Διατροφικές Διαταραχές
Σύνδρομο PICA
Τι είναι το Σύνδρομο PICA;
Το Σύνδρομο PICA, γνωστό και ως αλλοτριοφαγία, εντάσσεται στις διατροφικές διαταραχές και χαρακτηρίζεται από την επίμονη κατανάλωση μη βρώσιμων ουσιών χωρίς θρεπτική αξία, όπως χώμα, πηλός, χαρτί, κιμωλία, πάγος, μαλλιά ή και μικρά αντικείμενα. Σύμφωνα με το DSM-5, για να τεθεί η διάγνωση η συμπεριφορά αυτή πρέπει να επιμένει για τουλάχιστον έναν μήνα, να μην εξηγείται από το αναπτυξιακό στάδιο του ατόμου και να μην εντάσσεται σε κάποια αποδεκτή πολιτισμική πρακτική.
Η κλινική εικόνα του συνδρόμου είναι αρκετά ετερογενής. Ορισμένοι άνθρωποι νιώθουν μια έντονη επιθυμία να καταναλώσουν μια συγκεκριμένη ουσία ξανά και ξανά, ενώ άλλοι καταναλώνουν ό,τι αντικείμενο βρίσκουν εύκολα διαθέσιμο γύρω τους. Σχεδόν πάντα η συμπεριφορά συνοδεύεται από έντονη μυστικότητα και ντροπή, με το ίδιο το άτομο να την αποκρύπτει συστηματικά από τους οικείους του ή το θεράποντα ιατρό του, γεγονός που καθυστερεί τόσο τη διάγνωση όσο και την κατάλληλη υποστήριξη. Στα δύο πρώτα χρόνια της ζωής, η εξερεύνηση αντικειμένων μέσω του στόματος αποτελεί φυσιολογικό κομμάτι της αναπτυξιακής πορείας του παιδιού, και ακριβώς για αυτόν τον λόγο η διάγνωση δεν τίθεται πριν την ηλικία των δύο ετών (Al Nasser et al., 2023).
Η ονομασία του συνδρόμου έχει ζωολογική προέλευση. Η λέξη «pica» είναι η λατινική ονομασία της κίσσας, του πτηνού της οικογένειας των κορακοειδών που είναι γνωστό για τη συνήθειά του να μαζεύει και να καταπίνει αδιακρίτως οτιδήποτε προσελκύσει την προσοχή του. Στις σύγχρονες ταξινομήσεις (DSM-5, ICD-11) το σύνδρομο εντάσσεται πια ρητά στις διαταραχές πρόσληψης τροφής και όχι, όπως παλαιότερα, στις διαταραχές της παιδικής ηλικίας (Naguy et al., 2024).
Το σύνδρομο PICA εμφανίζεται συχνότερα στην παιδική ηλικία, μπορεί όμως να εκδηλωθεί και σε διαφορετικές φάσεις της ζωής του ατόμου. Σε γενικά παιδιατρικά δείγματα ο επιπολασμός φτάνει περίπου το 2,3% στην ηλικία των τριών ετών και υποχωρεί σταδιακά καθώς το παιδί μεγαλώνει (Papini et al., 2024), ενώ σε παιδιά με Διαταραχή Φάσματος Αυτισμού αγγίζει το 23% (Fields et al., 2021).
Ξεχωριστή περίοδο ευαλωτότητας αποτελεί κι η εγκυμοσύνη. Η συμπεριφορά αυτή συσχετίζεται έντονα με τη σιδηροπενία, χωρίς ωστόσο η σχέση να έχει αποσαφηνιστεί ως αμιγώς αιτιολογική. Ανάλογα με το είδος και την ποσότητα των ουσιών που καταναλώνει το άτομο, μπορεί να εμφανιστούν γαστρεντερικά προβλήματα, τοξικότητα από βαρέα μέταλλα, παρασιτικές λοιμώξεις ή και άλλες σοβαρές ιατρικές επιπλοκές, γεγονός που καθιστά το σύνδρομο PICA δυνητικά απειλητικό για τη ζωή όταν δεν αναγνωρίζεται έγκαιρα.

Jean Siméon Chardin, Still Life with Pestle and Mortar, Pitcher and Copper Cauldron (ca. 1728–1732). Public Domain
Η κλινική εικόνα του συνδρόμου PICA έχει την ιδιαιτερότητα να οργανώνεται γύρω από το ίδιο το είδος της ουσίας που καταναλώνει το άτομο, παρά γύρω από εσωτερικές εμπειρίες ή σκέψεις, όπως συμβαίνει στις περισσότερες ψυχιατρικές διαταραχές. Έτσι, οι επιμέρους μορφές του συνδρόμου ονομάζονται ανάλογα με τη φύση της ουσίας: γεωφαγία (geophagia) για το χώμα ή τον πηλό, παγοφαγία (pagophagia) για τον πάγο, αμυλοφαγία (amylophagia) για το ωμό άμυλο, ξυλοφαγία (xylophagia) για το χαρτί, τριχοφαγία (trichophagia) για τις τρίχες, και η ονοματολογία επεκτείνεται σε αρκετές ακόμη μορφές, όπως η λιθοφαγία, η σαποφαγία ή και η μολυβδοφαγία. Κάθε μία από αυτές τις μορφές παρουσιάζει το δικό της επιδημιολογικό προφίλ και τους δικούς της κλινικούς κινδύνους, οι οποίοι σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούν να εξελιχθούν σε δραματικές επιπλοκές για την υγεία του ατόμου. Παρά την ετερογένεια αυτή στις επιμέρους μορφές, υπάρχει ένας σταθερός κοινός πυρήνας που τις ενώνει. Στο επίκεντρο αυτού του πυρήνα βρίσκεται μια επιτακτική παρόρμηση στην οποία το άτομο δυσκολεύεται να αντισταθεί. Η ίδια η συμπεριφορά εκδηλώνεται κατά κανόνα κρυφά και συνοδευόμενη από έντονο αίσθημα ντροπής, ενώ μπορεί να επιμείνει με αξιοσημείωτη σταθερότητα ακόμη κι όταν το άτομο έχει πλήρη επίγνωση των κινδύνων που μπορεί να προκληθούν στην υγεία του.
Γεωφαγία (geophagia)
Η γεωφαγία, δηλαδή η κατανάλωση χώματος, αργίλου, πηλού ή κιμωλίας, είναι παγκοσμίως η πιο διαδεδομένη μορφή PICA, ιδιαίτερα σε χώρες της υποσαχάριας Αφρικής και της Νότιας Ασίας (Al Nasser et al., 2023). Το άτομο μπορεί να επιλέγει συγκεκριμένα είδη χώματος ή πηλού, ίσως και από συγκεκριμένη τοποθεσία, και να αναπτύσσει με τον καιρό μια αρκετά τελετουργική σχέση με την ίδια την πράξη της κατανάλωσης. Η γεωφαγία συνδέεται στενά με τη σιδηροπενική αναιμία και με χαμηλά επίπεδα ψευδαργύρου στον οργανισμό, παρότι παραμένει ασαφές αν η έλλειψη αυτών των στοιχείων προκαλεί την επιθυμία ή αν η ίδια η γεωφαγία συμβάλλει στη μειωμένη απορρόφησή τους από το έντερο (Ganesan & Vasauskas, 2023). Στις πιθανές ιατρικές της επιπλοκές περιλαμβάνονται η μηχανική απόφραξη του εντέρου, η υποκαλιαιμία με μυοπάθεια, η μόλυνση από παρασιτικούς οργανισμούς και κυρίως η δηλητηρίαση από βαρέα μέταλλα όπως ο μόλυβδος, που μπορεί να εκδηλωθεί με νευρολογικά συμπτώματα ιδιαίτερα στα μικρά παιδιά (Al Nasser et al., 2023).
