική αγωγή έχει συγκεκριμένη ένδειξη και χορηγείται κατά κανόνα ως συμπληρωματική παρέμβαση στην ψυχοθεραπεία, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις μέτριας έως σοβαρής συμπτωματολογίας. Η μοναδική ουσία που έχει εγκριθεί από τον αμερικανικό Οργανισμό Φαρμάκων και Τροφίμων (Food and Drug Administration, FDA) ειδικά για τη θεραπεία της διαταραχής στους ενήλικες είναι η λισδεξαμφεταμίνη (lisdexamfetamine, LDX), ένα ψυχοδιεγερτικό που στοχεύει το ντοπαμινεργικό και νοραδρενικό σύστημα και που είχε αρχικά αναπτυχθεί για τη θεραπεία της Διαταραχής Ελλειμματικής Προσοχής & Υπερκινητικότητας (Donnelly & Hay, 2024). Πρόσφατη μετα-ανάλυση πέντε τυχαιοποιημένων μελετών με συνολικό δείγμα 963 ασθενών έδειξε ότι η λισδεξαμφεταμίνη μειώνει σημαντικά τη συχνότητα των ημερών με κρίσεις υπερφαγίας ανά εβδομάδα, τις ιδεοψυχαναγκαστικού τύπου σκέψεις γύρω από το φαγητό, καθώς και το ίδιο το σωματικό βάρος του ατόμου, σε σύγκριση με το placebo, με τις πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες να είναι η ξηροστομία και η αϋπνία (Prätzel Ellwanger et al., 2025). Σε χώρες εκτός των Ηνωμένων Πολιτειών το πεδίο εφαρμογής της λισδεξαμφεταμίνης παραμένει περιορισμένο και συχνά εκτός εγκεκριμένης ένδειξης.
Πέρα από τη λισδεξαμφεταμίνη, στην κλινική πράξη χρησιμοποιούνται με μέτρια αλλά τεκμηριωμένη αποτελεσματικότητα κι άλλες κατηγορίες φαρμάκων που είχαν αρχικά αναπτυχθεί για διαφορετικές διαταραχές. Οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs), όπως αυτοί που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της κατάθλιψης και των αγχωδών διαταραχών, έχουν δείξει σε μετααναλύσεις σαφή υπεροχή έναντι του placebo στη μείωση της συχνότητας των κρίσεων υπερφαγίας, με τα οφέλη όμως να μην παραμένουν πάντα σταθερά πέρα από τους τρεις έως έξι μήνες θεραπείας. Η κατηγορία των αντιεπιληπτικών φαρμάκων αποτελεί μια ακόμη επιλογή με τεκμηριωμένη μέτρια αποτελεσματικότητα στη μείωση των κρίσεων υπερφαγίας, με σημαντική όμως πιθανότητα ανεπιθύμητων ενεργειών που περιορίζει τη χρήση της σε επιλεγμένες περιπτώσεις. Συνολικά, ο συνδυασμός φαρμακοθεραπείας και ψυχοθεραπείας τείνει να δίνει καλύτερα αποτελέσματα από κάθε παρέμβαση μεμονωμένα, ιδιαίτερα σε ασθενείς με σαφή ψυχιατρική συννοσηρότητα (Smith & Goldschmidt, 2024, Guo & Xiong, 2024).
Βαριατρική χειρουργική
Η βαριατρική χειρουργική, στην οποία πολλά άτομα με ΔΕΥ και νοσογόνο παχυσαρκία καταφεύγουν τελικά, δεν αποτελεί από μόνη της θεραπεία της διαταραχής, αλλά παρέμβαση εστιασμένη στην παχυσαρκία και στις μεταβολικές της συνέπειες. Στη βιβλιογραφία, η εικόνα γύρω από τη σχέση της βαριατρικής με τη ΔΕΥ είναι κάπως περίπλοκη: στο πρώτο έως δύο χρόνια μετεγχειρητικά, οι κρίσεις υπερφαγίας τυπικά μειώνονται σημαντικά, εν μέρει εξαιτίας των ίδιων των ανατομικών αλλαγών που περιορίζουν αντικειμενικά την ποσότητα φαγητού που μπορεί να καταναλώσει το άτομο σε μία κρίση. Με την πάροδο του χρόνου όμως, οι κρίσεις μπορεί να επανεμφανιστούν με διαφορετική όψη, ή να αντικατασταθούν από άλλες δυσλειτουργικές διατροφικές συμπεριφορές, όπως η εξακολουθητική κατανάλωση μικρών ποσοτήτων φαγητού καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας με αίσθηση απώλειας ελέγχου (grazing) ή υποκειμενικά βιωμένες κρίσεις απώλειας ελέγχου χωρίς αντικειμενικά μεγάλη ποσότητα φαγητού (Smith & Goldschmidt, 2024). Για τον λόγο αυτόν, η αναγνώριση και η αντιμετώπιση της υποκείμενης ΔΕΥ πριν από οποιαδήποτε βαριατρική παρέμβαση θεωρείται κλινικά απαραίτητη, και η ψυχοθεραπευτική υποστήριξη πρέπει να συνεχίζεται και κατά τη μετεγχειρητική περίοδο.
