Σχιζοσυναισθηματική Διαταραχή

Τι είναι η Σχιζοσυναισθηματική Διαταραχή;

Η Σχιζοσυναισθηματική Διαταραχή είναι μια ψυχική διαταραχή που ανήκει στο φάσμα των ψυχωτικών διαταραχών και συνδυάζει στοιχεία ψύχωσης, κατάθλιψης και μανίας. Τα συμπτώματα αυτά δεν εμφανίζονται απλά ταυτόχρονα, αλλά εναλλάσσονται και αλληλεπιδρούν με το πέρασμα του χρόνου. Οι διαφορές της Σχιζοσυναισθηματικής Διαταραχής από τη Σχιζοφρένεια ή από τη Διαταραχή Συναισθήματος με ψυχωτικά στοιχεία δεν είναι πάντα άμεσα εμφανείς, για αυτό είναι απαραίτητη η μακροπρόθεσμη παρακολούθηση του ατόμου και μια πιο συστηματική ανασκόπηση του ψυχιατρικού ιστορικού.

Η περίοδος έναρξης της Σχιζοσυναισθηματικής Διαταραχής σημειώνεται στην πρώιμη ενήλικη ζωή, συνηθέστερα μεταξύ 16-30 ετών και η συχνότητά της στον πληθυσμό είναι περίπου το 1/3 της συχνότητας της Σχιζοφρένειας, δηλαδή περίπου 0.3%.

Η αναγνώρισή της ως ξεχωριστής κλινικής οντότητας χρονολογείται από το 1933, όταν ο Αμερικανός ψυχίατρος Jacob Kasanin περιέγραψε εννέα νεαρούς ασθενείς με οξεία έναρξη, έντονη συναισθηματική φόρτιση και σχετικά καλή έκβαση μετά από κάθε επεισόδιο. Η περιγραφή αυτή άνοιξε έναν διάλογο που συνεχίζεται έως σήμερα γύρω από το ερώτημα κατά πόσο πρόκειται για αυτόνομη διαταραχή ή για ενδιάμεση έκφραση του ψυχωτικού φάσματος. Στις διαδοχικές εκδόσεις των διαγνωστικών συστημάτων, η Σχιζοσυναισθηματική Διαταραχή άλλαξε επανειλημμένα θέση και ορισμό, με τη σημαντικότερη αναθεώρηση να γίνεται στο DSM-5 (2013), που ζήτησε το συναισθηματικό επεισόδιο να καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής διάρκειας της νόσου, και στο ICD-11 (2022) που υιοθέτησε μια διαστασιακή προσέγγιση η οποία αναγνωρίζει τις διακυμάνσεις των συμπτωμάτων στον χρόνο (Pavlichenko et al., 2024).

Richard Dadd, The Fairy Feller’s Master-Stroke (1855–1864). Public Domain.

Ψυχωτικά συμπτώματα

Τα ψυχωτικά συμπτώματα της Σχιζοσυναισθηματικής Διαταραχής μοιάζουν φαινομενολογικά με εκείνα της Σχιζοφρένειας, καθώς εκφράζουν την ίδια ρήξη ανάμεσα στην εσωτερική εμπειρία και την εξωτερική πραγματικότητα. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι παραληρητικές ιδέες κι οι ψευδαισθήσεις, οι οποίες εμφανίζουν διαφορετική θεματική φόρτιση ανάλογα με τη συναισθηματική κατάσταση του ατόμου την εκάστοτε στιγμή.

Οι παραληρητικές ιδέες αποτελούν σταθερές πεποιθήσεις που δεν συμβιβάζονται με την πραγματικότητα και δεν υποχωρούν με λογικά επιχειρήματα. Συνηθέστερα αυτές περιστρέφονται γύρω από θέματα δίωξης, με την πεποίθηση ότι κάποιοι παρακολουθούν ή σχεδιάζουν να βλάψουν το ίδιο το άτομο, γύρω από θέματα αναφορικότητας, όπου τα τυχαία καθημερινά γεγονότα ή τα μηνύματα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης εκλαμβάνονται ότι αφορούν προσωπικά το ίδιο και γύρω από θέματα επιρροής ή ελέγχου, με την αίσθηση ότι οι σκέψεις του ατόμου διαβάζονται, αφαιρούνται ή κατευθύνονται από εξωτερικές δυνάμεις. Στα μανιακά επεισόδια εμφανίζονται συχνότερα παραληρητικές ιδέες μεγαλείου, με την αίσθηση ότι το άτομο έχει κάποια ιδιαίτερη αποστολή ή ταυτότητα ή και ότι έχει απεριόριστες δυνατότητες, ενώ στα καταθλιπτικά επεισόδια μπορεί να κυριαρχούν παραληρητικές ιδέες ενοχής, μηδαμινότητας ή κάποιας σωματικής νόσου.

Οι ψευδαισθήσεις αφορούν αντιληπτικές εμπειρίες χωρίς αντίστοιχο εξωτερικό ερέθισμα και ανιχνεύονται κυρίως στην ακουστική μορφή. Το άτομο μπορεί να ακούει φωνές που σχολιάζουν αρνητικά τη συμπεριφορά του, του δίνουν εντολές ή συνομιλούν μεταξύ τους, με το περιεχόμενο τους να συμβαδίζει συχνά με τη συναισθηματική του διάθεση, όπως απαξιωτικές κι επικριτικές φωνές κατά τη διάρκεια κατάθλιψης ή εμψυχωτικές κι επιδοκιμαστικές φωνές κατά τη διάρκεια μανίας. Στα ίδια πλαίσια εντάσσεται κι η αποδιοργάνωση του λόγου και της σκέψης, με χαλάρωση των συνειρμών, ασάφεια κι απρόσμενες μεταπηδήσεις από το ένα θέμα στο άλλο, καθώς κι η αποδιοργάνωση της συμπεριφοράς, που μπορεί να φτάνει έως κατατονικές εκδηλώσεις σε σπανιότερες περιπτώσεις. Παράλληλα μπορούν να συνυπάρχουν αρνητικά συμπτώματα όπως συναισθηματική επιπέδωση, μειωμένος λόγος κι απώλεια κινήτρου, αν κι αυτά είναι λιγότερο έντονα κι επίμονα από ότι στη Σχιζοφρένεια.

Συναισθηματικά συμπτώματα

Τα συναισθηματικά συμπτώματα μπορεί να λαμβάνουν τη μορφή είτε ενός καταθλιπτικού είτε ενός μανιακού επεισιδίου, και η κλινική τους εικόνα μπορεί να είναι αντίστοιχη με αυτή της Μείζονος Καταθλιπτικής Διαταραχής και της Διπολικής Διαταραχής, αλλά τοποθετημένη μέσα στο ψυχωτικό πλαίσιο της Σχιζοσυναισθηματικής Διαταραχής.

Στο καταθλιπτικό επεισόδιο εγκαθίσταται μια επίμονη πτώση της διάθεσης, που μπορεί να συνοδεύεται από αίσθημα κενού, απελπισίας αλλά να φέρει κι αισθήματα ενοχής. Η χαρά του ατόμου υποχωρεί κι αντικαθίσταται από ανηδονία, την απώλεια δηλαδή της ικανότητας να αντλεί κάποιος ικανοποίηση από δραστηριότητες ή πρόσωπα που πριν θεωρούσε ευχάριστα. Η ενεργητικότητά του μειώνεται κι ο ύπνος του διαταράσσεται προς αμφότερες τις κατευθύνσεις, με αϋπνία ή και υπερυπνία. Σε σοβαρότερες περιπτώσεις μπορεί να υπάρξουν σκέψεις θανάτου ή και αυτοκτονικός ιδεασμός, ο οποίος στη Σχιζοσυναισθηματική Διαταραχή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα λόγω του συνδυασμού του με τα ψυχωτικά συμπτώματα τα οποία αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο για το άτομο.