Παγοφαγία (pagophagia)
Η παγοφαγία, δηλαδή η επίμονη κατανάλωση πάγου, αποτελεί τη μορφή PICA που εμφανίζεται κατά κανόνα στα δυτικά κράτη και συναντάται περίπου στο 25% των ασθενών με σιδηροπενική αναιμία στις ΗΠΑ. Είναι ίσως η πιο πειστική κλινική απόδειξη της σύνδεσης ανάμεσα στο σύνδρομο PICA και τη σιδηροπενία, καθώς τα συμπτώματα της παγοφαγίας υποχωρούν εντός λίγων ημερών έως και τριών εβδομάδων από την έναρξη της σιδηροθεραπείας, με τις πιο εντυπωσιακές υποχωρήσεις να καταγράφονται μετά από ενδοφλέβια χορήγηση σιδήρου (Ganesan & Vasauskas, 2023). Από τις πιο διαδεδομένες ιατρικές επιπλοκές της παγοφαγίας είναι η σταδιακή φθορά της αδαμαντίνης των δοντιών και η αυξημένη οδοντική ευαισθησία, ενώ σπανιότερα έχουν αναφερθεί κι επεισόδια ηλεκτρολυτικών διαταραχών (Abu et al., 2025).
Αμυλοφαγία και ξυλοφαγία (amylophagia, xylophagia)
Η αμυλοφαγία, δηλαδή η κατανάλωση ωμού αμύλου, ωμού ρυζιού ή ωμής πατάτας, εμφανίζεται συχνότερα στις εγκύους ή σε άτομα με σιδηροπενία (Al Nasser et al., 2023). Σε αντίθεση με τις άλλες μορφές, η αμυλοφαγία μπορεί να καλύψει σημαντικό μέρος της ημερήσιας θερμιδικής πρόσληψης του ατόμου, με αποτέλεσμα να συνοδεύεται κάποιες φορές από αύξηση βάρους κι αυξημένα επίπεδα γλυκόζης. Η ξυλοφαγία, αντίστοιχα, αφορά την κατανάλωση χαρτιού ή χαρτονιού. Και οι δύο αυτές μορφές μπορούν να οδηγήσουν στη δημιουργία ενός μπεζοάρ (bezoar), δηλαδή ενός σφαιρικού συσσωματώματος μέσα στο στομάχι ή το έντερο, που μπορεί να προκαλέσει επώδυνη γαστρική απόφραξη ή και διάτρηση που να απαιτεί επείγουσα χειρουργική παρέμβαση (Ganesan & Vasauskas, 2023).
Τριχοφαγία και σύνδρομο Rapunzel
Η τριχοφαγία (trichophagia), δηλαδή η κατανάλωση των ίδιων των τριχών του ατόμου, είναι μια ιδιαίτερη μορφή PICA που εμφανίζεται σχεδόν αποκλειστικά στο πλαίσιο της Τριχοτιλλομανίας κι αφορά περίπου το 10 με 20% αυτών των ασθενών (Grant, 2019). Επειδή τα μαλλιά δεν πέπτονται από τα ένζυμα του πεπτικού συστήματος, η μακροχρόνια συσσώρευσή τους μπορεί να σχηματίσει ένα τριχοπίλημα (trichobezoar), μια σπάνια αλλά δυνητικά απειλητική για τη ζωή κατάσταση. Όταν το τριχοπίλημα επεκτείνεται από το στομάχι μέσω του πυλωρού στο λεπτό έντερο σχηματίζοντας μια χαρακτηριστική «ουρά», η εικόνα ονομάζεται σύνδρομο Rapunzel, εμπνευσμένο από το γνωστό παραμύθι.
Σπανιότερες μορφές
Πέρα από τις παραπάνω βασικές μορφές, η βιβλιογραφία περιγράφει κι αρκετές άλλες, σπανιότερες αλλά κλινικά σημαντικές, εκδηλώσεις του συνδρόμου PICA, μεταξύ των οποίων η λιθοφαγία (κατανάλωση πετρών), η υαλοφαγία (γυαλιού), η σαποφαγία (σαπουνιού), η μολυβδοφαγία (κομματιών μολύβδου) κι η καυτοπυρειοφαγία (καμένων σπίρτων) (Naguy et al., 2024). Η λιθοφαγία είναι κατεξοχήν επικίνδυνη στα παιδιά, όπου έχει συνδεθεί με οξεία αναπνευστική δυσχέρεια από αναρρόφηση πέτρας στους αεραγωγούς. Η μολυβδοφαγία αντίστοιχα μπορεί να οδηγήσει σε χρόνια μολυβδίαση με ιδιαίτερη βαρύτητα στις εγκύους και στα μικρά παιδιά, με μακροχρόνιες νευρολογικές συνέπειες (Al Nasser et al., 2023). Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ίδια η αναζήτηση της μη βρώσιμης ουσίας μπορεί μάλιστα να επεκταθεί κι εκτός της κατάποση, με αναφορές περιπτώσεων έντονης επιθυμίας του ατόμου να μυρίζει συγκεκριμένες ουσίες όπως καυσαέρια ή βενζίνη, που εμφανίζεται επίσης σε σιδηροπενική αναιμία και υποχωρεί με την αναπλήρωση του σιδήρου (Ganesan & Vasauskas, 2023).
Κλινική εικόνα σε ευάλωτους πληθυσμούς και κοινός πυρήνας
Πρέπει τέλος να τονιστεί ότι η ίδια η εικόνα του συνδρόμου διαμορφώνεται αρκετά διαφορετικά ανάλογα με τον πληθυσμό στον οποίο εμφανίζεται. Στα παιδιά με Διαταραχή Φάσματος Αυτισμού ή νοητική υστέρηση, η συμπεριφορά παίρνει συχνά τη μορφή τυχαίας κατανάλωσης ό,τι αντικειμένου είναι διαθέσιμο στο περιβάλλον (π.χ. κουμπιά, νομίσματα, κομμάτια ρούχων, αποσπάσματα παιχνιδιών), και θεωρείται κλινικά μορφή αυτοτραυματικής συμπεριφοράς, αν κι όχι με συνειδητή πρόθεση αυτοτραυματισμού (Fields et al., 2021). Στους πληθυσμούς αυτούς, ο κίνδυνος των ιατρικών επιπλοκών είναι πολύ υψηλότερος, λόγω της συχνά μειωμένης ικανότητας του ίδιου του ατόμου να επικοινωνήσει τα σωματικά του συμπτώματα όπως κοιλιακό άλγος ή πνιγμό.
Στις εγκύους η εικόνα παίρνει άλλη μορφή: τα συμπτώματα τυπικά εμφανίζονται μέσα στο πρώτο τρίμηνο, εστιάζονται κυρίως στη γεωφαγία, την παγοφαγία ή την αμυλοφαγία, κι υποχωρούν μετά τον τοκετό, αν και σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να επιμείνουν και στη λοχεία (Larson et al., 2025). Παρά αυτήν την ετερογένεια των επιμέρους μορφών και πληθυσμών, υπάρχει ένας σταθερός κοινός κλινικός πυρήνας που τις ενώνει όλες. Η συμπεριφορά τυπικά συνοδεύεται από έντονη μυστικότητα: το άτομο τρώει μόνο όταν δεν το βλέπει κανείς, αποκρύπτει συστηματικά τα ίχνη της κατανάλωσης, και σχεδόν ποτέ δεν αναφέρει αυθόρμητα τη συνήθειά του ούτε στους κοντινούς του ανθρώπους ούτε στο γιατρό του (Ganesan & Vasauskas, 2023). Η ντροπή που νιώθει είναι επίσης αρκετά έντονη, καθώς το άτομο γνωρίζει σε νοητικό επίπεδο ότι αυτό που κάνει αποκλίνει από οποιαδήποτε αποδεκτή κοινωνική νόρμα, χωρίς όμως να μπορεί να σταματήσει την παρόρμηση. Στους ενήλικες ιδιαίτερα, η μυστικότητα μπορεί να διαρκέσει ολόκληρα χρόνια και η διαταραχή να αποκαλυφθεί μόνο μέσα από κάποια σοβαρή ιατρική επιπλοκή, όπως απόφραξη του εντέρου ή ένα μη ερμηνεύσιμο εργαστηριακό εύρημα.