Ιατρική παρακολούθηση και διατροφική υποστήριξη
Η ιατρική παρακολούθηση και η διατροφική υποστήριξη συμπληρώνουν την ψυχοθεραπεία και τη φαρμακευτική αγωγή κι αποτελούν, στην πράξη, το λιγότερο «ψυχιατρικό» αλλά εξίσου κρίσιμο σκέλος της φροντίδας του ατόμου με ΔΕΥ. Λόγω της συχνής συνύπαρξης παχυσαρκίας και μεταβολικού συνδρόμου, ο γενικός γιατρός ή ο παθολόγος του ατόμου χρειάζεται να παρακολουθεί τακτικά την αρτηριακή του πίεση, το λιπιδαιμικό του προφίλ, τη γλυκόζη ή τη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη του, καθώς και τη λειτουργία του ήπατος και των νεφρών του, ιδιαίτερα όταν ξεκινήσει κάποια από τις φαρμακευτικές αγωγές που αναφέρθηκαν παραπάνω. Δεν είναι σπάνιο τα μεταβολικά αυτά ευρήματα να αποτελούν και το πρώτο σήμα κινδύνου που οδηγεί στην ίδια τη διάγνωση της υποκείμενης ΔΕΥ, σε άτομα που μέχρι εκείνη τη στιγμή δε είχαν μιλήσει σε κανέναν για τις κρίσεις τους.
Η διατροφική υποστήριξη του ατόμου, από την άλλη, χρειάζεται να γίνει από διαιτολόγο που εξειδικεύεται στις διατροφικές διαταραχές κι όχι από κάποιον προσανατολισμένο αποκλειστικά στην απώλεια βάρους. Στόχος της παρέμβασης δεν είναι να επιβληθεί άλλη μια θερμιδική δίαιτα, η οποία όπως έχει ήδη σημειωθεί μπορεί να λειτουργήσει η ίδια ως πυροδότης της επόμενης κρίσης, αλλά να σταθεροποιηθεί πρωτίστως το μοτίβο των γευμάτων του ατόμου και να αρχίσει το ίδιο σταδιακά να ξαναβρίσκει μια πιο ήρεμη σχέση με το φαγητό. Η σταδιακή και υγιής μείωση του βάρους, όπου είναι κλινικά σκόπιμη, έρχεται κατά κανόνα ως φυσική συνέπεια αυτής της σταθεροποίησης κι όχι ως ο πρωταρχικός στόχος της θεραπευτικής διαδικασίας.
Ένα από τα πιο δύσκολα ερωτήματα που μπορεί να βρει κανείς μπροστά του γύρω από τη ΔΕΥ είναι ακριβώς αυτό: πότε χρειάζεται να ζητήσει βοήθεια. Ένα μέρος της δυσκολίας έγκειται στο ότι η ίδια η κρίση υπερφαγίας είναι κάτι που πολλοί άνθρωποι έχουν συναντήσει σε μεμονωμένες περιστάσεις της ζωής τους χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πάσχουν από διατροφική διαταραχή, π.χ. μετά από μια ιδιαίτερα στρεσογόνα μέρα, στις διακοπές μακριά από την καθημερινότητα, ή σε ένα γιορτινό τραπέζι με πολλά αγαπημένα φαγητά. Το όριο ανάμεσα σε μια περιστασιακή υπερβολή και σε μια διαταραχή που χρειάζεται κλινική φροντίδα δεν είναι πάντα ξεκάθαρο, κι ο πιο αξιόπιστος τρόπος να το αξιολογήσεις δεν είναι μέσα από διαδικτυακά τεστ ή λίστες συμπτωμάτων, αλλά μέσα από μια συνάντηση με κάποιον επαγγελματία ψυχικής υγείας που γνωρίζει τις διατροφικές διαταραχές.
Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν ορισμένα γενικότερα σημάδια που μπορεί να σου δείξουν ότι η σχέση σου με το φαγητό έχει αρχίσει να σου κοστίζει με τρόπο που δε δικαιολογείται εύκολα από την καθημερινότητα. Αν η σχέση σου με το φαγητό σου δημιουργεί πραγματική δυσφορία, αν νιώθεις παγιδευμένος/η σε έναν κύκλο που δε μπορείς να σπάσεις χωρίς υποστήριξη, αν η ντροπή ή οι ενοχές που σε επισκέπτονται μετά από κάθε μεγάλο γεύμα επηρεάζουν τη διάθεσή σου ή την ποιότητα της καθημερινότητάς σου, ή αν η ίδια η σκέψη του φαγητού καταλαμβάνει ένα δυσανάλογα μεγάλο μέρος της μέρας σου, αυτά από μόνα τους αποτελούν αρκετά καλούς λόγους για να μιλήσεις με κάποιον επαγγελματία ψυχικής υγείας.
Ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια στην αναζήτηση βοήθειας στη ΔΕΥ είναι ακριβώς η ίδια η ντροπή που τη συντροφεύει. Πολλοί άνθρωποι ζουν με τις κρίσεις υπερφαγίας για χρόνια, μερικές φορές και για δεκαετίες, χωρίς να έχουν μιλήσει σε κανέναν, ούτε σε κάποιον στενό φίλο, ούτε σε κάποιον σύντροφο, ούτε καν σε κάποιον γιατρό. Είναι σύνηθες να σκέφτεσαι ότι «είναι απλώς θέμα θέλησης», ότι «μια καλύτερη δίαιτα θα έλυνε το πρόβλημα», ή ότι «δεν είναι κάτι αρκετά σοβαρό για να ασχοληθείς περισσότερο». Αυτές οι σκέψεις όμως, σε καμία περίπτωση δεν είναι αλήθεια. Η ΔΕΥ δεν είναι ζήτημα αδυναμίας του χαρακτήρα σου, είναι μια αναγνωρισμένη διατροφική διαταραχή με τεκμηριωμένη νευροβιολογία και με αποτελεσματικές θεραπευτικές προσεγγίσεις, για την οποία υπάρχει σήμερα σαφώς περισσότερη γνώση και κλινική εμπειρία απ’ ό,τι παλαιότερα.
Ως πρώτο βήμα, μπορείς να μιλήσεις αν θέλεις με το γενικό οικογενειακό σου γιατρό ή με έναν γιατρό που εμπιστεύεσαι περισσότερο, ο οποίος μπορεί να σε κατευθύνει σε έναν εξειδικευμένο επαγγελματία ψυχικής υγείας, που θα γνωρίζει καλύτερα τις διατροφικές διαταραχές. Αν αισθάνεσαι ότι σου είναι πιο εύκολο να ξεκινήσεις απευθείας από έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας, μπορείς εννοείται και αυτό να το κάνεις. Στην Ελλάδα υπάρχουν τόσο εξειδικευμένα κέντρα για διατροφικές διαταραχές, όσο και πολλοί ψυχίατροι και ψυχοθεραπευτές μετεκπαιδευμένοι σε αυτό το πεδίο.
Το να αναζητήσεις τελικά βοήθεια για κάτι που μέχρι τώρα κρατούσες κρυφό απαιτεί πραγματικό κουράγιο, ιδιαίτερα όταν η ίδια η κατάσταση σε έχει διδάξει για χρόνια να ντρέπεσαι γι’ αυτήν. Δεν υπάρχει σωστή ή λάθος στιγμή για να κάνεις αυτό το βήμα, ούτε χρειάζεται η κατάσταση να έχει φτάσει σε κάποιο ακραίο σημείο για να δικαιολογηθείς που ζητάς υποστήριξη. Όσο νωρίτερα ξεκινήσει η θεραπευτική διαδικασία, τόσο μεγαλύτερες είναι κατά κανόνα κι οι πιθανότητες σταθερής βελτίωσης, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι κάποια στιγμή θα είναι «πολύ αργά» για να ζητήσεις βοήθεια. Η ΔΕΥ ανταποκρίνεται στη θεραπεία σε κάθε ηλικία και σε κάθε στάδιο της πορείας της.