Στο μανιακό επεισόδιο, αντιθέτως, η διάθεση είναι ανυψωμένη ή ευερέθιστη και συνοδεύεται από αυξημένη ενέργεια κι έντονη ψυχοκινητική διέγερση. Το άτομο μιλάει γρήγορα κι αδιάκοπα, οι σκέψεις του τρέχουν με υπερβολική ταχύτητα, ο ύπνος μειώνεται δραστικά χωρίς να δημιουργείται αίσθημα κόπωσης κι εμφανίζεται παρορμητική συμπεριφορά με κίνδυνο για επικίνδυνες αποφάσεις σε οικονομικό, κοινωνικό ή και προσωπικό επίπεδο. Σε ηπιότερη μορφή το επεισόδιο ονομάζεται υπομανιακό και διακρίνεται από το μανιακό κυρίως ως προς τη διάρκεια, την ένταση και τις λειτουργικές του επιπτώσεις. Στη Σχιζοσυναισθηματική Διαταραχή το μανιακό επεισόδιο μπορεί να συνοδεύεται από ευερεθιστότητα, η οποία διατηρείται σε σταθερά υψηλά επίπεδα και σε περισσότερο από το 1/4 των περιπτώσεων συσχετίζεται με χειρότερη πορεία και μεγαλύτερη πιθανότητα αυτοκτονικής συμπεριφοράς (Pavlichenko et al., 2024).

Η χρονική σχέση των συμπτωμάτων

Το διακριτικό στοιχείο της Σχιζοσυναισθηματικής Διαταραχής δεν εντοπίζεται στα ίδια τα συμπτώματα, καθώς τόσο τα ψυχωτικά όσο και τα συναισθηματικά συναντώνται και σε άλλες διαγνώσεις, αλλά στη χρονική τους σχέση μέσα στην πορεία της νόσου. Σύμφωνα με τα διαγνωστικά κριτήρια του DSM-5, για να τεθεί η διάγνωση της Σχιζοσυναισθηματικής Διαταραχής απαιτείται να έχει υπάρξει τουλάχιστον μια περίοδος δύο εβδομάδων κατά την οποία το άτομο εμφάνισε ψυχωτικά συμπτώματα χωρίς ταυτόχρονη παρουσία συναισθηματικού επεισοδίου, ενώ παράλληλα τα συναισθηματικά συμπτώματα οφείλουν να καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής διάρκειας της νόσου (Pavlichenko et al., 2024).

Με άλλα λόγια, μέσα στην πορεία του χρόνου, η ψύχωση εκδηλώνεται και χωρίς διάθεση, αλλά η διαταραγμένη διάθεση κυριαρχεί στο μεγαλύτερο διάστημα της ζωής του ατόμου. Αυτή ακριβώς η χρονική διαπλοκή είναι που διαφοροποιεί τη Σχιζοσυναισθηματική Διαταραχή από τη Σχιζοφρένεια, όπου τα συναισθηματικά συμπτώματα μπορούν να εμφανίζονται αλλά παραμένουν δευτερεύοντα και μικρότερης διάρκειας, καθώς κι από τη Διαταραχή Συναισθήματος με ψυχωτικά χαρακτηριστικά, όπου τα ψυχωτικά συμπτώματα εμφανίζονται μόνο μέσα στα συναισθηματικά επεισόδια και υφίενται όταν αυτά υποχωρούν. Η αναγνώριση αυτής της σχέσης απαιτεί λεπτομερή λήψη ιστορικού και μακρόχρονη παρακολούθηση, καθώς συχνά γίνεται σαφής μόνο μετά από αρκετά επεισόδια.

Υπότυποι

Με βάση το είδος του συναισθηματικού επεισοδίου που κυριαρχεί, η Σχιζοσυναισθηματική Διαταραχή διακρίνεται σε δύο υπότυπους, τον διπολικό και τον καταθλιπτικό. Ο διπολικός υπότυπος χαρακτηρίζεται από την παρουσία τουλάχιστον ενός μανιακού ή μικτού επεισοδίου στη διάρκεια της νόσου, ανεξαρτήτως του αν συνυπάρχουν και καταθλιπτικά επεισόδια, και προσομοιάζει στην πορεία της Διπολικής Διαταραχής σε άτομα όμως που εμφανίζουν παράλληλα παρατεταμένη ψυχωσική συμπτωματολογία. Ο καταθλιπτικός υπότυπος εκδηλώνεται μόνο με καταθλιπτικά επεισόδια, χωρίς ποτέ να έχει εμφανιστεί μανία ή υπομανία, τείνει να συνδέεται με σοβαρότερη γνωστική έκπτωση και η έκβασή του είναι πιο κοντινή σε εκείνη της Σχιζοφρένειας, σύμφωνα με μετα-ανάλυση 31 μελετών (Pavlichenko et al., 2024).

Η διάκριση αυτή έχει πρακτική αξία τόσο για τη θεραπευτική προσέγγιση όσο και για την πρόγνωση, παρότι ένα τμήμα των ασθενών μπορεί να μετακινείται μεταξύ των δύο υπότυπων με την πάροδο των ετών, καθώς η εμφάνιση ενός πρώτου μανιακού επεισοδίου σε άτομο με αρχικά καταθλιπτικό προφίλ αναδιατάσσει και τη διάγνωσή του. Η ρευστότητα αυτή ενισχύει τη σύγχρονη άποψη ότι η Σχιζοσυναισθηματική Διαταραχή αποτελέι λιγότερο μια σταθερή κατηγορία και περισσότερο μια διαστασιακή έκφραση ενός ευρύτερου ψυχωτικού φάσματος που εκτείνεται από τη Διπολική Διαταραχή έως τη Σχιζοφρένεια.

Πριν προχωρήσουμε στους ίδιους τους παράγοντες κινδύνου, θα ήταν χρήσιμο να σταθούμε στο νοσολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται η Σχιζοσυναισθηματική Διαταραχή, γιατί αυτό φωτίζει σε μεγάλο βαθμό και την αιτιολογία της. Στις αρχές του 20ου αιώνα, ο Emil Kraepelin διαχώρισε τις ενδογενείς ψυχώσεις σε δύο μεγάλες οντότητες, την dementia praecox που αργότερα ονομάστηκε Σχιζοφρένεια και τη μανιοκαταθλιπτική νόσο που αργότερα έγινε γνωστή ως Διπολική Διαταραχή, έναν διαχωρισμό που έθεσε τα θεμέλια της σύγχρονης ψυχιατρικής. Η κλινική πραγματικότητα ωστόσο, ανέδειξε από πολύ νωρίς άτομα που δεν εντάσσονταν αρμονικά σε καμία από τις δύο κατηγορίες, καθώς εμφάνιζαν ταυτόχρονα ή διαδοχικά,  ψυχωτικά και συναισθηματικά συμπτώματα. Ο Αμερικανός ψυχίατρος Jacob Kasanin εισήγαγε το 1933 τον όρο «schizoaffective psychosis», περιγράφοντας μια ομάδα νεαρών ασθενών με οξεία έναρξη επεισοδίων, έντονη συναισθηματική φόρτιση και σχετικά καλή έκβαση μετά από κάθε επεισόδιο. Από τότε, η Σχιζοσυναισθηματική Διαταραχή άλλαξε επανειλημμένα ορισμό και θέση μέσα στα διαγνωστικά συστήματα: στο ICD-9 (1979) ταξινομούνταν στις σχιζοφρενικές ψυχώσεις, στο DSM-III (1980) εμφανίστηκε ως αυτόνομη κατηγορία, στο DSM-5 (2013) η συναισθηματική συνιστώσα έγινε καθοριστική, ζητώντας τα συναισθηματικά συμπτώματα να καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος της νόσου, ενώ στο ICD-11 (2022) υιοθετήθηκε μια διαστασιακή προσέγγιση που αναγνωρίζει τις διακυμάνσεις των συμπτωμάτων στον χρόνο (Pavlichenko et al., 2024). Η εννοιολογική αυτή αστάθεια αντανακλά μια κλινική πραγματικότητα που, όπως θα δούμε αμέσως μετά, αντανακλάται και σε αιτιολογικό επίπεδο: η Σχιζοσυναισθηματική Διαταραχή μοιράζεται παράγοντες κινδύνου με τις δύο μεγάλες κρεπελινιανές οντότητες κι ίσως αυτός να είναι ο λόγος που εκδηλώνεται στο διάμεσο τους.

Με αυτό το πλαίσιο κατά νου, η αιτιολογία της ΣΣΔ διαμορφώνεται μέσα από την αλληλεπίδραση γενετικών, νευροβιολογικών, ψυχολογικών και περιβαλλοντικών παραγόντων, χωρίς ένας μεμονωμένος μηχανισμός να μπορεί να εξηγήσει επαρκώς την εμφάνισή της σε ένα άτομο.