Το σύνδρομο PICA δε φαίνεται να εδράζεται σε έναν μεμονωμένο αιτιολογικό παράγοντα, αλλά αποτελεί μια διαταραχή με σύνθετη και πολυπαραγοντική αιτιολογία, στην οποία αλληλεπιδρούν γενετικές, νευροβιολογικές, ψυχολογικές και περιβαλλοντικές παράμετροι, με τη βαρύτητα της καθεμιάς να ποικίλλει σημαντικά ανάλογα με τη μορφή της διαταραχής, την ηλικία του ατόμου και τις τυχόν συνυπάρχουσες συννοσηρές καταστάσεις. Στη σύγχρονη βιβλιογραφία διακρίνονται τρεις κύριες αιτιολογικές υποθέσεις, οι οποίες δεν αλληλοαποκλείονται μεταξύ τους αλλά μάλλον εξηγούν διαφορετικές μορφές κι εκδηλώσεις της διαταραχής: η υπόθεση της έλλειψης μικροθρεπτικών, η υπόθεση της ντοπαμινεργικής δυσλειτουργίας και η υπόθεση του ιδεοψυχαναγκαστικού φάσματος (Naguy et al., 2024).
Γενετικοί παράγοντες
Σε αμιγώς γενετικό επίπεδο, η ίδια η ευρεία ετερογένεια του συνδρόμου PICA έχει περιορίσει σημαντικά τη δυνατότητα διεξαγωγής μελετών κληρονομησιμότητας, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν αξιόπιστες εκτιμήσεις του βαθμού στον οποίο μεταβιβάζεται η κάθε συμπεριφορά. Παρόλα αυτά, υπάρχει ισχυρή έμμεση γενετική επίδραση μέσω της σύνδεσης της PICA με νευροαναπτυξιακές καταστάσεις υψηλής κληρονομησιμότητας, όπως η Διαταραχή Φάσματος Αυτισμού και η νοητική υστέρηση. Σε ορισμένα μάλιστα σπάνια γενετικά σύνδρομα, και ιδιαίτερα στο σύνδρομο Prader-Willi, η συμπεριφορά PICA αποτελεί κλινικό εύρημα που σχετίζεται με τη γενετική βλάβη η οποία επηρεάζει νευρωνικά κυκλώματα ρύθμισης της όρεξης και της παρορμητικής στοματικής συμπεριφοράς.
Νευροβιολογικοί παράγοντες
Σε νευροβιολογικό επίπεδο, η πιο ισχυρά τεκμηριωμένη υπόθεση ως προς την παθοφυσιολογία της PICA είναι αυτή της δυσλειτουργίας του ντοπαμινεργικού συστήματος (Bhatia & Kaur, 2022). Η σύνδεση αυτή προκύπτει από πολλαπλά στοιχεία. Καταρχάς, η σιδηροπενία, που αποτελεί και τον πιο συνεπή σωματικό συνοδό της διαταραχής, είναι γνωστό ότι μειώνει τη βιοσύνθεση και τη μεταφορά της ντοπαμίνης, καθώς ο σίδηρος αποτελεί θεμελιώδη συμπαράγοντα του ενζύμου της υδροξυλάσης της τυροσίνης, που είναι το ρυθμιστικό βήμα στη σύνθεσή της. Επιπλέον, η φαρμακολογική παρατήρηση συμπληρώνει την εικόνα: σε διπλά τυφλή κλινική μελέτη, τα τυπικά αντιψυχωσικά (ως αναστολείς της ντοπαμίνης) σχετίστηκαν με αύξηση της συμπεριφοράς PICA, ενώ η χορήγηση ψυχοδιεγερτικών ντοπαμινεργικής δράσης στους ίδιους ασθενείς τη μείωσε σημαντικά (Naguy et al., 2024). Έχει επίσης αναφερθεί υποχώρηση των συμπτωμάτων μετά από χορήγηση αντικαταθλιπτικού της κατηγορίας των αναστολέων επαναπρόσληψης ντοπαμίνης – νοραδρεναλίνης σε ενήλικα με αναπτυξιακή διαταραχή. Παράλληλα, σε σπάνιες περιπτώσεις, η PICA μπορεί να εμφανιστεί ως μέρος του συνδρόμου Klüver-Bucy, μιας νευρολογικής εκδήλωσης που οφείλεται σε αμφοτερόπλευρη βλάβη των κροταφικών λοβών και χαρακτηρίζεται από έντονη τάση εξέτασης αντικειμένων με το στόμα συνοδευόμενη από προσωπαγνωσία και μεταβολές στη συμπεριφορά, η οποία ενίοτε παρατηρείται σε προχωρημένες μορφές μετωποκροταφικής άνοιας ή νόσου Alzheimer (Naguy et al., 2024).
Ψυχολογικοί παράγοντες
Από ψυχολογική σκοπιά, ορισμένα κλινικά χαρακτηριστικά της PICA οδήγησαν στην υπόθεση ότι τμήμα τουλάχιστον των περιπτώσεων μπορεί να ανήκει στο φάσμα των διαταραχών ιδεοψυχαναγκαστικού – παρορμητικού τύπου (compulsive-impulsive spectrum). Η αρχική αυτή πρόταση διατυπώθηκε από τον Stein και τους συνεργάτες του το 1996 με βάση πέντε πρώιμες περιπτώσεις στις οποίες η συμπεριφορά είχε ξεκάθαρα εγωδυστονικό χαρακτήρα κι ανταποκρινόταν σε εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (Stein et al., 1996). Από τότε, αρκετές παρόμοιες περιπτώσεις έχουν περιγράψει μια εικόνα κλινικά πανομοιότυπη με αυτή της Ιδεοψυχαναγκαστικής Διαταραχής δηλαδή άτομα που νιώθουν τη σκέψη της κατανάλωσης ως διεισδυτική και παρείσακτη, άτομα που αναπτύσσουν μια αυξανόμενη ένταση μέχρι να την εκτελέσουν, και που νιώθουν μια στιγμιαία ανακούφιση μετά την πράξη ακολουθούμενη από έντονη ντροπή κι αυτοκριτική (Naguy et al., 2024). Πέρα από τη συγκεκριμένη υπόθεση, ψυχολογικοί παράγοντες κινδύνου για τη γενικότερη εμφάνιση της διαταραχής περιλαμβάνουν το χρόνιο στρες, την παραμέληση, την παιδική κακοποίηση καθώς και τη μητρική αποστέρηση (Al Nasser et al., 2023). Στους πληθυσμούς με νευροαναπτυξιακές διαταραχές, η συμπεριφορά PICA έχει συνδεθεί με αισθητηριακή αναζήτηση κι ανεπαρκή στοματική διέγερση κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής, με κάποιες περιπτώσεις να μπορούν να ερμηνευθούν επίσης ως μη συνειδητή μορφή αυτοτραυματικής συμπεριφοράς (Fields et al., 2021).