Αν τέλος η αγωνία σου αφορά κάποιον δικό σου άνθρωπο κι όχι εσένα, η καλύτερη υποστήριξη που μπορείς να του προσφέρεις δεν είναι να του υποδείξεις τι συμβαίνει ή να του προτείνεις δίαιτες, αλλά να του δείξεις ότι μπορεί να σου μιλήσει χωρίς να φοβάται την κριτική σου, κι ενδεχομένως να τον ενθαρρύνεις, στο δικό του χρόνο, να αναζητήσει εξειδικευμένη βοήθεια.
Η ζωή με Διαταραχή Επεισοδίων Υπερφαγίας δε χωράει εύκολα σε μια συνοπτική περιγραφή, καθώς η εμπειρία της ίδιας της διαταραχής διαφέρει σημαντικά από άτομο σε άτομο, ανάλογα με τη βαρύτητα των κρίσεων, με την παρουσία ή απουσία παχυσαρκίας, με τη συνύπαρξη ψυχιατρικής συννοσηρότητας, καθώς και με τους πόρους και τις σχέσεις που περιβάλλουν το ίδιο το άτομο. Παρά τις διαφορές αυτές, υπάρχουν ορισμένα κοινά μοτίβα που επανέρχονται στις αφηγήσεις των ατόμων και που σχηματίζουν, στο σύνολό τους, μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα του τι σημαίνει στην πράξη να ζει κανείς μ’ αυτή τη διαταραχή, τόσο από τη μεριά του ίδιου του ατόμου όσο κι από τη μεριά των ανθρώπων που το περιβάλλουν.
Η οπτική του ατόμου
Στην καθημερινότητα, η σχέση του ατόμου με το φαγητό σταδιακά παύει να είναι μια απλή καθημερινή διαδικασία και μετατρέπεται σε έναν νοητικό θόρυβο που το ακολουθεί σχεδόν συνέχεια. Το φαγητό μπορεί να είναι στο μυαλό του από το πρωί που ξυπνάει μέχρι το βράδυ που πάει για ύπνο, τόσο ως υπόσχεση όσο κι ως απειλή, κάτι που το ίδιο το άτομο προσπαθεί να ελέγξει αλλά που τις περισσότερες φορές καταλήγει να το ελέγχει εκείνο. Η σκέψη του περιστρέφεται γύρω από το επόμενο γεύμα, από το αν θα συμβεί ή όχι η επόμενη κρίση, από το τι κρύβεται στο ψυγείο και στα ντουλάπια του σπιτιού του, από το αν θα μείνει μόνο του απόψε, ή από το αν θα καταφέρει για άλλη μια φορά να αντισταθεί στην παρόρμηση που νιώθει να φουντώνει μέσα του. Στις περιόδους όπου οι κρίσεις είναι πιο συχνές, μπορεί να ζει με έναν συνεχόμενο εσωτερικό μονόλογο: «δε θα φάω σήμερα», «πρέπει να αντέξω», «αν αρχίσω, δε θα μπορέσω να σταματήσω», και ταυτόχρονα να γνωρίζει ότι αυτή η εσωτερική του μάχη συνήθως καταλήγει στο ίδιο αποτέλεσμα.
