Ιστριονική Διαταραχή

Τι είναι η Ιστριονική Διαταραχή Προσωπικότητας;

Η Ιστριονική Διαταραχή Προσωπικότητας (ΙΔΠ) ανήκει στην Ομάδα Β των Διαταραχών Προσωπικότητας και χαρακτηρίζεται από ένα σταθερό μοτίβο υπερβολικής συναισθηματικής έκφρασης κι έντονης αναζήτησης προσοχής. Το άτομο συνήθως δυσφορεί όταν δε βρίσκεται στο επίκεντρο και συχνά οργανώνει τον τρόπο που σχετίζεται γύρω από την ανάγκη να προκαλέσει το ενδιαφέρον και την ανταπόκριση των άλλων ή να πάρει επιβεβαίωση. Η συναισθηματική του έκφραση μπορεί να είναι έντονη αλλά να αλλάζει γρήγορα, ενώ προς τα έξω η εικόνα συχνά δίνει την εντύπωση μιας θεατρικότητας ή γενικά μιας υπερβολής. Δε μιλάμε εδώ για έναν εξωστρεφή ή ζωηρό άνθρωπο που χαίρεται να γίνεται το επίκεντρο της παρέας του, αλλά για ένα διάχυτο κι άκαμπτο μοτίβο που διατρέχει σταθερά τη ζωή του ατόμου από τη νεαρή ενηλικίωση.

Πίσω από αυτή την εικόνα, η αυταξία του ατόμου στηρίζεται περισσότερο στην εξωτερική ανταπόκριση που λαμβάνει παρά σε μια πιο σταθερή εσωτερική αίσθηση αυτοεκτίμησης. Μπορεί να βιώνει τις διαπροσωπικές του σχέσεις ως πιο στενές ή πιο σημαντικές απ’ όσο είναι στην πραγματικότητα και ταυτόχρονα να είναι υποβλητικό, να επηρεάζεται δηλαδή εύκολα από τους άλλους και από τις περιστάσεις. Το ίδιο το όνομα της διαταραχής αντλείται από τη λατινική λέξη histrio, που στην αρχαία Ρώμη χρησιμοποιούταν για τους ηθοποιούς ενός είδους λαϊκού θεάτρου. Η σύγχρονη μορφή της διάγνωσης εμφανίστηκε επίσημα στο DSM-III το 1980 και παραμένει στο DSM-5-TR, ενώ στο ICD-11 η κατηγορική διάγνωση έχει καταργηθεί και η ιστριονική παρουσίαση περιγράφεται πλέον διαστατικά.

Επιδημιολογικά, η ΙΔΠ εκτιμάται ότι αφορά μεταξύ 0,4% και 1,8% του γενικού πληθυσμού, με τα ποσοστά να αυξάνονται αισθητά σε ψυχιατρικά πλαίσια. Η διάγνωση τίθεται κατά κανόνα τέσσερις φορές συχνότερα στις γυναίκες απ’ ότι στους άνδρες, αν και η αναλογία αυτή χρειάζεται να ερμηνευτεί με επιφυλακτικότητα. Φαίνεται να αντικατοπτρίζει εν μέρει μια διαγνωστική προκατάληψη που υπερδιαγιγνώσκει τις γυναίκες, ακριβώς επειδή ορισμένα ιστριονικά γνωρίσματα όπως η συναισθηματική έκφραση και η σαγηνευτικότητα γίνονται πιο εύκολα αντιληπτά ως παθολογικά όταν εμφανίζονται σε γυναίκες παρά σε άνδρες, ενώ ταυτόχρονα φαίνεται να υποδιαγιγνώσκει συστηματικά τους άνδρες (Torrico et al., 2024).

Honoré Daumier, The Melodrama (1860). Public Domain.