Περιβαλλοντικοί και κοινωνικοί παράγοντες
Σε περιβαλλοντικό επίπεδο, η σιδηροπενία και η συνοδευτική σιδηροπενική αναιμία αποτελούν τον πιο τεκμηριωμένο παράγοντα κινδύνου για την εκδήλωση του συνδρόμου, με πρόσφατη μετα-ανάλυση να δείχνει ότι η ύπαρξη συμπεριφοράς PICA συνδέεται με 2,35 φορές μεγαλύτερες πιθανότητες αναιμίας σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό (Ganesan & Vasauskas, 2023). Παρότι αρχικά πιστευόταν ότι η συμπεριφορά αυτή αποτελεί έμφυτη απόπειρα του οργανισμού να διορθώσει την έλλειψη σιδήρου, μεταγενέστερες μελέτες έδειξαν ότι οι ουσίες που καταναλώνονται κατά κανόνα δεν περιέχουν βιοδιαθέσιμο σίδηρο, και πως πιθανότατα ισχύει το αντίστροφο: η ίδια η κατανάλωση μη βρώσιμων ουσιών μπορεί να εμποδίζει την εντερική απορρόφηση του σιδήρου, επιδεινώνοντας έτσι την αναιμία (Al Nasser et al., 2023). Άλλη μια αιτιολογική υπόθεση που έχει κερδίσει έδαφος αφορά την προστατευτική λειτουργία ορισμένων μορφών της PICA, ιδιαίτερα της γεωφαγίας και της αμυλοφαγίας, σε φάσεις αυξημένης κυτταρικής ευαλωτότητας όπως η εμβρυογένεση και η πρώιμη παιδική ηλικία: ορισμένες ουσίες μπορεί να δεσμεύουν τοξίνες ή παθογόνους μικροοργανισμούς, μειώνοντας έτσι την εντερική τους απορρόφηση. Η εξελικτική αυτή υπόθεση εξηγεί ίσως τη συστηματική υπεροχή της γεωφαγίας στις εγκύους και στα μικρά παιδιά. Στους κοινωνικο-οικονομικούς παράγοντες κινδύνου, τέλος, ξεχωρίζουν το χαμηλό κοινωνικοοικονομικό επίπεδο και το χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης, με συστηματικά υψηλότερα ποσοστά PICA να καταγράφονται σε αναπτυσσόμενες χώρες της υποσαχάριας Αφρικής και της Νότιας Ασίας, τόσο σε ενηλίκους όσο και σε παιδιά (Papini et al., 2024).
Συννοσηρότητα
Σε σχέση με τη συννοσηρότητα, η εικόνα είναι ξεκάθαρη: το σύνδρομο PICA σπάνια εμφανίζεται ως μεμονωμένη διαταραχή. Σε πρόσφατη ανάλυση της κοόρτης ALSPAC, τα παιδιά με PICA στην πρώιμη ή τη μέση παιδική ηλικία εμφάνισαν 5 έως 7 φορές μεγαλύτερες πιθανότητες ψυχιατρικής συννοσηρότητας σε σχέση με τα παιδιά χωρίς PICA, με πιο συχνές τις συμπεριφορικές διαταραχές, ιδίως τη Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής & Υπερκινητικότητας (Rubino et al., 2025). Ξεχωριστή θέση κατέχει η συσχέτιση με τη Διαταραχή Φάσματος Αυτισμού και με τη νοητική υστέρηση: στα παιδιά προσχολικής ηλικίας με Διαταραχή Φάσματος Αυτισμού ο επιπολασμός της PICA φτάνει το 23%, ενώ σε εκείνα που έχουν ταυτόχρονα και νοητική υστέρηση ξεπερνάει το 28% (Fields et al., 2021). Στους ενηλίκους, οι πιο συχνές συννοσηρότητες αφορούν τη σιδηροπενική αναιμία, καθώς και ψυχιατρικές διαταραχές όπως η Μείζων Καταθλιπτική Διαταραχή«και η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή, ενώ ένα μικρό αλλά κλινικά σημαντικό υποσύνολο των περιπτώσεων εκδηλώνει συνυπάρχουσα ιδεοψυχαναγκαστική συμπτωματολογία ή ακόμη και ψυχωτική διαταραχή, στην οποία η ίδια η κατανάλωση μη βρώσιμων ουσιών μπορεί να ερμηνεύεται από παραληρητικές ιδέες (Naguy et al., 2024). Η αναγνώριση της εκάστοτε συννοσηρής κατάστασης είναι κλινικά κρίσιμη, καθώς διαμορφώνει σε σημαντικό βαθμό τόσο την επιλογή της θεραπευτικής προσέγγισης όσο και την πρόγνωση της διαταραχής.
Η διάγνωση του Συνδρόμου PICA πρέπει να τίθεται από εξειδικευμένο επαγγελματία ψυχικής υγείας, μέσα από μια αναλυτική κλινική συνέντευξη και ψυχιατρική αξιολόγηση. Στην πρώτη συνεδρία, ο κλινικός λαμβάνει αναλυτικό ιστορικό για την ηλικία έναρξης της συμπεριφοράς, για το είδος και την ποσότητα των ουσιών που καταναλώνονται, για τη συχνότητα των επεισοδίων και για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνήθως εκδηλώνονται, καθώς και για τις τυχόν ιατρικές επιπλοκές που έχουν ήδη προκύψει.
Η συμβολή των οικείων είναι σχεδόν πάντα κρίσιμη στη διαγνωστική διαδικασία, και αυτό για δύο λόγους που αλληλοενισχύονται. Από τη μία, η μυστικότητα και η ντροπή που συνοδεύουν τη συμπεριφορά οδηγούν το άτομο να αποκρύπτει συστηματικά τη συνήθειά του ακόμη κι όταν προσέρχεται για άλλο λόγο, με αποτέλεσμα η διάγνωση να καθυστερεί συχνά για χρόνια ολόκληρα. Από την άλλη, σε σημαντικό μέρος των περιπτώσεων που συνυπάρχει νοητική υστέρηση ή Διαταραχή Φάσματος Αυτισμού μπορεί το άτομο να δυσκολεύεται να επικοινωνήσει αξιόπιστα την εμπειρία του, κι έτσι οι παρατηρήσεις των γονέων, των φροντιστών ή του προσωπικού της δομής στην οποία διαμένει αποτελούν τη βασική πηγή πληροφορίας για τον κλινικό. Σε πολλές περιπτώσεις, η πρώτη ψυχιατρική παραπομπή προκύπτει αναδρομικά, μετά από μια ιατρική επιπλοκή όπως εντερική απόφραξη, μια ανεξήγητη σιδηροπενία ή κάποια μάζα που εντοπίστηκε σε απεικονιστικό έλεγχο, η οποία οδηγεί τον γαστρεντερολόγο ή τον γενικό γιατρό να υποψιαστεί την ύπαρξη υποκείμενης συμπεριφοράς PICA.
Σημαντικό μέρος της διαγνωστικής διαδικασίας αποτελεί η ολοκληρωμένη ιατρική αξιολόγηση, η οποία στο σύνδρομο PICA δεν έχει απλώς υποστηρικτικό ρόλο αλλά συχνά είναι κι αυτή που αναδεικνύει την υποκείμενη διαταραχή. Ο βασικός εργαστηριακός έλεγχος περιλαμβάνει γενική εξέταση αίματος, μαζί με αναλυτικό έλεγχο του σιδήρου του οργανισμού, έλεγχο των επιπέδων ψευδαργύρου και δεικτών θρέψης, καθώς κι έλεγχο για βαρέα μέταλλα στις περιπτώσεις γεωφαγίας ή μολυβδοφαγίας, με τα επίπεδα μολύβδου να είναι εξαιρετικά κρίσιμα στα μικρά παιδιά (Al Nasser et al., 2023). Σε άτομα με γαστρεντερική συμπτωματολογία ή με υποψία τριχοπιλήματος, ο απεικονιστικός έλεγχος της κοιλίας (υπερηχογράφημα, ακτινογραφία, υπολογιστική τομογραφία) μπαίνει στην πρώτη γραμμή, ενώ σε περιπτώσεις παγοφαγίας μπορεί να φανεί χρήσιμη και μια οδοντιατρική εξέταση, καθώς η σταδιακή φθορά της αδαμαντίνης κι η αυξημένη οδοντική ευαισθησία αποτελούν χαρακτηριστικά κλινικά ευρήματα (Abu et al., 2025).
Στις εγκύους με συμπτωματολογία γεωφαγίας ή αμυλοφαγίας, η συστηματική παρακολούθηση των δεικτών αναιμίας και η εκτίμηση της εμβρυϊκής ανάπτυξης γίνονται απαραίτητο μέρος της παρακολούθησης. Σε επίπεδο εξειδικευμένων διαγνωστικών εργαλείων, η πιο διαδεδομένη ημιδομημένη συνέντευξη παραμένει η PARDI (Pica, ARFID, and Rumination Disorder Interview), η οποία μπορεί να χορηγηθεί από την ηλικία των δύο ετών και πάνω, σε παιδιά αλλά και σε ενήλικες, και πέρα από τη διαγνωστική εκτίμηση παρέχει και διαστατικές μετρήσεις της σοβαρότητας της συμπεριφοράς (Bryant-Waugh et al., 2019).