Στο γενετικό επίπεδο, η ΣΣΔ εμφανίζει σαφή κληρονομική επιβάρυνση. Η προδιάθεση είναι πολυγονιδιακή, με δεκάδες γονιδιακές μεταβολές χαμηλής επίδρασης που η καθεμία συμβάλλει στο τελικό αποτέλεσμα, με πολλές από αυτές να συναντώνται ταυτόχρονα και στη Σχιζοφρένεια και στη Διπολική Διαταραχή. Συγγενείς πρώτου βαθμού ατόμων με ΣΣΔ έχουν αυξημένο κίνδυνο να εκδηλώσουν οι ίδιοι κάποια διαταραχή του ψυχωτικού ή συναισθηματικού φάσματος, χωρίς όμως αυτή η έκβαση να είναι αναπόφευκτη. Σε γενετικές μελέτες σε πληθυσμούς με ΣΣΔ, Σχιζοφρένεια και Διπολική Διαταραχή τύπου Ι, μόλις λίγα από τα εξεταζόμενα γονίδια εμφανίζονται κοινά αποκλειστικά μεταξύ ΣΣΔ και Σχιζοφρένειας, εύρημα που δείχνει ότι παρά την κλινική επικάλυψη, η γενετική αρχιτεκτονική της ΣΣΔ δε μπορεί να αναχθεί πλήρως ούτε στη Σχιζοφρένεια ούτε στη Διπολική, αλλά μοιάζει να συνδυάζει στοιχεία και των δύο (Pavlichenko et al., 2024).

Σε νευροβιολογικό επίπεδο, η εικόνα συγκλίνει σε αυτό που η σύγχρονη βιβλιογραφία περιγράφει ως ένα δίκτυο υποφλοιωδών και μετωπιαίων δομών που σχετίζεται με τη ρύθμιση της σκέψης, του συναισθήματος και των κινήτρων. Σε απεικονιστικές μελέτες ατόμων με ΣΣΔ, εντοπίζονται μειωμένος όγκος κι αλλοιωμένο σχήμα στην αμυγδαλή και στον ιππόκαμπο, δομικές αλλοιώσεις στους κροταφικούς λοβούς, στον προμετωπιαίο και τον κογχομετωπιαίο φλοιό, καθώς κι αλλοιώσεις της λευκής ουσίας στο μεσολόβιο και τον ακτινωτό στέφανο, όλα ευρήματα που έχουν κατά κανόνα παρατηρηθεί και στη Σχιζοφρένεια. Αυτό που φαίνεται να ξεχωρίζει τη ΣΣΔ είναι αλλοιώσεις του σχήματος του κερκοφόρου πυρήνα και του κελύφους, δομικές μεταβολές που συναντώνται και σε άτομα με αμιγή συναισθηματική διαταραχή και που ενδέχεται να αποτελούν το ανατομικό υπόστρωμα της συναισθηματικής συνιστώσας της διαταραχής. Παράλληλα, λειτουργικές μελέτες δείχνουν αυξημένη χαοτικότητα στα σήματα του προμετωπιαίου φλοιού, εύρημα που εμφανίζεται μόνο σε άτομα που πάσχουν κι όχι στους υγιείς συγγενείς τους, στοιχείο που το ξεχωρίζει ως δείκτη της ίδιας της νόσου κι όχι απλώς οικογενειακής προδιάθεσης (Pavlichenko et al., 2024).

Σε σχέση με τους νευροδιαβιβαστές, αναμένεται από την κλινική εικόνα να εμπλέκονται τόσο τα ντοπαμινεργικά συστήματα που συνδέονται με τα ψυχωτικά συμπτώματα, όσο και τα σεροτονινεργικά και νοραδρενεργικά συστήματα που ρυθμίζουν τη διάθεση. Σε ανοσολογικό επίπεδο, αξίζει να σημειωθεί ότι αρκετοί δείκτες συστηματικής φλεγμονής όπως ο λόγος ουδετερόφιλων προς λεμφοκύτταρα και ο λόγος μονοκυττάρων προς λεμφοκύτταρα, εμφανίζονται αυξημένοι σε άτομα με ψυχωτικές και συναισθηματικές διαταραχές σε σύγκριση με υγιείς, ενώ είναι υψηλότεροι στη Σχιζοφρένεια απ’ ό,τι στη ΣΣΔ, μια διαφορά που υποδηλώνει ότι η έμφυτη ανοσιακή απάντηση και η ενεργοποίηση της μικρογλοίας μπορεί να εμπλέκονται περισσότερο στη Σχιζοφρένεια κι αυτό ίσως μελλοντικά αποτελέσει κάποιον παράγοντα διαφοροποίησης μεταξύ των δύο διαταραχών (Pavlichenko et al., 2024).

Στο ψυχολογικό επίπεδο, παρότι δεν υπάρχει ένα συγκεκριμένο γνωστικό μοντέλο που να έχει επικρατήσει για τη ΣΣΔ όπως συμβαίνει σε άλλες διαταραχές, η ψυχοδυναμική παράδοση έχει προσφέρει σημαντικές παρατηρήσεις γύρω από αυτή. Σύγχρονες μελέτες με χρήση του εργαλείου αξιολόγησης της Operationalized Psychodynamic Diagnosis OPD-2 LSIA (Levels of Structural Integration Axis), σε άτομα με ΣΣΔ και Σχιζοφρένεια, δείχνουν ένα δομικό επίπεδο της προσωπικότητας που κυμαίνεται μεταξύ μέτριου προς χαμηλό και χαμηλού, χωρίς όμως ποιοτικές διαφορές ανάμεσα στις δύο διαταραχές (Bayer et al., 2024). Οι περισσότερο επιβαρυμένες περιοχές εντοπίζονται στην αντίληψη του αντικειμένου, δηλαδή στην ικανότητα του ατόμου να σχηματίζει μια ολοκληρωμένη και ρεαλιστική εικόνα του άλλου, διαφοροποιημένη από τον εαυτό του, καθώς και στη ρύθμιση των εσωτερικών και εξωτερικών αντικειμενοτρόπων σχέσεων, στοιχεία που σχετίζονται με την ικανότητα προσκόλλησης, αποδοχής βοήθειας και διαχείρισης απωλειών και χωρισμών. Τα ευρήματα αυτά συμφωνούν με ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις που αντιλαμβάνονται τις ψυχωτικές διαταραχές ως πρωτίστως διαταραχές της σχέσης, και βοηθούν να κατανοήσουμε γιατί στη ΣΣΔ η ψυχοθεραπευτική παρέμβαση χρειάζεται να εστιάζει εξίσου στη συναισθηματική διέγερση και τη ρύθμιση των διαπροσωπικών σχέσεων του ατόμου.

Σε περιβαλλοντικό και κοινωνικό επίπεδο, οι τραυματικές εμπειρίες της παιδικής ηλικίας αποτελούν έναν ιδιαίτερα ισχυρό προδιαθεσικό παράγοντα. Η απώλεια ενός γονέα και το διαζύγιο μέσα στην οικογένεια έχουν συνδεθεί με πιο πρώιμη ηλικία έναρξης της ΣΣΔ και στα δύο φύλα. Στις γυναίκες με ΣΣΔ έχει αναφερθεί υψηλή συχνότητα ιστορικού σεξουαλικής κακοποίησης στην παιδική ή ενήλικη ζωή, ενώ στους άνδρες κυριαρχεί ως αφορμή το χρόνιο εργασιακό άγχος ή η συσσωρευμένη πίεση μιας ακαδημαϊκής εξεταστικής περιόδου (Pavlichenko et al., 2024). Στην ενήλικη ζωή, στρεσογόνα γεγονότα όπως απώλειες, σημαντικές αλλαγές, διακοπές της καθημερινής ρουτίνας και κυρίως η χρήση ψυχοδραστικών ουσιών μπορούν να επιφέρουν την εκδήλωση ενός νέου επεισοδίου σε άτομα με ήδη υπάρχουσα ευαλωτότητα. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται να δοθεί στη χρήση κάνναβης κι άλλων διεγερτικών, που μπορούν τόσο να επιταχύνουν την έναρξη όσο και να επιδεινώσουν την πορεία των ψυχωτικών συμπτωμάτων του ατόμου.