Η ιστορία της Ιστριονικής Διαταραχής Προσωπικότητας είναι πάνω απ’ όλα η ιστορία μιας λέξης. Της λέξης υστερία, που για περισσότερο από δύο χιλιετίες οργάνωσε τον τρόπο με τον οποίο η ιατρική αντιμετώπισε τα συναισθήματα, το σώμα και το γυναικείο φύλο. Ο όρος προέρχεται από την αρχαιοελληνική λέξη υστέρα, δηλαδή τη μήτρα, και βασίστηκε σε μια θεωρία της εποχής σύμφωνα με την οποία η μήτρα μπορούσε να μετακινείται μέσα στο σώμα της γυναίκας προκαλώντας ποικιλία ψυχικών και σωματικών συμπτωμάτων. Η πρώτη γραπτή αναφορά εντοπίζεται σε αιγυπτιακό ιατρικό πάπυρο γύρω στο 1900 π.Χ., ενώ ο Ιπποκράτης τον 5ο αιώνα π.Χ. εδραίωσε τον όρο μέσα στην ιατρική παράδοση. Η αντίληψη αυτή της «πλάνητος μήτρας» κράτησε εντυπωσιακά πολύ. Πέρασε μέσα από τη ρωμαϊκή ιατρική και τον μεσαίωνα και χρησιμοποιήθηκε για να ερμηνεύσει εμπειρίες γυναικών που σήμερα θα κατατάσσαμε σε δεκάδες διαφορετικές κλινικές κατηγορίες (Novais et al., 2015).

Η σύγχρονη ψυχιατρική σύλληψη της υστερίας ξεκινά τον 19ο αιώνα στο Παρίσι. Ο Jean-Martin Charcot, στο νοσοκομείο Salpêtrière, παρουσίαζε ασθενείς με υστερικά συμπτώματα μπροστά σε ακροατήρια γιατρών μέσα από δημόσιες κλινικές παρουσιάσεις που είχαν θεατρικό χαρακτήρα, και τις αποτύπωσε φωτογραφικά σε μια εκτενή σειρά τόμων που έγινε γνωστή ως «Iconographie photographique de la Salpêtrière». Ο Charcot ήταν ο πρώτος που τοποθέτησε την υστερία στο πεδίο της νεύρωσης κι όχι της γυναικείας ανατομίας. Ο μαθητής του Pierre Janet προχώρησε περαιτέρω, εισάγοντας την έννοια του ψυχικού διασχισμού ως πυρήνα της υστερικής εμπειρίας. Λίγο αργότερα, ο Sigmund Freud κι ο Josef Breuer δημοσίευσαν τις περίφημες «Σπουδές πάνω στην Υστερία» (1895), που έγιναν θεμελιώδες κείμενο της ψυχανάλυσης. Στο βιβλίο αυτό περιγράφονται με λεπτομέρεια κλινικά περιστατικά όπως αυτό της Anna O. κι αργότερα της Dora, της δεκαοκτάχρονης ασθενούς του Freud της οποίας η ανάλυση γέννησε ολόκληρες σχολές κριτικής σκέψης μέσα στον 20ό αιώνα.

Με τον καιρό, οι ψυχίατροι κατάλαβαν ότι η «υστερία» δεν ήταν μία οντότητα. Μέσα στην παλιά κατηγορία συνυπήρχαν δύο πολύ διαφορετικά φαινόμενα. Σωματικά συμπτώματα χωρίς οργανική βάση, που θα γίνονταν αργότερα οι Διασχιστικές και οι Σωματόμορφες Διαταραχές, και μια σταθερή προσωπικότητα με συγκεκριμένο τρόπο σχέσης κι αντιμετώπισης της προσοχής του άλλου. Ο Αμερικανός ψυχίατρος David Shapiro έδωσε στον δεύτερο αυτό τύπο τη σύγχρονη του διατύπωση στο κλασικό του βιβλίο «Neurotic Styles» (1965), όπου περιγράφει την υστερική γνωστική δομή ως έναν τρόπο σκέψης που λειτουργεί με εντυπώσεις παρά με συγκεκριμένα δεδομένα. Το DSM-II το 1968 ενσωμάτωσε την οντότητα ως Hysterical Personality Disorder. Δώδεκα χρόνια μετά, το DSM-III την μετονόμασε σε Histrionic. Η αλλαγή ήταν συνειδητή. Οι αναθεωρητές ήθελαν να σπάσουν τον δεσμό του διαγνωστικού όρου με τα δύο χιλιάδες χρόνια ιστορίας που κουβαλούσε η υστερία στις πλάτες της. Ο Theodore Millon πρόσθεσε στις δεκαετίες που ακολούθησαν μια τυπολογία υπότυπων που χρησιμοποιείται ακόμα στην κλινική εκπαίδευση.