Σύμφωνα με τα διαγνωστικά κριτήρια του DSM-5 και του ICD-11, για να τεθεί η διάγνωση του συνδρόμου PICA απαιτείται η επίμονη κατανάλωση μη βρώσιμων, μη θρεπτικών ουσιών για διάστημα τουλάχιστον ενός μήνα, η συμπεριφορά να μη συνάδει με το αναπτυξιακό στάδιο του ατόμου (γεγονός που πρακτικά αποκλείει τη διάγνωση πριν την ηλικία των δύο ετών, οπότε η εξερεύνηση αντικειμένων μέσω του στόματος αποτελεί φυσιολογικό κομμάτι της ανάπτυξης), και να μην εντάσσεται σε κάποια κοινωνικά ή πολιτισμικά αποδεκτή πρακτική. Όταν η συμπεριφορά εμφανίζεται μέσα σε ένα πλαίσιο νευροαναπτυξιακής διαταραχής (Διαταραχή Φάσματος Αυτισμού, νοητική υστέρηση) ή στη διάρκεια της εγκυμοσύνης, η ξεχωριστή διάγνωση του συνδρόμου PICA τίθεται μόνο όταν η ίδια η κατανάλωση των μη βρώσιμων ουσιών είναι αρκετά σοβαρή ώστε να απαιτεί αυτόνομη κλινική προσοχή πέρα από αυτή που χρειάζεται η ίδια η συνυπάρχουσα συνθήκη.
Σημαντικό μέρος της διαγνωστικής διαδικασίας αποτελεί και η διαφορική διάγνωση από καταστάσεις με παρόμοια ή κοινά κλινικά χαρακτηριστικά. Στην ίδια οικογένεια των διαταραχών πρόσληψης τροφής, η διάκριση από την ARFID«(Αποφευκτική/Περιοριστική Διαταραχή Πρόσληψης Τροφής) έχει μια ιδιαίτερη σημασία, γιατί τυπικά οι δύο διαταραχές εμφανίζονται στους αντίποδες του ίδιου άξονα: η ARFID χαρακτηρίζεται από επίμονη αποφυγή του φαγητού, ενώ το PICA από επίμονη κατανάλωση ουσιών που δεν είναι φαγητό. Στην πράξη όμως οι δύο διαταραχές μπορούν κάλλιστα να συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο, ιδιαίτερα στους πληθυσμούς με νευροαναπτυξιακές διαταραχές, όπου η αισθητηριακή ιδιαιτερότητα μπορεί να ωθεί ταυτόχρονα στην απόρριψη συγκεκριμένων κατηγοριών τροφίμων και στην αναζήτηση μιας μη βρώσιμης ουσίας με συγκεκριμένη υφή ή θερμοκρασία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι δύο διαγνώσεις τίθενται παράλληλα.
Ίσως η πιο κλινικά απαιτητική διαφορική διάγνωση όμως είναι αυτή ανάμεσα στο σύνδρομο PICA και την Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή. Σε ένα μικρό αλλά υπαρκτό υποσύνολο των ασθενών, η συμπεριφορά PICA εμφανίζεται με σαφή εγωδυστονικά χαρακτηριστικά. Η σκέψη της κατανάλωσης παρουσιάζεται στο μυαλό του ατόμου ως διεισδυτική κι ανεπιθύμητη, η ένταση χτίζεται σταδιακά μέχρι να εκτελεστεί η πράξη, και ακολουθεί μια στιγμιαία ανακούφιση που γρήγορα διαδέχεται μια έντονη ντροπή και ξανά η επιθυμία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η συμπεριφορά PICA ερμηνεύεται περισσότερο ως η κλινική εκδήλωση μιας υποκείμενης ιδεοψυχαναγκαστικής συμπτωματολογίας παρά ως αυτόνομη διατροφική διαταραχή, εύρημα που έχει και σαφείς θεραπευτικές προεκτάσεις, καθώς οι ιδεοψυχαναγκαστικές περιπτώσεις ανταποκρίνονται καλύτερα σε αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (Stein et al., 1996· Naguy et al., 2024).
Η αντιμετώπιση του Συνδρόμου PICA έχει μια ιδιαιτερότητα που τη διαφοροποιεί από τις περισσότερες ψυχιατρικές διαταραχές. Δεν υπάρχει ενιαίο πρωτόκολλο πρώτης γραμμής που να ταιριάζει σε όλους τους ασθενείς, καθώς η ίδια η διαταραχή εμφανίζεται με τόσο διαφορετικές κλινικές μορφές και σε τόσο διαφορετικούς πληθυσμούς, ώστε η θεραπεία πρέπει αναγκαστικά να εξατομικεύεται με βάση την υποκείμενη αιτία, την ηλικία του ατόμου, τη συνυπάρχουσα ψυχιατρική συννοσηρότητα και τις ιατρικές επιπλοκές που έχουν ήδη προκύψει. Παρόλη την απουσία μιας θεραπείας εκλογής, οι κλινικές οδηγίες συγκλίνουν στο ότι η αντιμετώπιση πρέπει να συνδυάζει συμπεριφορική παρέμβαση, ιατρική και διατροφική υποστήριξη, περιβαλλοντική τροποποίηση και, σε επιλεγμένες περιπτώσεις, φαρμακοθεραπεία, μέσα από τη συνεργασία μιας διεπιστημονικής ομάδας που τυπικά περιλαμβάνει ψυχίατρο, ψυχολόγο, γαστρεντερολόγο, διαιτολόγο και, στις περιπτώσεις παιδιών με νευροαναπτυξιακές διαταραχές, εξειδικευμένο συμπεριφορικό θεραπευτή.
Συμπεριφορική παρέμβαση
Στους πληθυσμούς με Διαταραχή Φάσματος Αυτισμού, νοητική υστέρηση ή άλλες αναπτυξιακές διαταραχές, που αποτελούν και τη μεγαλύτερη ομάδα ασθενών οι οποίοι εκδηλώνουν συμπεριφορά PICA, η συμπεριφορική θεραπεία αποτελεί την πρώτη γραμμή θεραπευτικής επιλογής. Πιο συστηματικά μελετημένη είναι η Εφαρμοσμένη Ανάλυση Συμπεριφοράς (Applied Behavior Analysis, ABA), η οποία στηρίζεται σε αρχές μάθησης κι ενίσχυσης, με την κλινική εμπειρία να εκτιμά ότι μπορεί να μειώσει τη συμπεριφορά PICA σε ποσοστά που πλησιάζουν το 80% των ασθενών αυτής της κατηγορίας (Naguy et al., 2024). Η παρέμβαση ξεκινά συνήθως με μια λειτουργική ανάλυση της ίδιας της συμπεριφοράς (functional analysis), που στόχο έχει να εντοπίσει τους πυροδότες της και τη λειτουργία που αυτή εξυπηρετεί στο συγκεκριμένο άτομο. Αν, δηλαδή, η κατανάλωση των μη βρώσιμων ουσιών συντηρείται από αισθητηριακή ενίσχυση, από αυτόματη ανταμοιβή χωρίς εξωτερικό κίνητρο, ή από κοινωνικούς παράγοντες όπως η αναζήτηση προσοχής από τους φροντιστές (Ledford et al., 2018). Με βάση τα ευρήματα αυτής της λειτουργικής ανάλυσης, ο θεραπευτής σχεδιάζει την εξατομικευμένη παρέμβαση. Στις πιο διαδεδομένες τεχνικές περιλαμβάνονται η Διαφορική Ενίσχυση Εναλλακτικής Συμπεριφοράς (Differential Reinforcement of Alternative behavior, DRA), όπου το άτομο επιβραβεύεται όταν στρέφει την προσοχή του σε αποδεκτές δραστηριότητες αντί να καταφύγει στην κατανάλωση μη βρώσιμων ουσιών, η Διαφορική Ενίσχυση μη Συμβατής Συμπεριφοράς (DRI), όπου ενισχύεται μια συμπεριφορά μηχανικά ασύμβατη με την πράξη της κατανάλωσης (όπως το να κρατάει το άτομο σταθερά κάτι στα χέρια του), και η παρεμπόδιση της απόκρισης (response blocking), στην οποία ο φροντιστής εμποδίζει τη συμπεριφορά τη στιγμή ακριβώς που εκδηλώνεται. Στους ενηλίκους και στα παιδιά με μεγαλύτερες γνωστικές δυνατότητες, οι αρχές της Γνωστικής Συμπεριφορικής Θεραπείας μπορούν να χρησιμοποιηθούν με τη λογική των άλλων διατροφικών διαταραχών, σχεδιαζόμενες όμως πιο εξατομικευμένα ανάλογα με τη μορφή της συμπεριφοράς PICA του κάθε ασθενούς.