Πρέπει τέλος να τονιστεί ότι η ΣΣΔ σπάνια εμφανίζεται μόνη της. Σε μελέτη ενός έτους ατόμων με ΣΣΔ, σε ποσοστό μεγαλύτερο του 30% συνυπήρχε τουλάχιστον μία αγχώδης διαταραχή, ενώ η συννοσηρότητα με Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες σχετίζεται με χειρότερη πορεία, αυξημένο αριθμό νοσηλειών και συχνότερες υποτροπές, ιδιαίτερα στις γυναίκες (Pavlichenko et al., 2024). Σε πολλές περιπτώσεις, στην κλινική εικόνα μπορεί να προστεθούν διαταραχές χρήσης ουσιών, η Μείζων Καταθλιπτική Διαταραχή στις περιόδους ανάμεσα στα επεισόδια της ΣΣΔ, καθώς και χρόνιες σωματικές παθήσεις όπως ο σακχαρώδης διαβήτης κι οι καρδιαγγειακές νόσοι. Η συνύπαρξη όλων αυτών αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο αυτοκτονικότητας στη ΣΣΔ, ο οποίος υπολογίζεται υψηλότερος από αυτόν της Σχιζοφρένειας και προσεγγίζει τον αντίστοιχο της Διπολικής Διαταραχής, στοιχείο που καθιστά ιδιαίτερα κρίσιμες τόσο την έγκαιρη αναγνώριση όσο και τη συστηματική θεραπευτική παρακολούθηση.

Η διάγνωση της Σχιζοσυναισθηματικής Διαταραχής (ΣΣΔ) γίνεται κλινικά, από ψυχίατρο, μέσα από μια εκτεταμένη ψυχιατρική αξιολόγηση. Δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή κάποια εργαστηριακή ή απεικονιστική εξέταση που να μπορεί να επιβεβαιώσει ή να αποκλείσει από μόνη της τη διάγνωση, οπότε η διαγνωστική διαδικασία στηρίζεται στη λεπτομερή λήψη ιστορικού, στη συστηματική παρατήρηση της ψυχικής κατάστασης του ατόμου και στη συλλογή πληροφοριών από οικείους. Η συμβολή των οικείων είναι ιδιαίτερα καθοριστική στη ΣΣΔ, καθώς το ίδιο το άτομο πολλές φορές δε μπορεί να εντοπίσει με ακρίβεια πότε ξεκίνησαν τα ψυχωτικά και πότε τα συναισθηματικά συμπτώματα και κατά πόσο εμφανίστηκαν ταυτόχρονα ή διαδοχικά, ενώ το ίδιο ισχύει και για την αναγνώριση των μανιακών ή υπομανιακών φάσεων που το άτομο τείνει να μην τις αντιλαμβάνεται ως προβληματικές. Πιο σημαντική όμως από κάθε επιμέρους πληροφορία, είναι η μακροχρόνια παρακολούθηση κι η συστηματική επανεκτίμηση: η διάγνωση της ΣΣΔ σπάνια τίθεται με ασφάλεια από το πρώτο επεισόδιο κι αναθεωρείται συχνά καθώς η πορεία της νόσου ξετυλίγεται στον χρόνο και γίνονται σαφέστερες οι χρονικές σχέσεις ανάμεσα στα ψυχωτικά και τα συναισθηματικά συμπτώματα.

Σύμφωνα με τα διαγνωστικά κριτήρια του DSM-5 και του ICD-11, για να τεθεί η διάγνωση της Σχιζοσυναισθηματικής Διαταραχής απαιτείται η ταυτόχρονη παρουσία ψυχωτικών συμπτωμάτων κι ενός μείζονος συναισθηματικού επεισοδίου, καταθλιπτικού ή μανιακού. Καθοριστικά είναι δύο επιπλέον κριτήρια: πρώτον, η ύπαρξη μιας περιόδου τουλάχιστον δύο εβδομάδων κατά τη διάρκεια της νόσου όπου εμφανίστηκαν ψυχωτικά συμπτώματα χωρίς ταυτόχρονη συναισθηματική διαταραχή, και δεύτερον, η συναισθηματική συμπτωματολογία να καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της συνολικής διάρκειας της νόσου, στοιχείο που ζητά ρητά το DSM-5. Το πρώτο κριτήριο διαφοροποιεί τη ΣΣΔ από τις Διαταραχές Συναισθήματος με ψυχωτικά χαρακτηριστικά κι επομένως τοποθετείται πιο κοντά στις ψυχωτικές διαταραχές, ενώ το δεύτερο τη διαφοροποιεί από τη Σχιζοφρένεια κι αναγνωρίζει το βάρος της συναισθηματικής συνιστώσας στη συνολική κλινική εικόνα. Το ICD-11 ακολουθεί παρόμοια λογική με μια ίσως πιο διαστασιακή προσέγγιση, απαιτώντας τα ψυχωτικά και τα συναισθηματικά συμπτώματα να εμφανίζονται ταυτόχρονα ή με διαφορά λίγων ημερών, με ελάχιστη διάρκεια επεισοδίου τον έναν μήνα, χωρίς όμως να ζητά κυριαρχία της διάθεσης στη συνολική πορεία της νόσου, μια απόκλιση που εξηγεί ως ένα βαθμό την αυξημένη ευρύτητα της διάγνωσης στο ICD-11 σε σχέση με το DSM-5 (Pavlichenko et al., 2024). Με βάση τη φύση του συναισθηματικού επεισοδίου που εμφανίζεται, διακρίνονται δύο υπότυποι, ο διπολικός κι ο καταθλιπτικός, ενώ μπορεί να γίνει επιπλέον προσδιορισμός της πορείας ως πρώτου επεισοδίου, πολλαπλών επεισοδίων ή συνεχούς πορείας, καθώς και της ύφεσης ως μερικής ή πλήρους.

Σημαντικό μέρος της διαγνωστικής διαδικασίας αποτελεί κι η διαφορική διάγνωση από καταστάσεις με παρόμοια ή κοινά κλινικά χαρακτηριστικά. Πριν τεθεί η ψυχιατρική διάγνωση, χρειάζεται να αποκλειστούν οργανικά αίτια που μπορούν να μιμηθούν τη συνδυασμένη ψυχωτική και συναισθηματική κλινική εικόνα, όπως νευρολογικές παθήσεις (αυτοάνοση εγκεφαλίτιδα, σκλήρυνση κατά πλάκας, όγκοι του εγκεφάλου), ενδοκρινικές διαταραχές (υπερθυρεοειδισμός, σύνδρομο Cushing), αυτοάνοσα νοσήματα όπως ο ερυθηματώδης λύκος, καθώς κι η χρήση ή η στέρηση από ψυχοτρόπες ουσίες. Από κει και πέρα, στη διαφορική διάγνωση εξετάζονται κατά κύριο λόγο οι υπόλοιπες ψυχωτικές διαταραχές. Η Σχιζοφρένεια διακρίνεται από τη ΣΣΔ από το γεγονός ότι σε αυτή τα συναισθηματικά συμπτώματα μπορεί να εμφανίζονται περιστασιακά, παραμένουν όμως ηπιότερα και μικρότερης διάρκειας, χωρίς ποτέ να καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος της νόσου. Η Μείζων Καταθλιπτική Διαταραχή με ψυχωτικά χαρακτηριστικά κι η Διπολική Διαταραχή με ψυχωτικά χαρακτηριστικά διαφοροποιούνται από τη ΣΣΔ από το γεγονός ότι σε αυτές τα ψυχωτικά συμπτώματα εμφανίζονται μόνο μέσα στα συναισθηματικά επεισόδια κι υφίενται όταν αυτά υποχωρούν, χωρίς να υπάρχει ποτέ διάστημα ψύχωσης χωρίς διάθεση. Στη διαφορική διάγνωση εντάσσονται επίσης η »Βραχεία Ψυχωτική Διαταραχή«, όπου τα ψυχωτικά συμπτώματα διαρκούν λιγότερο από έναν μήνα κι υποχωρούν πλήρως, καθώς κι η Παραληρητική Διαταραχή, η οποία περιορίζεται στις παραληρητικές ιδέες χωρίς ευρύτερη ψυχωτική ή συναισθηματική συμπτωματολογία.

Ίσως η πιο απαιτητική διαφορική διάγνωση όμως είναι αυτή ανάμεσα στη Σχιζοσυναισθηματική Διαταραχή και στη Διπολική Διαταραχή με εκτεταμένα ψυχωτικά χαρακτηριστικά, ιδιαίτερα στα πρώτα στάδια της νόσου. Η διάκριση δε στηρίζεται σε ποιοτικά διαφορετικά συμπτώματα αλλά στη χρονική σχέση μεταξύ ψύχωσης και διάθεσης, κάτι που μπορεί να γίνει σαφές μόνο μετά από αρκετά επεισόδια και χρόνια παρακολούθησης. Στην πράξη, η σταθερότητα της διάγνωσης της ΣΣΔ είναι συγκριτικά χαμηλή σε σχέση με αυτή της Σχιζοφρένειας και τη Διπολική Διαταραχής, καθώς ένα μεγάλο ποσοστό των ατόμων που λαμβάνουν αρχικά τη διάγνωση της ΣΣΔ επαναδιαγιγνώσκονται με κάποια από τις δύο αυτές διαταραχές σε βάθος χρόνου (Pavlichenko et al., 2024). Η αλλαγή αυτή δεν αποτελεί απαραίτητα κάποιο διαγνωστικό σφάλμα, αντανακλά όμως την ίδια τη φύση μιας διαταραχής που εκδηλώνεται με διαφορετικό τρόπο σε διαφορετικές στιγμές της ζωής του ατόμου, και άρα κάνει ακόμα πιο έντονη την ανάγκη επανεκτίμησης της διάγνωσης σε κάθε επόμενη φάση της κλινικής της εξέλιξης.