Με το πέρασμα του χρόνου, η μυστικοπάθεια γύρω από το φαγητό αρχίζει να οργανώνει ένα μεγάλο μέρος της καθημερινότητάς του. Πολλά άτομα αναφέρουν ότι αγοράζουν φαγητά κρυφά από τον σύντροφο ή την οικογένειά τους, ότι κρύβουν τα περιτυλίγματα και τα πακέτα στα σκουπίδια ή σε σακούλες κάτω από το κρεβάτι τους ή στο αμάξι τους, ότι φροντίζουν να αναπληρώνουν με διακριτικότητα ό,τι έχουν καταναλώσει στη διάρκεια μιας κρίσης ώστε να μη γίνει αντιληπτή η απουσία των φαγητών από το σπίτι. Την επόμενη μέρα, η σωματική δυσφορία της προηγούμενης, συνδυάζεται με την ψυχική εξάντληση που αποφέρει μια κατάσταση που δε θυμούνται καν καθαρά, και πολλές φορές έχουν αυξημένο άγχος για το πώς θα διαχειριστούν τις απαιτήσεις της ημέρας με ένα σώμα που το νιώθουν βαρύ κι ένα μυαλό που δεν έχει ξεκουραστεί καθόλου.
Η κοινωνική ζωή του ατόμου επίσης επηρεάζεται ποικιλοτρόπως από τη διαταραχή. Τα κοινωνικά γεύματα, που για άλλους αποτελούν χαλαρές στιγμές συνύπαρξης, μπορεί να γίνουν για το άτομο με ΔΕΥ πηγή έντονου άγχους, καθώς νιώθει ότι παρακολουθείται για το τι και πόσο τρώει, ή ότι ο τρόπος που τρώει μπροστά σε άλλους πρέπει αναγκαστικά να διαφέρει από αυτόν που έχει όταν είναι μόνο του. Στις πιο βαριές μορφές της διαταραχής, μπορεί να αρχίσει να αποφεύγει συστηματικά τα γεύματα έξω από το σπίτι, να βρίσκει δικαιολογίες για να απουσιάσει από οικογενειακά τραπέζια, ή να φροντίζει να έχει φάει πριν φτάσει σε ένα κοινωνικό περιβάλλον ώστε να μη χρειαστεί να καταναλώσει τίποτα μπροστά σε άλλους. Σταδιακά, αυτή η συμπεριφορά μπορεί να οδηγήσει σε αυξανόμενη απομόνωση κι αποξένωση ακόμα και από τους ανθρώπους για τους οποίους το άτομο νοιάζεται περισσότερο, χωρίς το ίδιο να μπορεί πάντα να εξηγήσει στον εαυτό του γιατί τα κάνει όλα αυτά. Στις στενές διαπροσωπικές του σχέσεις, η ντροπή για τη σχέση του με το φαγητό και για την εικόνα του σώματός του μπορεί να επηρεάσει τη σεξουαλικότητά του, τη διάθεσή του να εκτεθεί σωματικά μπροστά στον σύντροφό του, ή ακόμη και την ίδια την επιθυμία να ξεκινήσει μια ερωτική σχέση. Στην επαγγελματική του ζωή, μπορεί να αποφεύγει τα επαγγελματικά γεύματα, να επιλέγει εργασίες που του επιτρέπουν να μένει συχνά μόνο του, ή να εμφανίζει μειωμένη συγκέντρωση και προσοχή λόγω της χρόνιας ψυχικής επιβάρυνσής του.
Η οπτική των οικείων
Για τους οικείους, η εμπειρία ενός ατόμου με ΔΕΥ, κατά κανόνα, δύσκολα αναγνωρίζεται. Σε αντίθεση με τη Νευρογενή Ανορεξία, όπου η απώλεια βάρους αποκαλύπτει σχεδόν αυτόματα τη διαταραχή, και με τη Νευρογενή Βουλιμία, όπου οι αντισταθμιστικές συμπεριφορές κάποια στιγμή μπορεί να εντοπιστούν από την οικογένεια, στη ΔΕΥ τα κλινικά σημάδια εξελίσσονται για χρόνια χωρίς να γίνουν αντιληπτά, καθώς το ίδιο το άτομο φροντίζει συστηματικά να μη φαίνονται. Αυτό που μπορούν να αντιληφθούν οι οικείοι περιορίζεται κυρίως σε έμμεσα και ασαφή στοιχεία, όπως μια σταδιακή αύξηση του βάρους χωρίς εμφανή αιτιολογία, η ανεξήγητη εξαφάνιση φαγητού από τα ντουλάπια του σπιτιού ή μια διαρκώς αυξανόμενη αποστροφή του ατόμου προς τα κοινωνικά γεύματα. Σπάνια όμως θα συσχετίσουν αυτές τις παρατηρήσεις με την παρουσία μιας πραγματικής ψυχιατρικής διαταραχής.