Στις ίδιες δεκαετίες, μια άλλη φωνή άρχισε να ακούγεται. Η Phyllis Chesler, στο βιβλίο της «Women and Madness» (1972), υποστήριξε ότι η ψυχιατρική για αιώνες είχε χρησιμοποιήσει την υστερία ως ετικέτα για όσες γυναίκες δεν χωρούσαν στους κοινωνικούς ρόλους της εποχής τους, και ότι αυτό το παρελθόν επηρέαζε ακόμα τη διαγνωστική σκέψη. Λίγο αργότερα, η Elaine Showalter περιέγραψε πώς η «υστερική γυναίκα» είχε εγκατασταθεί ως δημόσιο σύμβολο στη δυτική κουλτούρα, από τα κείμενα του Freud μέχρι τις κινηματογραφικές αναπαραστάσεις των δεκαετιών του 1940 και του 1950.

Το 2022 τέθηκε σε ισχύ το ICD-11. Στη νέα έκδοση, η Ιστριονική Διαταραχή Προσωπικότητας έπαψε να υπάρχει ως ξεχωριστή διαγνωστική κατηγορία. Στη θέση της, οι ιστριονικές παρουσιάσεις περιγράφονται διαστατικά, μέσα από έναν συνδυασμό γνωρισμάτων προσωπικότητας. Την ίδια χρονιά, οι Mancini, Stanghellini και συνεργάτες δημοσίευσαν την εργασία τους «Se-duction is not sex-duction» (2022), ζητώντας την «απο-σεξουαλικοποίηση»« και «απο-φεμινικοποίηση» της υστερικής φαινομενολογίας, πενήντα χρόνια μετά την Chesler. Το DSM-5-TR διατηρεί ακόμα την κατηγορική διάγνωση κι έτσι η ιστριονική διάγνωση συνεχίζει να χρησιμοποιείται κανονικά στις περισσότερες χώρες.

Ο φόβος της ανυπαρξίας χωρίς το βλέμμα του άλλου

Στον πυρήνα της κλινικής εικόνας βρίσκεται ένα συγκεκριμένο συναίσθημα. Όχι η ντροπή που κατοικεί στη Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας, ούτε ο φόβος εγκατάλειψης που χαρακτηρίζει την Οριακή, αλλά ένα διάχυτο αίσθημα ανυπαρξίας όταν το άτομο παύει να βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής του άλλου. Όταν το βλέμμα στρέφεται αλλού, ο εαυτός είναι σαν να αδειάζει. Η εμπειρία αυτή δε χρειάζεται κατ’ ανάγκη πλήθος ή κοινό. Μπορεί να συμβεί σε μια συζήτηση δύο ατόμων, την ώρα που ο άλλος αναφέρεται για λίγη ώρα στα δικά του.

Η σύγχρονη βιβλιογραφία περιγράφει αυτόν τον πυρήνα, όχι ως έναν εγωιστικό «θεατρινισμό», αλλά ως μια βαθιά διαπροσωπική ευαλωτότητα. Σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό, τα άτομα με ΙΔΠ εμφανίζουν σημαντικά υψηλότερα επίπεδα αλεξιθυμίας, δηλαδή δυσκολίας στο να αναγνωρίσουν και να ονομάσουν τα δικά τους συναισθήματα (Ritzl et al., 2018· Chaim et al., 2024). Η εικόνα είναι παράδοξη μόνο φαινομενικά. Όταν ο εσωτερικός χάρτης του συναισθήματος είναι θολός, η εξωτερική έκφραση γίνεται έντονη ακριβώς για να καλύψει την έλλειψη, και η ανάγκη της προσοχής γίνεται το μέσο μέσω του οποίου το άτομο πιστοποιεί στον εαυτό του ότι κάτι νιώθει.