Η αντιμετώπιση της Σχιζοσυναισθηματικής Διαταραχής είναι μακροχρόνια και συχνά διά βίου, και προϋποθέτει τη στενή συνεργασία του ατόμου τόσο με τον ψυχίατρό του όσο και με τον ψυχοθεραπευτή του στον χρόνο. Ο στόχος της δεν περιορίζεται μόνο στην αντιμετώπιση του τρέχοντος επεισοδίου που μπορεί να βιώνει το άτομο, αλλά εκτείνεται κυρίως στην πρόληψη των υποτροπών και στην ανάκτηση της καθημερινής του λειτουργικότητας. Η θεραπευτική προσέγγιση στηρίζεται σε δύο πυλώνες, τη φαρμακοθεραπεία και την ψυχοθεραπεία, με τη φαρμακοθεραπεία να αποτελεί τον θεμελιώδη κορμό λόγω της ψυχωτικής συνιστώσας της διαταραχής, ενώ η ψυχοθεραπεία και η ψυχοκοινωνική υποστήριξη συμπληρώνουν το πλάνο για τη συνολική φροντίδα του ατόμου. Ένα από τα πιο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ΣΣΔ σε αυτό το επίπεδο είναι ότι, λόγω της διπλής της φύσης, η φαρμακευτική αγωγή χρειάζεται τις περισσότερες φορές να καλύψει τόσο τα ψυχωτικά όσο και τα συναισθηματικά συμπτώματα του ατόμου, κάτι που οδηγεί συνήθως σε συνδυαστικά σχήματα.

Φαρμακευτική αγωγή

Στον πυρήνα της φαρμακοθεραπείας της ΣΣΔ βρίσκονται τα αντιψυχωσικά φάρμακα, τα οποία στοχεύουν τα ψυχωτικά συμπτώματα και θεωρούνται απαραίτητα και στους δύο υπότυπους της διαταραχής. Ως πρώτη επιλογή, οι σημερινές κλινικές πρακτικές προτιμούν τα νεότερης γενιάς αντιψυχωσικά, καθώς γίνονται καλύτερα ανεκτά από το ίδιο το άτομο σε σχέση με τα παλαιότερα. Όταν δύο διαδοχικές δοκιμές δε φέρουν ικανοποιητικό αποτέλεσμα, η περίπτωση χαρακτηρίζεται ως ανθεκτική και ο ψυχίατρος μπορεί να αλλάξει στρατηγική, στρεφόμενος είτε σε άλλους συνδυασμούς φαρμάκων είτε στην ηλεκτροσπασμοθεραπεία (Electroconvulsive Therapy, ECT). Η ECT, παρά τις παρερμηνείες που τη συνοδεύουν συχνά, παραμένει μέχρι σήμερα μία από τις πιο τεκμηριωμένες θεραπευτικές παρεμβάσεις της ψυχιατρικής, ιδιαίτερα στις σοβαρές κλινικές εικόνες που συνοδεύονται από κατατονία ή έντονη συναισθηματική συμπτωματολογία.

Μαζί με την αντιψυχωσική αγωγή προστίθεται κατά κανόνα κι ένα δεύτερο φάρμακο, η επιλογή του οποίου διαφέρει ανάλογα με τον υπότυπο της διαταραχής. Στον διπολικό υπότυπο, ο σταθεροποιητής διάθεσης κρίνεται απαραίτητος, με το λίθιο να παραμένει η πιο ισχυρά τεκμηριωμένη επιλογή χάρη στη διττή του δράση, καθώς ανακουφίζει το άτομο από το οξύ επεισόδιο και ταυτόχρονα το προστατεύει μακροπρόθεσμα από νέες υποτροπές. Στον καταθλιπτικό υπότυπο, η εικόνα γίνεται πιο σύνθετη: μπορεί να χρειαστεί η προσθήκη αντικαταθλιπτικού φαρμάκου, υπό την προϋπόθεση όμως πως αυτό συγχορηγείται με αντιψυχωσικό ή σταθεροποιητή διάθεσης. Σε καμία περίπτωση τα αντικαταθλιπτικά δε χορηγούνται μόνα τους, καθώς ο κίνδυνος μεταστροφής σε μανία ή υπομανία είναι σημαντικός, ειδικά σε άτομα με μια υποκείμενη διπολικότητα που μέχρι εκείνη τη στιγμή έχει περάσει απαρατήρητη (Lintunen et al., 2021). Η συμμόρφωση στη μακροχρόνια αγωγή αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της αντιμετώπισης της ΣΣΔ, καθώς αρκετά άτομα διακόπτουν τη θεραπεία στις περιόδους ύφεσης, με αποτέλεσμα την επανεμφάνιση των επεισοδίων σε σύντομο χρονικό διάστημα. 

Ψυχοθεραπεία

Πέρα από τη φαρμακευτική αγωγή, η ψυχοθεραπευτική υποστήριξη παίζει επίσης σημαντικό ρόλο στη συνολική αντιμετώπιση της ΣΣΔ, καθώς εστιάζει στις διαστάσεις της διαταραχής που τα φάρμακα από μόνα τους δε μπορούν να καλύψουν, όπως είναι η διαχείριση των διαπροσωπικών σχέσεων του ατόμου, η αναγνώριση των πρώιμων προειδοποιητικών σημαδιών μιας υποτροπής, η ανάκτηση της λειτουργικότητας και η επεξεργασία του ίδιου του βιώματος της διαταραχής.

Η Γνωσιακή – Συμπεριφορική Θεραπεία προσαρμοσμένη για την ψύχωση (Cognitive Behavioral Therapy for psychosis, CBTp) έχει την πιο εκτεταμένη ερευνητική τεκμηρίωση σε όλο το ψυχωτικό φάσμα, ωστόσο η εφαρμογή της στη ΣΣΔ παρουσιάζει ιδιαίτερες προκλήσεις. Πρόσφατη ανασκόπηση και μετανάλυση 39 μελετών από ελληνική ερευνητική ομάδα του τμήματος Ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, εντόπισε τάση μειωμένης αποτελεσματικότητας της ΓΣΘ στα θετικά συμπτώματα όσο αυξάνεται το ποσοστό των ατόμων με ΣΣΔ στα δείγματα των μελετών, εύρημα που δεν έφτασε σε στατιστική σημαντικότητα αλλά υποδεικνύει ότι η συναισθηματική συνιστώσα της διαταραχής μπορεί να μειώνει την ανταπόκριση στις κλασικές γνωστικές τεχνικές που στοχεύουν στα παραληρητικά και τα ψευδαισθητικά φαινόμενα (Karageorgiou et al., 2025). Οι ίδιοι ερευνητές προτείνουν ότι στη ΣΣΔ η ΓΣΘ χρειάζεται να εμπλουτίζεται με τεχνικές που απευθύνονται και στη συναισθηματική συνιστώσα, όπως είναι η Συμπεριφορική Ενεργοποίηση (Behavioral Activation – BA) για τα καταθλιπτικά συμπτώματα ή τεχνικές «τρίτης γενιάς» όπως η Θεραπεία Αποδοχής και Δέσμευσης (Acceptance and Commitment Therapy, ACT), η Μεταγνωσιακή Θεραπεία (Metacognitive Therapy, MCT) και η Συμπονετική Θεραπεία (Compassion-Focused Therapy, CFT), που εστιάζουν στη ρύθμιση του συναισθήματος και στον αυτο-στιγματισμό του ατόμου.