Επειδή η κοινωνική αντίληψη γύρω από την παχυσαρκία δυστυχώς την παρουσιάζει αποκλειστικά και μόνο ως ζήτημα προσωπικής επιλογής, οι οικείοι συχνά καταφεύγουν σε προτροπές για δίαιτα και σε άλλες πρακτικές μορφές παρέμβασης στις διατροφικές συνήθειες του ατόμου, πιστεύοντας ότι το ζήτημα μπορεί να αντιμετωπιστεί μέσα από μεγαλύτερη πειθαρχία και θέληση. Παρά την ειλικρινή ανησυχία και τις καλές προθέσεις που τις υποκινούν, οι παρεμβάσεις αυτές τείνουν να αυξάνουν τη ντροπή του ατόμου. Μπορεί να λειτουργήσουν ως άλλη μια επιβεβαίωση πως ο τρόπος που τρώει αξιολογείται από τους άλλους ως προσωπική του αδυναμία. Σπάνια οι οικείοι φτάνουν από μόνοι τους στην υπόθεση μιας ψυχιατρικής εξήγησης, και η αναγνώριση της διαταραχής έρχεται συνήθως μέσω της σωματικής της εκδήλωσης, όπως παθολογικά ευρήματα σε έναν εργαστηριακό έλεγχο, ή σπανιότερα όταν το ίδιο το άτομο αποφασίσει να μιλήσει σε κάποιον.
Ο πρώτος καιρός μετά από αυτή την αναγνώριση μπορεί να είναι ιδιαίτερα ψυχικά απαιτητικός για τους οικείους, καθώς μπορεί να νιώσουν ενοχές που δεν κατάλαβαν νωρίτερα τι συνέβαινε και σε αυτές μπορεί να προστεθεί και μια αμηχανία απέναντι στο πώς θα συμπαρασταθούν στο αγαπημένο τους άτομο από εδώ και πέρα, φοβούμενοι μήπως κάποια λέξη ή κίνησή τους του κάνει κακό. Η κατάλληλη ψυχοεκπαίδευση όμως μπορεί να μετατοπίσει αυτό το πλαίσιο με αποτέλεσμα οι οικείοι σταδιακά να σταματούν να σχολιάζουν το βάρος και τις διατροφικές επιλογές του ατόμου, και να υιοθετούν μια πιο διακριτική παρουσία στο πλάι του. Αυτή η στάση μπορεί να μην υποκαθιστά από μόνη της την εξειδικευμένη θεραπευτική παρέμβαση, μπορεί όμως να ελαττώσει την αίσθηση αυτής της μακροχρόνιας αρνητικής αξιολόγησης που το άτομο μέχρι τότε επωμιζόταν.
Μύθοι & Αλήθειες για τη Διαταραχή Επεισοδίων Υπερφαγίας
Αλήθεια #1
Πρόκειται για αναγνωρισμένη ψυχική διαταραχή.
Αλήθεια #2
Μπορεί να εμφανιστεί σε όλα τα σωματικά βάρη.
Αλήθεια #3
Απαιτείται θεραπευτική παρέμβαση για τη ρύθμιση του κύκλου.
Πηγές & ενδεικτική βιβλιογραφία
- American Psychiatric Association (2013). Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (5η έκδ., DSM-5). American Psychiatric Publishing.
- American Psychiatric Association (2022). Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (5η έκδ., αναθεωρημένο κείμενο, DSM-5-TR). American Psychiatric Publishing.
- Alagha, M., Al-Alam, F., Saroufine, K., …& Ghadieh, H. E. (2025). Binge Eating Disorder and Metabolic Syndrome: Shared Mechanisms and Clinical Implications. Healthcare, 13(5), 482.
- Bulik, C. M., Sullivan, P. F., & Kendler, K. S. (1998). Heritability of binge-eating and broadly defined bulimia nervosa. Biological Psychiatry, 44(12), 1210-1218.
- Donnelly, B., & Hay, P. (2024). Mapping Treatment Advances in the Neurobiology of Binge Eating Disorder: A Concept Paper. Nutrients, 16(7), 1081.
- Giel, K. E., Zipfel, S., & Schag, K. (2025). Binge-Eating-Störung: State of the Art. Der Nervenarzt, 96(3), 238-246.