Η συναισθηματική του ζωή κινείται με ταχύτητα. Μπορεί να μεταβαίνει από το γέλιο στα δάκρυα μέσα σε λίγα λεπτά, χωρίς να μπορεί το ίδιο να εξηγήσει γιατί. Το κάθε συναίσθημα έρχεται έντονα κι αμέσως, αλλά συχνά υποχωρεί το ίδιο γρήγορα. Στη βιβλιογραφία αυτή η παρουσίαση έχει περιγραφεί ως ρηχό συναίσθημα (shallow affect), όρος που δεν περιγράφει την έλλειψη συναισθήματος αλλά μια συναισθηματική ένταση χωρίς διάρκεια. Επίσης, η ένταση της έκφρασης αυτής δε συμβαδίζει πάντα με την ένταση του βιώματος.

Η σχέση με τους άλλους

Το πώς αυτός ο πυρήνας μετατρέπεται σε σχεσιακό μοτίβο φαίνεται πολύ καθαρά στις διαπροσωπικές σχέσεις. Από την πρώτη κιόλας γνωριμία, το άτομο μπορεί να βιώσει τον άλλον ως πολύ κοντινό φίλο ή και ως ξεχωριστή σχέση. Μετά από μία απλή συνάντηση, μπορεί να χαρακτηρίσει το/τη συνομιλητή του ως «επιστήθια φίλη» ή ως κάποιον που «το καταλαβαίνει όπως κανείς άλλος». Η υπερτίμηση αυτή της εγγύτητας δεν είναι σκόπιμη και δεν αποτελεί στρατηγική εντυπωσιασμού. Είναι μια αυθόρμητη βιωματική αλήθεια για το ίδιο τη στιγμή που τη ζει, και ακριβώς γι’ αυτό μπορεί να γίνεται και τόσο πειστική προς τα έξω.
Για ένα μεγάλο μέρος του 19ου και του 20ού αιώνα, η ψυχιατρική αντιμετώπιζε τη σαγηνευτική ή υπερβολικά σεξουαλικοποιημένη συμπεριφορά των γυναικών με ιστριονικά γνωρίσματα ως ηθική κατάκριση. Στη βιβλιογραφία της εποχής επικρατούσε η ετικέτα της «γυναικείας επιπολαιότητας», μια ταμπέλα που η σύγχρονη κλινική σκέψη έχει αποδομήσει συστηματικά (Mancini et al., 2022). Η σαγηνευτικότητα στην ΙΔΠ δεν έχει σεξουαλικό περιεχόμενο, αλλά αποτελεί τον τρόπο που το άτομο έχει μάθει να ζητά να γίνει ορατό. Το δείχνει με σαφήνεια το ίδιο το πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίζεται. Μια ιατρική εξέταση ή μια συζήτηση με συγγενικό πρόσωπο πολύ μεγαλύτερης ηλικίας μπορούν να γίνουν σκηνές αυτής της συμπεριφοράς, ακόμα κι όταν η σεξουαλική ερμηνεία θα ήταν εντελώς εκτός τόπου. Κι αυτή η εμφάνιση σε ακατάλληλα πλαίσια μαρτυρά ξεκάθαρα ότι το αίτημα κατευθύνεται αλλού.

Στις πιο σταθερές σχέσεις, η ίδια δυναμική κουράζει συνήθως και τους δύο. Πιο φορτική όμως, στις περισσότερες περιπτώσεις, γίνεται για το ίδιο το άτομο. Οι γρήγορες μεταβολές της διάθεσης, η συνεχής ανάγκη να ακούει ότι ο άλλος είναι ακόμα εκεί, η δυσκολία να αντέξει την προσοχή του/της συντρόφου ή του φίλου όταν εκείνη φεύγει για λίγη ώρα, φτιάχνουν έναν αργό αλλά διαρκή κύκλο έντασης. Όταν η προσοχή χαθεί πραγματικά, η αντίδραση μπορεί να φανεί στους γύρω σαν εκβιασμός ή σαν δραματουργία. Στην εσωτερική εμπειρία του ατόμου, πρόκειται όμως για μια απελπισμένη προσπάθεια να ξανατραβήξει το βλέμμα που χάθηκε.