Ιατρική κι διατροφική υποστήριξη
Η ιατρική κι διατροφική παρακολούθηση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της θεραπείας σε όλες τις μορφές του συνδρόμου, καθώς οι ιατρικές συνέπειες της κατανάλωσης μπορεί να είναι σοβαρές κι ενίοτε απειλητικές για τη ζωή. Η αναπλήρωση του σιδήρου είναι το πιο τεκμηριωμένο μέρος της θεραπευτικής παρέμβασης κι έχει σαφή θέση όταν εντοπίζεται σιδηροπενία ή σιδηροπενική αναιμία. Στην παγοφαγία ιδιαίτερα, η ανταπόκριση στην ενδοφλέβια χορήγηση σιδήρου είναι από τις πιο αξιοσημείωτες κλινικά: τα συμπτώματα τυπικά υποχωρούν εντός τριών εβδομάδων από την έναρξη της θεραπείας, σε ποσοστά που σε ορισμένες σειρές ασθενών αγγίζουν ακόμα και το 100% (Ganesan & Vasauskas, 2023). Στις εγκύους με σιδηροπενική αναιμία, πρόσφατη τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη μελέτη (REVAMP) έδειξε ότι μία δόση ενδοφλέβιου σιδήρου μειώνει σημαντικά τη γεωφαγία σε σχέση με την από στόματος συμπληρωματική θεραπεία, χωρίς όμως να επηρεάζει με τον ίδιο τρόπο την αμυλοφαγία ή το συνολικό ποσοστό κατανάλωσης μη βρώσιμων ουσιών (Larson et al., 2025).
Η εικόνα αυτή υποστηρίζει την υπόθεση ότι μέρος των μορφών του συνδρόμου PICA έχει σαφή σιδηροπενική βάση κι ανταποκρίνεται σε στοχευμένη αναπλήρωση, ενώ άλλες μορφές προκύπτουν από διαφορετικούς μηχανισμούς που δε φαίνεται να υποχωρούν με την αναπλήρωση και μόνο. Όταν εντοπιστούν επιπλέον ελλείψεις σε ψευδάργυρο ή άλλα ιχνοστοιχεία, αυτές αναπληρώνονται παράλληλα. Σε άτομα με τοξική έκθεση από κατανάλωση μη βρώσιμων ουσιών (μόλυβδος, βαρέα μέταλλα), εφαρμόζεται η αντίστοιχη ιατρική αντιμετώπιση, η οποία στις πιο σοβαρές μορφές μπορεί να περιλαμβάνει χηλική θεραπεία υπό την επίβλεψη ειδικού. Στις περιπτώσεις σχηματισμού κάποιας μάζας ή τριχοπιλήματος, η αντιμετώπιση είναι κατά βάση χειρουργική και κατευθύνεται από τον γαστρεντερολόγο και το χειρουργικό επιτελείο.
Φαρμακοθεραπεία
Η φαρμακευτική αγωγή στο σύνδρομο PICA διαθέτει περιορισμένη βιβλιογραφική υποστήριξη και χορηγείται κατά κανόνα ως συμπληρωματική παρέμβαση μετά την αξιολόγηση των άλλων θεραπευτικών αξόνων, με τον τύπο του φαρμάκου να εξαρτάται κυρίως από την υποκείμενη ψυχιατρική εικόνα του ατόμου. Στις περιπτώσεις με σαφή ιδεοψυχαναγκαστικό φαινότυπο, οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs) αποτελούν την πιο τεκμηριωμένη επιλογή, με αρκετές αναφορές περιπτώσεων να καταγράφουν σαφή υποχώρηση της συμπεριφοράς PICA μετά τη χορήγησή τους (Stein et al., 1996· Naguy et al., 2024). Σε περιπτώσεις όπου η συμπεριφορά PICA συνδέεται με υποκείμενη Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής & Υπερκινητικότητας ή με σαφή στοιχεία εκτελεστικής δυσλειτουργίας, η χορήγηση ψυχοδιεγερτικών ντοπαμινεργικής δράσης έχει αναφερθεί ότι μπορεί να μειώσει την παρόρμηση κατανάλωσης μη βρώσιμων ουσιών, εύρημα που εναρμονίζεται με την υπόθεση της ντοπαμινεργικής δυσλειτουργίας στην παθοφυσιολογία της διαταραχής (Naguy et al., 2024).
Στους ψυχωτικούς ασθενείς όπου η ίδια η συμπεριφορά κατανάλωσης καθοδηγείται από παραληρητικές ιδέες, η αντιμετώπιση γίνεται με αντιψυχωσική αγωγή στο πλαίσιο της θεραπείας της υποκείμενης ψυχωτικής διαταραχής, με τη βελτίωση της ψυχωτικής εικόνας να συνοδεύεται κατά κανόνα κι από υποχώρηση της συμπεριφοράς PICA. Πέρα από αυτές τις σχετικά καθορισμένες ενδείξεις, δεν υπάρχει κάποιο φάρμακο εγκεκριμένο ειδικά για τη θεραπεία του συνδρόμου PICA, και τα διαθέσιμα δεδομένα προέρχονται κυρίως από αναφορές μεμονωμένων περιπτώσεων κι όχι από τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες.
Περιβαλλοντική τροποποίηση
Παράλληλα με τις θεραπευτικές παρεμβάσεις, η ίδια η οργάνωση του χώρου διαβίωσης του ατόμου έχει ξεχωριστή θεραπευτική σημασία στο σύνδρομο PICA, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις παιδιών ή ενηλίκων με νευροαναπτυξιακές διαταραχές που δεν μπορούν να ασκήσουν αξιόπιστα τον δικό τους έλεγχο πάνω στη συμπεριφορά τους. Στη βιβλιογραφία η προσέγγιση αυτή ονομάζεται «pica-proof» περιβάλλον και αφορά πρακτικά μέτρα όπως την απομάκρυνση των μη βρώσιμων αντικειμένων από εύκολα προσβάσιμα σημεία, τη χρήση κλειδαριών παιδικής ασφαλείας στα ντουλάπια του σπιτιού, τη συστηματική επιτήρηση από τους φροντιστές κατά τη διάρκεια της ημέρας, καθώς και την προσφορά εναλλακτικών δραστηριοτήτων που απορροφούν την προσοχή του ατόμου (Fields et al., 2021· Naguy et al., 2024). Σε ορισμένα παιδιά με σοβαρή αισθητηριακή αναζήτηση, η συστηματική προσφορά εναλλακτικών στοματικών ερεθισμάτων (μασητικά αντικείμενα ασφαλούς υλικού, τροφές με έντονες υφές, παγωμένα ροφήματα) μπορεί να ικανοποιήσει το ίδιο το αισθητηριακό κίνητρο, χωρίς το ίδιο το άτομο να καταφεύγει σε επικίνδυνες ουσίες. Η παρέμβαση αυτή απαιτεί την ενεργό συμμετοχή των γονέων ή των φροντιστών, οι οποίοι επωμίζονται μεγάλο μέρος της καθημερινής εφαρμογής της κι επομένως χρειάζονται κι αυτοί υποστήριξη και καθοδήγηση από εξειδικευμένο επαγγελματία.