- Guo, W., & Xiong, W. (2024). From gut microbiota to brain: implications on binge eating disorders. Gut Microbes, 16(1), 2357177.
- Heatherton, T. F., & Wagner, D. D. (2011). Cognitive neuroscience of self-regulation failure. Trends in Cognitive Sciences, 15(3), 132-139.
- Hoek, H. W. (2025). The Incidence and Prevalence of Eating Disorders Between 1975 and 2024: A Commentary on Lee and Chi (2025). International Journal of Eating Disorders, 58(11), 1893-1896.
- Kowalewska, E., Bzowska, M., Engel, J., & Lew-Starowicz, M. (2024). Comorbidity of binge eating disorder and other psychiatric disorders: a systematic review. BMC Psychiatry, 24, 556.
- Pasquale, E. K., Boyar, A. M., & Boutelle, K. N. (2024). Reward and Inhibitory Control as Mechanisms and Treatment Targets for Binge Eating Disorder. Current Psychiatry Reports, 26(11), 616-625.
- Prätzel Ellwanger, M., Astori, V., Westphalen Pomianoski, B., Lopes Vieira, D., & Frizzo Messinger, M. (2025). Efficacy, safety and tolerability of Lisdexamfetamine Dimesylate Treatment Compared to Placebo in Adults with Binge-Eating Disorder: A Systematic Review and Meta-Analysis of Randomized Controlled Trials. European Psychiatry, 68(S1), S680-S681.
- Smith, K. E., & Goldschmidt, A. B. (2024). Treatment of Binge-Eating Disorder Across the Lifespan: An Updated Review of the Literature and Considerations for Future Research. Current Obesity Reports, 13(2), 195-202.
- World Health Organization (2019). International Classification of Diseases (11η έκδ., ICD-11). World Health Organization.
- Harrison, P., Cowen, P., Burns, T., & Fazel, M. (2020). Oxford Ψυχιατρική: Βασικές Αρχές (ελληνική μετάφραση της 7ης αγγλικής έκδοσης). Λευκωσία: Broken Hill Publishers / Αθήνα: Π.Χ. Πασχαλίδης.
Οι πληροφορίες παρέχονται μόνο για ενημερωτικό σκοπό. Δε θα πρέπει να θεωρηθούν υποκατάστατο της εξατομικευμένης Ψυχιατρικής εξέτασης, διάγνωσης και θεραπείας.
Εάν δεν αισθάνεσαι καλά…
…μη διστάσεις να ζητήσεις βοήθεια!
Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας είμαστε εδώ για να σε βοηθήσουμε όσο καλύτερα μπορούμε! Δε χρειάζεται να περνάς μόνος/η σου κάτι που σε δυσκολεύει τόσο… αξίζεις να έχεις τη στήριξη που χρειάζεσαι! Κι αν αυτή τη στιγμή σου φαίνεται δύσκολο να κάνεις το πρώτο βήμα, θέλω να ξέρεις πως δεν είσαι μόνος/η σου σε αυτό. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που προσπαθούν κάθε μέρα να φροντίσουν τον ψυχικό τους κόσμο και υπάρχουν επίσης κι επαγγελματίες που μπορούν να σταθούν δίπλα σου σε αυτή την προσπάθεια.
Δε σου λέω πως είναι πάντα εύκολο…κάποιες φορές χρειάζεται χρόνος, υπομονή κι επιμονή. Με την κατάλληλη στήριξη, όμως, τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν! Ακόμη κι αν αυτή τη στιγμή όλα σου φαίνονται σκοτεινά ή μπερδεμένα, αυτό δε σημαίνει ότι θα παραμείνουν έτσι!
Επειδή η παρούσα σελίδα έχει ενημερωτικό και ψυχοεκπαιδευτικό χαρακτήρα, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την άμεση επαγγελματική βοήθεια σε μια επείγουσα κατάσταση…Αν αισθάνεσαι ότι χρειάζεσαι άμεση υποστήριξη, μπορείς να απευθυνθείς στο γιατρό σου ή να καλέσεις σε κάποιο από τα τηλέφωνα υποστήριξης κι έκτακτης ανάγκης που θα βρεις παρακάτω.