Η εικόνα του εαυτού


Η ίδια η αίσθηση του εαυτού είναι εδώ εξαρτημένη από τον εξωτερικό κατοπτρισμό. Όταν το άτομο μένει μόνο του ή δε βρίσκεται σε αλληλεπίδραση, αναφέρει συχνά μια αίσθηση κενού ή ανυπαρξίας, που το ωθεί να αναζητήσει εκ νέου την επαφή. Η εμφάνιση γίνεται κεντρική επένδυση στη ζωή του, καθώς λειτουργεί ως διαρκές διαβατήριο για την προσοχή του άλλου. Πολλά άτομα αναφέρουν ότι αφιερώνουν δυσανάλογο χρόνο και πόρους στο ντύσιμο, στο μακιγιάζ, στα μαλλιά τους ή στη φυσική τους κατάσταση, και ότι αναστατώνονται έντονα όταν νιώθουν ότι αυτή η εικόνα αμφισβητείται.

Στον τρόπο που μιλά το άτομο, εμφανίζεται κι ένα ξεχωριστό κλινικό χαρακτηριστικό. Ο λόγος του ατόμου τείνει να είναι «εντυπωσιακός» αλλά ελλιπής, όρος που στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία αποδίδεται ως impressionistic speech. Όταν περιγράφει κάτι, μπορεί να μιλά με μεγάλη παραστατικότητα, με γενικότητες και με αόριστες εκφράσεις χωρίς συγκεκριμένες λεπτομέρειες. Αν τον ρωτήσεις «πώς ήταν αυτός ο άνθρωπος;», θα σου πει «υπέροχος» χωρίς να μπορεί να σου δώσει συγκεκριμένα στοιχεία. Αν τον ρωτήσεις «τι σου άρεσε στο βιβλίο;», θα σου πει «ήταν φανταστικό» χωρίς να καταλήξει σε κάτι πιο σαφές. Η υπερβολή στην έκφραση πάει χέρι-χέρι με την αοριστία στο περιεχόμενο.

Πλάι σε όλα αυτά εμφανίζεται κι ένα ακόμη γνώρισμα κεντρικής σημασίας. Το άτομο είναι υποβολιμαίο, επηρεάζεται δηλαδή πολύ εύκολα από τις γνώμες και τις διαθέσεις των ανθρώπων γύρω του. Η δυσκολία του να διαχωρίσει τη δική του γνώμη από εκείνη του πλαισίου που του δίνει εκείνη τη στιγμή την προσοχή κάνει τις πεποιθήσεις και τις προτιμήσεις του να μπορούν να αλλάζουν θεαματικά ανάλογα με το ποιον θαυμάζει ή ποιον θέλει να ικανοποιήσει στη φάση εκείνη της ζωής του.

Στην έρευνα για την αιτιολογία των διαταραχών προσωπικότητας, η Ιστριονική είναι μια από τις λιγότερο μελετημένες. Τα διαθέσιμα δεδομένα προέρχονται κατά κανόνα από μικρές κλινικές μελέτες ή από έμμεσες έρευνες γνωρισμάτων προσωπικότητας στον γενικό πληθυσμό. Η αμφισβήτηση της κατηγορίας στο ICD-11 έχει επιπλέον αποθαρρύνει νέες ερευνητικές πρωτοβουλίες τα τελευταία χρόνια. Παρόλα αυτά, έχουμε αρκετά για να σκιαγραφήσουμε ένα γενικό πλαίσιο. Η διαταραχή προκύπτει από μια αλληλεπίδραση γενετικής προδιάθεσης και πρώιμων αναπτυξιακών εμπειριών, χωρίς κάποιο ξεκάθαρο και μονοδιάστατο μονοπάτι να έχει αναδειχθεί.