Δύο πιο εξειδικευμένες προσεγγίσεις που έχουν δείξει αξία στη Διπολική Διαταραχή μπορούν να αξιοποιηθούν και στη ΣΣΔ, ιδιαίτερα στον διπολικό της υπότυπο. Πρόκειται για τη Θεραπεία Εστιασμένη στην Οικογένεια (Family-Focused Therapy), η οποία ενδυναμώνει την επικοινωνία και το υποστηρικτικό πλαίσιο γύρω από το άτομο, και τη Διαπροσωπική και Κοινωνική Θεραπεία Ρυθμού (Interpersonal and Social Rhythm Therapy, IPSRT), η οποία εστιάζει στη σταθεροποίηση των καθημερινών ρυθμών και των διαπροσωπικών σχέσεων του ατόμου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε επίσης τη σημασία της ψυχοεκπαίδευσης τόσο του ίδιου του ατόμου όσο και των οικείων του, η οποία αναγνωρίζεται ως τεκμηριωμένη παρέμβαση από μόνη της και βοηθά στην αναγνώριση των πρώιμων σημαδιών μιας υποτροπής.

Στις ψυχοδυναμικές προσεγγίσεις, η εστίαση μπορεί να μετατοπιστεί από την κλασική ερμηνευτική εργασία προς μια πιο υποστηρικτική και δομο-ενισχυτική κατεύθυνση. Όπως προαναφέρθηκε στην ενότητα των αιτίων, το δομικό επίπεδο της προσωπικότητας στα άτομα με ΣΣΔ κυμαίνεται μεταξύ μέτριου προς χαμηλό και χαμηλού (Bayer et al., 2024), στοιχείο που σημαίνει ότι η ψυχοδυναμική παρέμβαση χρειάζεται τεχνικές προσαρμογές, με κύρια εστίαση στην ενίσχυση της ικανότητας του ατόμου να διαμορφώνει σταθερές σχέσεις, να αποδέχεται βοήθεια και να διαχειρίζεται απώλειες και χωρισμούς, αντί για την αποκάλυψη ασυνείδητων συγκρούσεων που σε αυτές τις κλινικές περιπτώσεις, μπορεί να αποδιοργανώσει περισσότερο. Σε κάθε περίπτωση, η ποιότητα της θεραπευτικής σχέσης παραμένει ίσως ο πιο καθοριστικός παράγοντας επιτυχίας, η αίσθηση δηλαδή του ίδιου του ατόμου ότι έχει απέναντί του έναν άνθρωπο που το κατανοεί και που μπορεί να σταθεί δίπλα του στις δύσκολες στιγμές της θεραπευτικής του πορείας.

Συμπληρωματικά, οι παρεμβάσεις που αφορούν στον τρόπο ζωής και στην καθημερινή λειτουργία του ατόμου έχουν κυρίαρχη θέση: η τήρηση σταθερού ωραρίου ύπνου, η αποφυγή ψυχοδραστικών ουσιών και ιδιαίτερα της κάνναβης που μπορεί να πυροδοτήσει ψυχωτικά επεισόδια, η τακτική σωματική άσκηση, η λειτουργική διαχείριση του στρες και η ισορροπημένη διατροφή συντελούν στη σταθερότητα της κλινικής εικόνας. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν επίσης οι δομές ψυχικής υγείας, όπως τα κέντρα ημέρας, οι ξενώνες και τα προγράμματα επαγγελματικής αποκατάστασης, οι οποίες υποστηρίζουν την ενσωμάτωση του ατόμου στην κοινωνική, εργασιακή αλλά και προσωπική του ζωή. Η πορεία της ΣΣΔ δεν είναι μια ευθεία γραμμή, ούτε πλήρως προβλέψιμη, η μακροχρόνια όμως πρόγνωσή της θεωρείται γενικότερα ευνοϊκότερη από εκείνη της Σχιζοφρένειας, χάρη ακριβώς στη συναισθηματική της συνιστώσα η οποία επιτρέπει περιόδους πλήρους ή σχεδόν πλήρους ύφεσης. Με μια λοιπόν, σταθερή θεραπευτική σχέση αλλά και με συστηματική παρακολούθηση από ψυχίατρο και ψυχοθεραπευτή, η σταθεροποίηση της κλινικής εικόνας είναι εφικτή και το άτομο θα μπορεί έτσι να ζήσει μια ζωή πληρέστερη και λειτουργική.

Στη Σχιζοσυναισθηματική Διαταραχή, η αναγνώριση της ανάγκης για βοήθεια έρχεται συχνότερα μέσα από το βλέμμα των οικείων του ατόμου, παρά μέσα από το ίδιο. Στις περιόδους που η διαταραχή ενεργοποιείται, η επίγνωση μπορεί να εξασθενεί αρκετά, οπότε ο ρόλος των κοντινών ανθρώπων γίνεται καθοριστικός. Οι αλλαγές που αξίζει να γίνουν αφορμή για συζήτηση με έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας εγκαθίστανται σταδιακά, μέσα σε διάστημα μερικών εβδομάδων ή μηνών, και κάποιες φορές είναι αρκετά διακριτικές στην αρχή τους ώστε να αποδίδονται σε «κούραση», «μια κακή περίοδο» ή «το άγχος της δουλειάς». Οι κοντινοί άνθρωποι παρατηρούν τις αλλαγές αυτές νωρίτερα: ο τρόπος που μιλάει το άτομο μπορεί να αλλάζει, η συμπεριφορά του να γίνεται διαφορετική από τον συνηθισμένο του εαυτό, η διάθεσή του να βυθίζεται για μεγάλα διαστήματα ή αντίθετα, να ανεβαίνει σε ασυνήθιστα επίπεδα ενέργειας με μειωμένη ανάγκη για ύπνο. Μπορεί να αρχίσει να αποσύρεται από τις σχέσεις του, να εγκαταλείπει υποχρεώσεις και ενδιαφέροντα που πριν είχαν νόημα γι’ αυτό, να παραμελεί τη φροντίδα του εαυτού του ή να ερμηνεύει καθημερινές καταστάσεις με τρόπο που μοιάζει διαφορετικός από αυτόν που ήξερες. 

Όταν λοιπόν παρατηρείς ως οικείο πρόσωπο τέτοιες αλλαγές που επιμένουν στον χρόνο, είναι σημαντικό να μην τις ερμηνεύεις απλά ως ένα «δικό του ζήτημα» που θα διορθωθεί από μόνο του, αλλά να φροντίσεις, με τρόπο ήρεμο και χωρίς πίεση, να ανοίξει μια συζήτηση για επαγγελματική στήριξη. Από την άλλη μεριά, αν εσύ ο ίδιος νιώθεις τα τελευταία διαστήματα ότι η διάθεσή σου, ο ύπνος σου ή ο τρόπος που βλέπεις τη ζωή σου έχουν αλλάξει με τρόπο που σε δυσκολεύει, μην περιμένεις να γίνουν τα πράγματα πιο σαφή. Μια συζήτηση με έναν ψυχίατρο ή έναν κλινικό ψυχολόγο μπορεί να σε βοηθήσεις να ξεκαθαρίσει αρκετά τα πράγματα.

Υπάρχουν όμως και κάποιες καταστάσεις όπου η αναζήτηση βοήθειας γίνεται επείγουσα και δε θα πρέπει να αφεθεί για αργότερα. Αν στις σκέψεις σου ή στις σκέψεις του ανθρώπου που σε ανησυχεί εμφανίζονται όλο και πιο συχνά ιδέες θανάτου, αυτοτραυματισμού ή πρόθεση να βλάψει τον εαυτό του, και ιδιαίτερα αν έχει αρχίσει να σκέφτεται το «πώς», χρειάζεται άμεση βοήθεια από έναν ειδικό. Άμεση φροντίδα χρειάζεται επίσης όταν η επαφή με την πραγματικότητα φαίνεται να έχει χαθεί σε μεγάλο βαθμό, όταν το άτομο ζει μέσα σε μια αίσθηση φόβου ή απειλής που του φαίνεται απολύτως πραγματική αλλά δε συνδέεται με κάτι εξωτερικό, όταν εμφανίζονται έντονα μανιακά συμπτώματα με αλόγιστες αποφάσεις και σχεδόν μηδενική ανάγκη για ύπνο, ή όταν δε μπορεί πλέον να φροντίσει βασικές καθημερινές του ανάγκες όπως το φαγητό, τον ύπνο ή την προσωπική του υγιεινή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, μπορείς να επικοινωνήσεις με την πλησιέστερη ψυχιατρική εφημερία, να συνοδεύσεις τον δικό σου άνθρωπο στα επείγοντα ενός νοσοκομείου, ή ακόμα και να ζητήσεις τη βοήθεια του ΕΚΑΒ αν η κατάσταση γίνεται μη διαχειρίσιμη. Είναι σημαντικό να μην αφήνεις τον άνθρωπο που σε ανησυχεί μόνο σε αυτές τις δύσκολες στιγμές.