Ψυχοεκπαίδευση
Η ψυχοεκπαίδευση κατέχει σημαντική θέση στη θεραπευτική διαδικασία και απευθύνεται τόσο στο ίδιο το άτομο, όπου είναι δυνατό, όσο και στους οικείους και στους φροντιστές του. Στους ενήλικες με ιδεοψυχαναγκαστικό προφίλ, η αναγνώριση ότι η συμπεριφορά PICA μπορεί να εντάσσεται σε ένα ευρύτερο φάσμα παρορμητικών – καταναγκαστικών εκδηλώσεων κι ότι έχει συγκεκριμένο νευροβιολογικό υπόβαθρο, βοηθάει σημαντικά στην αποφόρτιση από την ντροπή κι από την αυτομομφή που πολλά άτομα κουβαλούν για χρόνια ολόκληρα. Στις οικογένειες παιδιών με Διαταραχή Φάσματος Αυτισμού ή νοητική υστέρηση, η ψυχοεκπαίδευση εστιάζει στη φύση της διαταραχής, στους κινδύνους ορισμένων ουσιών για το ίδιο το παιδί, στις τεχνικές περιβαλλοντικής τροποποίησης και στις βασικές αρχές της συμπεριφορικής παρέμβασης. Η ενημέρωση των γονέων σχετικά με το πώς να αντιδρούν στα επεισόδια χωρίς να ενισχύουν χωρίς να το θέλουν τη συμπεριφορά (αποφεύγοντας δηλαδή υπερβολικές δραματικές αντιδράσεις που μπορούν να λειτουργήσουν ως κοινωνική ενίσχυση) αποτελεί συχνά ένα από τα πιο πρακτικά και κομβικά σημεία όλης της θεραπευτικής διαδικασίας.
Αν αναγνωρίζεις τον εαυτό σου σε όσα διάβασες παραπάνω, ίσως αναρωτιέσαι αν αυτό που σου συμβαίνει «μετράει» αρκετά για να ζητήσεις βοήθεια, ή αν είναι κάτι που οφείλεις να αντιμετωπίσεις μόνη ή μόνος σου, όπως ίσως κάνεις ήδη εδώ και χρόνια. Ένα άρθρο όμως δε διαγιγνώσκει. Αυτό που μπορεί να σου προσφέρει είναι μια αφορμή να σκεφτείς αν θα σε βοηθούσε να συζητήσεις τα βιώματά σου σε ένα θεραπευτικό πλαίσιο. Στο Σύνδρομο PICA, αυτή η αρχική απόφαση είναι ίσως πιο δύσκολη από ό,τι σε άλλες ψυχικές διαταραχές, καθώς η συμπεριφορά συνοδεύεται σχεδόν πάντα από έντονη ντροπή. Πολλοί άνθρωποι την κρατούν κρυφή για χρόνια ολόκληρα, ακόμη κι από τα πιο κοντινά τους πρόσωπα, ακόμη κι από τον ίδιο τους τον γιατρό. Αν αυτό σου συμβαίνει εδώ και καιρό, αξίζει να ξέρεις πως δεν αποτελεί αδυναμία της θέλησής σου, ούτε καν αυτό που πιθανότατα έχεις πει στον εαυτό σου ξανά και ξανά μέσα στα χρόνια, ότι δηλαδή αφορά μια «κακή συνήθεια» που δεν προσπάθησες αρκετά να σταματήσεις.
Πέρα από την ίδια την παρουσία των συμπτωμάτων, αξίζει να μιλήσεις σε εξειδικευμένο επαγγελματία αν αναγνωρίζεις στον εαυτό σου και κάποια πιο συγκεκριμένα σημάδια. Αν έχεις παρατηρήσει ότι η ενασχόλησή σου με την κατανάλωση των μη βρώσιμων ουσιών παίρνει όλο και μεγαλύτερο μέρος της μέρας σου, αν δυσκολεύεσαι να αντισταθείς στην παρόρμηση ακόμη κι όταν αναγνωρίζεις πως αυτό που κάνεις σε βάζει σε κίνδυνο, ή αν έχουν αρχίσει να εμφανίζονται σωματικά συμπτώματα όπως επίμονος κοιλιακός πόνος, ναυτία, εμετός, αδικαιολόγητη κούραση ή αλλαγές στις εργαστηριακές σου εξετάσεις, αυτά είναι ενδείξεις πως χρειάζεται μια ολοκληρωμένη ιατρική αξιολόγηση. Το ίδιο ισχύει αν η συμπεριφορά εμφανίστηκε ή εντάθηκε σε μια συγκεκριμένη φάση της ζωής σου, όπως σε μια εγκυμοσύνη, μια περίοδο έντονου στρες ή κάποια απώλεια.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η ανάγκη για ιατρική φροντίδα είναι επείγουσα κι όχι κάτι που μπορεί να περιμένει την επόμενη συνάντηση με έναν ψυχίατρο. Αν έχεις καταναλώσει κάτι που μπορεί να είναι τοξικό, όπως για παράδειγμα κομμάτια από βαφές που περιέχουν μόλυβδο, μπαταρίες, αιχμηρά μεταλλικά αντικείμενα ή χημικές ουσίες, ή αν εμφανίζεις έντονο κοιλιακό πόνο, αδυναμία να φας ή να πιεις, επίμονο εμετό ή απουσία κενώσεων για περισσότερες από δύο ημέρες, σε παρακαλώ μη μένεις μόνος/η σου με αυτό. Πήγαινε στο πλησιέστερο τμήμα επειγόντων περιστατικών, ή ζήτησε από κάποιο κοντινό σου πρόσωπο να σε συνοδεύσει. Στις περιπτώσεις αυτές, αυτό που χρειάζεσαι πρώτα είναι η σωματική σταθεροποίηση. Η ψυχιατρική παρακολούθηση που θα δουλέψει με τη ρίζα της κατάστασης μπορεί να ξεκινήσει σε δεύτερο χρόνο, συχνά μάλιστα μέσα από την ίδια αυτή την ιατρική υποστήριξη.
Πολλοί από τους ανθρώπους που διαβάζουν ένα κείμενο για το Σύνδρομο PICA δεν αναζητούν πληροφορίες για τον ίδιο τον εαυτό τους αλλά για ένα αγαπημένο τους πρόσωπο. Μπορεί συνήθως να πρόκειται για γονείς και φροντιστές παιδιών ή ενηλίκων με Διαταραχή Φάσματος Αυτισμού ή νοητική υστέρηση, οι οποίοι κάποια στιγμή είδαν τον δικό τους άνθρωπο να καταναλώνει κάτι που δεν ήταν φαγητό, κι ύστερα είδαν αυτή τη συμπεριφορά να επαναλαμβάνεται. Αν βρίσκεσαι σε αυτή τη θέση, υπάρχει κάτι που θα ήθελα να κρατήσεις: αυτό που βλέπεις δεν είναι αποτέλεσμα δικής σου αποτυχίας ως γονιός, παρά τα όσα ίσως σου περνούν από το μυαλό ή σου έχουν πει άλλοι. Είναι μια κλινική κατάσταση με δικά της κριτήρια, και η αξιολόγηση από έναν εξειδικευμένο επαγγελματία ψυχικής υγείας μπορεί να αλλάξει αρκετά την πορεία της, και για τον αγαπημένο σου άνθρωπο, και για όλη την οικογένειά σου. Αν τον έχεις δει να καταπίνει αντικείμενα που μπορούν να αποδειχθούν επικίνδυνα, αν εμφανίζει σωματικά συμπτώματα, ή αν η συμπεριφορά συνεχίζεται παρά τις προσπάθειες της οικογένειας να την περιορίσει, αυτό είναι ένα πραγματικά καλό σημείο για να ζητήσεις μια εξειδικευμένη γνώμη.