Στις πιο ήπιες ή σταθερες περιπτώσεις μπορείς να ξεκινήσεις με όποιον τρόπο σου είναι ευκολότερος. Στη ΣΣΔ, λόγω της ψυχωτικής της συνιστώσας, η πρώτη επαφή θα πρέπει κατά κανόνα να είναι με ψυχίατρο, καθώς εκείνος μπορεί να κάνει την αρχική κλινική αξιολόγηση και να καθορίσει την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή. Από τη μεριά του, ένας κλινικός ψυχολόγος ή ψυχοθεραπευτής μπορεί να σταθεί δίπλα σου σε μια ψυχοθεραπευτική διαδικασία που συμπληρώνει τη φαρμακευτική αγωγή και που δίνει χώρο για την επεξεργασία του ίδιου του βιώματος της διαταραχής. Αν είσαι το οικείο πρόσωπο κάποιου που σε ανησυχεί, καλό είναι να θυμάσαι πως αυτό που του προσφέρεις απλά και μόνο με την παρουσία σου δίπλα του, είναι πολύ σημαντικό. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το πιο σημαντικό και βοηθητικό που μπορεί να προσφέρει ένα οικείο άτομο είναι να ακούει χωρίς να κατακρίνει, να μένει δίπλα στο άτομο χωρίς να μπαίνει σε λογικές αντιπαραθέσεις γύρω από τις πεποιθήσεις του και αν χρειαστεί, να το συνοδεύσει στο πρώτο του ραντεβού με τον ειδικό. Είναι σημαντικό επίσης να ξέρεις πως η αναζήτηση βοήθειας δε σημαίνει ούτε ότι κάποιος «παραδίνεται» ούτε ότι μπαίνει σε ένα κουτί με μια οριστική ταμπέλα. Είναι απλά μια έμπρακτη φροντίδα που μπορεί πραγματικά να βελτιώσει τη ζωή του ατόμου, μαζί και των δικών του ανθρώπων.

Από την οπτική του ατόμου

Η ψυχωτική φάση στη Σχιζοσυναισθηματική Διαταραχή είναι μια εμπειρία που δύσκολα μπορεί να αναγνωρίσει με σαφήνεια το ίδιο το άτομο, ειδικά τη στιγμή που τη ζει. Όλα όσα του συμβαίνουν εκείνη την ώρα τα βιώνει ως εντελώς αληθινά, για παράδειγμα την αίσθηση ότι κάποιος ίσως σχεδιάζει κάτι εις βάρος του, ή ότι καθημερινά γεγονότα κρύβουν ένα ιδιαίτερο νόημα που αφορά αποκλειστικά εκείνο. Ακόμα ίσως και κάποιες φωνές που ακούει σαν να προέρχονται από κάποιον στο περιβάλλον του, έχουν για το άτομο την ίδια ακριβώς εγκυρότητα με οτιδήποτε άλλο συμβαίνει στη ζωή του. Όταν οι κοντινοί του άνθρωποι προσπαθούν να του πουν ότι δεν μπορούν, από τη δική τους μεριά, να επιβεβαιώσουν όλα τα παραπάνω, το άτομο μπορεί να νιώσει σύγχυση, αδικία ή ακόμα και θυμό, αφού η δική του πραγματικότητα του είναι ξεκάθαρη. Πρόκειται για μία από τις πιο επώδυνες πλευρές της διαταραχής, καθώς ανοίγει ένα χάσμα ανάμεσα στον εσωτερικό κόσμο του ατόμου και σε εκείνον των ανθρώπων που το αγαπούν, χάσμα που γεφυρώνεται μόνο μέσα από το πέρασμα του χρόνου και με την κατάλληλη θεραπευτική στήριξη.

Στις συναισθηματικές φάσεις της διαταραχής, η εμπειρία μπορεί να αλλάζει χαρακτήρα. Όταν εμφανιστεί ένα μανιακό ή υπομανιακό επεισόδιο, το άτομο νιώθει συνήθως μια ασυνήθιστη ευφορία και την αίσθηση πως μπορεί να τα καταφέρει όλα. Έχει πολλή ενέργεια κι ανεβασμένη διάθεση, χωρίς την αναμενόμενη κούραση, παίρνει πιο εύκολα αποφάσεις, ξεκινά νέα εγχειρήματα και προχωρά σε ρυθμούς που οι γύρω άνθρωποι ίσως δυσκολεύονται να ακολουθήσουν. Σε άλλες περιπτώσεις, αντί για ευφορία, αυτό που κυριαρχεί είναι η ευερεθιστότητα.

Στην καταθλιπτική φάση τα πράγματα αλλάζουν αρκετά. Το άτομο μπορεί να μένει ώρες ή και ολόκληρες μέρες στο κρεβάτι, να κοιμάται για πολλές ώρες δίχως όμως να ξεκουράζεται, να αφήνει στη μέση όσα είχε ξεκινήσει στις προηγούμενες πιο ανεβασμένες περιόδους και να κουβαλάει μια βαριά αίσθηση ντροπής ή ενοχής για πράγματα που τότε του φαίνονταν φυσιολογικά. Όταν στις φάσεις αυτές προστίθενται και τα ψυχωτικά στοιχεία, η ζωή του ατόμου γίνεται ακόμα δυσκολότερη.

Ακόμα και στις περιόδους ύφεσης, όταν τα συμπτώματα υποχωρήσουν, η ΣΣΔ δεν αφήνει εντελώς ήσυχο το άτομο. Πίσω από τη φαινομενική ηρεμία μένει συνήθως μια ευαισθησία στις αλλαγές, ένας φόβος που έρχεται κατά διαστήματα για το πότε θα ξανασυμβεί κάτι, και ενδεχομένως κάποιες ενοχές για όσα έγιναν στις προηγούμενες δύσκολες περιόδους και που τώρα, με πιο ξεκάθαρη σκέψη, του μοιάζουν παράταιρες. Αρκετά άτομα περιγράφουν μια δύσκολη διαδικασία επανασύνδεσης με αυτό που αποκαλούν «ο πραγματικός μου εαυτός», και βασανίζονται από ερωτήματα ταυτότητας τα οποία εντείνονται μετά από κάθε επεισόδιο: «ποιος είμαι τελικά μέσα από όλα αυτά; ποιες σκέψεις και αποφάσεις ήταν πραγματικά δικές μου και ποιες όχι;». Η εμπιστοσύνη όμως στο παρόν καθώς και η ταυτότητα του ατόμου μπορούν να αποκατασταθούν σιγά σιγά, μέσα από μια καλή θεραπευτική σχέση και όσο περνάει ο χρόνος.

Από την οπτική των οικείων

Οι οικείοι ενός ατόμου με ΣΣΔ βρίσκονται συχνά σε μια θέση όπου παρατηρούν αλλαγές πριν τις αναγνωρίσει το ίδιο το άτομο. Σε πρώιμα στάδια ή σε κάποιο νέο επεισόδιο, μπορεί να δουν τον αγαπημένο τους άνθρωπο να μιλάει διαφορετικά, να ερμηνεύει καθημερινές καταστάσεις με τρόπο που τους φαίνεται παράξενος, να αποσύρεται από τη συνηθισμένη του ζωή ή αντίθετα, να κάνει ξαφνικά σχέδια κι αλλαγές. Το μεγαλύτερο εμπόδιο σε αυτή τη φάση είναι ότι ο αγαπημένος τους άνθρωπος συχνά δεν αναγνωρίζει ότι κάτι έχει αλλάξει, και κάθε προσπάθεια συζήτησης μπορεί να βρίσκει μεγάλη άρνηση κι ένταση. Είναι μια από τις πιο δύσκολες θέσεις στις οποίες μπορεί να βρεθεί κανείς, καθώς από τη μία βλέπει το αγαπημένο του πρόσωπο να αλλάζει κι από την άλλη δε μπορεί να επιβάλει με το ζόρι τη βοήθεια.