Όλα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω είναι αρκετά συγκεκριμένα σημάδια. Χρειάζεται όμως να τονιστεί και κάτι, λιγότερο συγκεκριμένο, και ίσως πιο σημαντικό από όλα τα προηγούμενα: δε χρειάζεται απαραίτητα ένα σαφές σημάδι για να αναζητήσεις βοήθεια. Δε χρειάζεται να φτάσεις σε κάποιο όριο, ούτε να συμβεί κάποιο σοβαρό περιστατικό, ούτε καν να έχεις παλέψει «μόνος/η σου» επί χρόνια. Αν αυτό που ζεις σε ταλαιπωρεί ή σε φοβίζει, αυτό είναι από μόνο του ένας αρκετά καλός λόγος για να ξεκινήσεις μια συζήτηση. Κι αν σε κάποιες στιγμές νιώθεις πως δεν αντέχεις άλλο, ή αν εμφανίζονται σκέψεις που ξεφεύγουν από τη συμπεριφορά PICA κι αφορούν την ίδια τη ζωή σου, σε παρακαλώ μη μένεις μόνος/η σου ούτε με αυτό. Το πρώτο βήμα μπορεί να είναι μια συζήτηση με τον γενικό σου γιατρό, με το γυναικολόγο σου αν βρίσκεσαι σε περίοδο εγκυμοσύνης, με τον παιδίατρο του παιδιού, ή κατευθείαν με έναν ψυχίατρο ή κλινικό ψυχολόγο που έχει εμπειρία σε διατροφικές διαταραχές. Η αναζήτηση επαγγελματικής στήριξης δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας, αλλά μια πράξη φροντίδας προς τον εαυτό σου ή προς το αγαπημένο σου πρόσωπο, ίσως μάλιστα η πιο σημαντική πράξη φροντίδας που έχεις κάνει εδώ και πολύ καιρό.
Μύθοι & Αλήθειες για τo PICA
Αλήθεια #1
Είναι αναγνωρισμένη διαταραχή και μπορεί να κρύβει ιατρικούς κινδύνους ή ελλείψεις.
Αλήθεια #2
Συχνά χρειάζεται διερεύνηση αιτίας (π.χ. σίδηρος) και δομημένη παρέμβαση.
Αλήθεια #3
Η εξερεύνηση είναι συχνή, αλλά όταν επιμένει/είναι επικίνδυνο/δεν ταιριάζει αναπτυξιακά, χρειάζεται αξιολόγηση.
Πηγές & ενδεικτική βιβλιογραφία
- American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders (5th ed.). Arlington, VA: American Psychiatric Publishing.
- World Health Organization. (2019). International Classification of Diseases for Mortality and Morbidity Statistics (11th Revision). Geneva: World Health Organization.
- Abu, B. A. Z., Morrissey, A., Wu, Y., Castillo, D. A., Becker, R., Wu, T., Fiscella, K., Gill, S., & Xiao, J. (2025). Pica practices, anemia, and oral health outcomes: a systematic review. BMC Oral Health, 25(1), 13.
- Al Nasser, Y., Muco, E., & Alsaad, A. J. (2023). Pica. In StatPearls. Treasure Island, FL: StatPearls Publishing.
- Bryant-Waugh, R., Micali, N., Cooke, L., Lawson, E. A., Eddy, K. T., & Thomas, J. J. (2019). Development of the Pica, ARFID, and Rumination Disorder Interview, a multi-informant, semi-structured interview of feeding disorders across the lifespan: A pilot study for ages 10-22. International Journal of Eating Disorders, 52(4), 378-387.
- Fields, V. L., Soke, G. N., Reynolds, A., Tian, L. H., Wiggins, L., Maenner, M., DiGuiseppi, C., Kral, T. V. E., Hightshoe, K., & Schieve, L. A. (2021). Pica, autism, and other disabilities. Pediatrics, 147(2), e20200462.
- Ganesan, P. R., & Vasauskas, A. A. (2023). The association between pica and iron-deficiency anemia: A scoping review. Cureus, 15(4), e37904.
- Grant, J. E. (2019). Trichotillomania (hair pulling disorder). Indian Journal of Psychiatry, 61(Suppl 1), S136-S139.
- Larson, L. M., Mwangi, M., Harding, R., Moya, E., Ataíde, R., Mzembe, G., Thurber, A., Young, S. L., Braat, S., Phiri, K., & Pasricha, S.-R. (2025). Effects of ferric carboxymaltose on pica among pregnant women in Malawi: A substudy to a randomized controlled trial. The Journal of Nutrition, 155(7), 2398-2405.
- Ledford, J. R., Barton, E. E., Rigor, M. N., Stankiewicz, K. C., Chazin, K. T., Harbin, E. R., & Allison, C. (2018). Functional analysis and treatment of pica on a preschool playground. Behavior Analysis in Practice, 12, 176-181.
- Naguy, A., Alayadhi, N., Al-Khadhari, S., Abuzeid, M. Y., & Pridmore, S. (2024). Psychopharmacotherapy of Pica – How much do we know? Psychopharmacology Bulletin, 54(4), 119-123.
- Papini, N. M., Bulik, C. M., Chawner, S. J. R. A., & Micali, N. (2024). Prevalence and recurrence of pica behaviors in early childhood within the ALSPAC birth cohort. International Journal of Eating Disorders, 57(2), 400-409.
- Rubino, L. G., Bulik, C. M., Chawner, S. J. R. A., & Micali, N. (2025). Pica in childhood: Concurrent and sequential psychiatric comorbidity. International Journal of Eating Disorders, 58, 1936-1945.
- Stein, D. J., Bouwer, C., & van Heerden, B. (1996). Pica and the obsessive-compulsive spectrum disorders. South African Medical Journal, 86(12 Suppl), 1586-1588, 1591-1592.
Οι πληροφορίες παρέχονται μόνο για ενημερωτικό σκοπό. Δε θα πρέπει να θεωρηθούν υποκατάστατο της εξατομικευμένης Ψυχιατρικής εξέτασης, διάγνωσης και θεραπείας.
Εάν δεν αισθάνεσαι καλά…
…μη διστάσεις να ζητήσεις βοήθεια!
Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας είμαστε εδώ για να σε βοηθήσουμε όσο καλύτερα μπορούμε! Δε χρειάζεται να περνάς μόνος/η σου κάτι που σε δυσκολεύει τόσο… αξίζεις να έχεις τη στήριξη που χρειάζεσαι! Κι αν αυτή τη στιγμή σου φαίνεται δύσκολο να κάνεις το πρώτο βήμα, θέλω να ξέρεις πως δεν είσαι μόνος/η σου σε αυτό. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που προσπαθούν κάθε μέρα να φροντίσουν τον ψυχικό τους κόσμο και υπάρχουν επίσης κι επαγγελματίες που μπορούν να σταθούν δίπλα σου σε αυτή την προσπάθεια.
Δε σου λέω πως είναι πάντα εύκολο…κάποιες φορές χρειάζεται χρόνος, υπομονή κι επιμονή. Με την κατάλληλη στήριξη, όμως, τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν! Ακόμη κι αν αυτή τη στιγμή όλα σου φαίνονται σκοτεινά ή μπερδεμένα, αυτό δε σημαίνει ότι θα παραμείνουν έτσι!
Επειδή η παρούσα σελίδα έχει ενημερωτικό και ψυχοεκπαιδευτικό χαρακτήρα, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την άμεση επαγγελματική βοήθεια σε μια επείγουσα κατάσταση…Αν αισθάνεσαι ότι χρειάζεσαι άμεση υποστήριξη, μπορείς να απευθυνθείς στο γιατρό σου ή να καλέσεις σε κάποιο από τα τηλέφωνα υποστήριξης κι έκτακτης ανάγκης που θα βρεις παρακάτω.