Πολλές φορές οι εκδηλώσεις της ΣΣΔ παρερμηνεύονται από το ευρύτερο περιβάλλον. Για παράδειγμα όταν το άτομο βρίσκεται σε μανιακή φάση μπορεί στην αρχή να μοιάζει στους οικείους με «καλή διάθεση» ή να σκέφτονται «επιτέλους ξύπνησε». Όταν βρίσκεται σε καταθλιπτική φάση αυτή να ερμηνεύεται ως «τεμπελιά» ή «έλλειψη θέλησης και σωστού κινήτρου», ενώ τα ψυχωτικά στοιχεία μπορεί να προκαλούν φόβο ή αμηχανία στους οικείους. Όταν το άτομο διακόπτει τη φαρμακευτική του αγωγή στις περιόδους που νιώθει καλύτερα, αυτή η συμπεριφορά του μπορεί να ερμηνεύεται ως ανευθυνότητα ή ισχυρογνωμοσύνη, ενώ συνήθως αντικατοπτρίζει μια πολύ πιο σύνθετη σχέση με τη διαταραχή και την ταυτότητά του ίδιου του ατόμου. Αυτές οι παρερμηνείες έρχονται να προσθέσουν επιπλέον βάρος στο ήδη μεγάλο φορτίο της οικογένειας, τα μέλη της οποίας βρίσκονται συχνά στη δύσκολη θέση του να πρέπει να δίνουν εξηγήσεις, να υπερασπίζονται το αγαπημένο τους άτομο και να προσπαθούν να βρουν λύσεις.

Η μακροχρόνια στήριξη ενός ατόμου με ΣΣΔ μπορεί να εξαντλήσει ψυχικά τους οικείους του. Η συνεχής ανησυχία για το επόμενο επεισόδιο, η δυσκολία στο να προβλέψουν πότε θα έρθει μια πιο σταθερή φάση και πότε μια ψυχωτική κρίση, αυτή η αίσθηση αβοηθησίας που βιώνει κάποιος όταν βλέπει τον αγαπημένο του να δυσκολεύεται αλλά δε μπορεί να κάνει κάτι παραπάνω, και η μοναξιά λόγω του στίγματος που εξακολουθεί να συνοδεύει τις ψυχωτικές διαταραχές, είναι μερικά μόνο από τα δύσκολα συναισθήματα με τα οποία έρχονται καθημερινά αντιμέτωποι. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι οικείοι μπορεί κι οι ίδιοι να εμφανίσουν συμπτώματα κατάθλιψης, άγχους ή κι εξάντλησης, ιδιαίτερα όταν αναλαμβάνουν τον κύριο ρόλο φροντίδας και υποστήριξης για μεγάλο χρονικό διάστημα. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, η ψυχική φροντίδα των ίδιων των οικείων είναι εξίσου σημαντική με αυτή του ατόμου, και η αναζήτηση ενός δικού τους θεραπευτικού χώρου, είτε ατομικού είτε σε ομάδες υποστήριξης φροντιστών, μπορεί να φέρει μεγάλη ανακούφιση.

Σε πρακτικό επίπεδο, αρκετά πράγματα μπορούν να φανούν χρήσιμα για την οικογένεια. Η σωστή κι έγκυρη ψυχοεκπαίδευση για τη Σχιζοσυναισθηματική Διαταραχή δίνει τη δυνατότητα να αναγνωρίζονται τα πρώιμα προειδοποιητικά σημάδια μιας υποτροπής, που πολλές φορές μπορεί να αρχίσουν να εμφανίζονται εβδομάδες πριν από το ίδιο το επεισόδιο, για παράδειγμα: αλλαγές στον ύπνο, μειωμένη επικοινωνία, αλλαγές στον τρόπο σκέψης, διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής. Η συμμετοχή σε οικογενειακή θεραπεία, όπως η Family-Focused Therapy που αναφέρθηκε στην ενότητα της Θεραπείας, μπορεί να δώσει πολύ ισχυρά εργαλεία επικοινωνίας και διαχείρισης των κρίσεων. 

Επιπλέον, η διατήρηση μιας όσο γίνεται πιο ήρεμης και λιγότερο κριτικής στάσης απέναντι στις δυσκολίες του ατόμου, ιδιαίτερα γύρω από τη φαρμακευτική του συμμόρφωση και τις φάσεις δυσλειτουργικότητας, βοηθάει στο να μη δημιουργείται επιπλέον ένταση στη σχέση. Επίσης, η σύνδεση και η καλή επικοινωνία μεταξύ των οικείων και του ευρύτερου δικτύου φροντίδας του ατόμου, δηλαδή με τον θεράποντα ψυχίατρό του, με κοινοτικές δομές ψυχικής υγείας ή και με συλλόγους οικογενειών, μπορεί να αμβλύνει την αίσθηση μοναξιάς και να δημιουργήσει νέους τρόπους υποστήριξης. Όταν μια οικογένεια γνωρίζει ολοκληρωμένα τι αντιμετωπίζει και νιώθει και η ίδια ότι λαμβάνει υποστήριξη και κατανόηση, η σχέση με το αγαπημένο της πρόσωπο δε θα χαθεί μέσα στις φάσεις της διαταραχής, αλλά αντίθετα, η ίδια η σχέση, μπορεί να γίνει το πιο σταθερό σημείο αναφοράς του σε όλη την πορεία της αποκατάστασής του.

Μύθοι & Αλήθειες για τη Σχιζοσυναισθηματική Διαταραχή

μύθος #1

Είναι απλώς μια «μείξη» σχιζοφρένειας και διπολικής διαταραχής.

μύθος #2

Τα άτομα με σχιζοσυναισθηματική διαταραχή δεν μπορούν να λειτουργήσουν φυσιολογικά.

μύθος #3

Η διάγνωση σημαίνει ότι η κατάσταση είναι ανεξέλεγκτη.

Αλήθεια #1

Πρόκειται για διακριτή διαγνωστική οντότητα με συγκεκριμένα κριτήρια.

Αλήθεια #2

Με κατάλληλη θεραπεία, πολλοί άνθρωποι επιτυγχάνουν σημαντική σταθερότητα.

Αλήθεια #3

Η έγκαιρη και συστηματική θεραπεία μπορεί να μειώσει σημαντικά τα συμπτώματα και τις υποτροπές.

Πηγές & ενδεικτική βιβλιογραφία

Οι πληροφορίες παρέχονται μόνο για ενημερωτικό σκοπό. Δε θα πρέπει να θεωρηθούν υποκατάστατο της εξατομικευμένης Ψυχιατρικής εξέτασης, διάγνωσης και θεραπείας.

Εάν δεν αισθάνεσαι καλά…

…μη διστάσεις να ζητήσεις βοήθεια!

Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας είμαστε εδώ για να σε βοηθήσουμε όσο καλύτερα μπορούμε! Δε χρειάζεται να περνάς μόνος/η σου κάτι που σε δυσκολεύει τόσο… αξίζεις να έχεις τη στήριξη που χρειάζεσαι! Κι αν αυτή τη στιγμή σου φαίνεται δύσκολο να κάνεις το πρώτο βήμα, θέλω να ξέρεις πως δεν είσαι μόνος/η σου σε αυτό. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που προσπαθούν κάθε μέρα να φροντίσουν τον ψυχικό τους κόσμο και υπάρχουν επίσης κι επαγγελματίες που μπορούν να σταθούν δίπλα σου σε αυτή την προσπάθεια.

Δε σου λέω πως είναι πάντα εύκολο…κάποιες φορές χρειάζεται χρόνος, υπομονή κι επιμονή. Με την κατάλληλη στήριξη, όμως, τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν! Ακόμη κι αν αυτή τη στιγμή όλα σου φαίνονται σκοτεινά ή μπερδεμένα, αυτό δε σημαίνει ότι θα παραμείνουν έτσι!

Επειδή η παρούσα σελίδα έχει ενημερωτικό και ψυχοεκπαιδευτικό χαρακτήρα, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την άμεση επαγγελματική βοήθεια σε μια επείγουσα κατάσταση…Αν αισθάνεσαι ότι χρειάζεσαι άμεση υποστήριξη, μπορείς να απευθυνθείς στο γιατρό σου ή να καλέσεις σε κάποιο από τα τηλέφωνα υποστήριξης κι έκτακτης ανάγκης που θα βρεις παρακάτω.

τηλ. γραμμη ψυχοκοινωνικησ υποστηριξησ 10306

τηλ. γραμμη sos για παιδια, εφηβουσ & γονεισ 1056

τηλ. γραμμη ψυχολογικησ υποστηριξησ ιθακη 1145

Εθνικο Κεντρο αμεσης Βοηθειας (ΕΚΑΒ) 166

Κάρτες Αξιών & Περιορισμών

Εγγραφείτε στο newsletter και λάβετε δωρεάν τις 54 Κάρτες Αξιών & Περιορισμών, ένα εργαλείο αυτογνωσίας που σχεδιάστηκε για να σας βοηθήσει να αναγνωρίσετε τι έχει πραγματικά σημασία για εσάς και τι μπορεί να σας κρατά πίσω!