Οι μελέτες διδύμων που εξετάζουν τα γνωρίσματα της προσωπικότητας στο γενικό πληθυσμό δείχνουν μια μέτρια κληρονομησιμότητα για διαστάσεις που σχετίζονται με την ιστριονική παρουσίαση. Η αναζήτηση νέων ερεθισμάτων (novelty seeking) και η εξάρτηση από την ανταμοιβή (reward dependence), δύο διαστάσεις που είχε περιγράψει ο Cloninger, εμφανίζουν τέτοιο πρότυπο κληρονομικότητας (Sanchez-Roige et al., 2018). Μέχρι στιγμής, καμία γενετική παραλλαγή δεν έχει βρεθεί να συνδέεται απευθείας με τη διαταραχή. Το πιθανότερο είναι ότι η γενετική φέρνει ένα ιδιοσυγκρασιακό υπόβαθρο, μια ευαισθησία στις ανταμοιβές και μια ευκολία στη συναισθηματική διέγερση, πάνω στο οποίο χτίζεται μετά η διαταραχή με βάση όσα ζει το παιδί στις πρώτες του σχέσεις.

Στις περισσότερες αναπτυξιακές θεωρίες, η ιστριονική παρουσίαση συνδέεται με μια συγκεκριμένη μορφή πρώιμης σχέσης. Το παιδί μεγαλώνει σε ένα οικογενειακό περιβάλλον όπου η συναισθηματική ανταπόκριση των γονέων δεν είναι σταθερή. Η αγάπη και η προσοχή δίνονται κυρίως όταν το παιδί καταφέρνει να γίνει εντυπωσιακό. Πιο ήρεμες εκδηλώσεις ή απλές εκφράσεις αναγκών συχνά αγνοούνται. Με τα χρόνια το παιδί μαθαίνει ότι η σταθερή του παρουσία στο μυαλό των ενηλίκων εξαρτάται από τη συναισθηματική του ένταση. Στη θεωρία του δεσμού (attachment theory) του John Bowlby, αυτή η μορφή πρώιμης σχέσης αντιστοιχεί στον λεγόμενο αμφιθυμικό δεσμό. Το παιδί έχει εσωτερικεύσει την ιδέα ότι ο φροντιστής δεν είναι σταθερά διαθέσιμος. Έτσι επιδιώκει την προσοχή του ενεργητικά, με ένταση που του γίνεται φυσικός τρόπος ύπαρξης (Lorenzini & Fonagy, 2013). Συχνά το ένα ή και τα δύο πρόσωπα-φροντιστές παρουσιάζουν τα ίδια ιστριονικά γνωρίσματα, και τότε το παιδί έχει μπροστά του ένα μοντέλο συμπεριφοράς που το ίδιο αντιγράφει χωρίς να το συνειδητοποιεί.

Σε μέρος των ασθενών, η αναπτυξιακή ιστορία περιλαμβάνει επίσης τραυματικές εμπειρίες πέρα από την ασταθή φροντίδα. Μελέτες των τελευταίων ετών συνδέουν την Ιστριονική Διαταραχή Προσωπικότητας με ιστορικό σωματικής κακοποίησης και συναισθηματικής παραμέλησης στην παιδική ηλικία (Yalch et al., 2023). Όταν στην εικόνα εμπλέκεται και σεξουαλική κακοποίηση, στην κλινική εικόνα εμφανίζονται συχνά κάποια από τα πιο επώδυνα γνωρίσματα της διαταραχής. Η σεξουαλικότητα γίνεται από πολύ νωρίς ο τρόπος που το παιδί έμαθε να εξασφαλίζει την προσοχή ή τη φροντίδα ενός ενήλικα.

Πέρα από τα ατομικά αυτά μονοπάτια, η κουλτούρα παίζει τον δικό της ρόλο. Σε εξωστρεφέστερες κοινωνίες, ορισμένα ιστριονικά γνωρίσματα μπορεί να μην αναγνωριστούν ποτέ ως κλινική δυσκολία και να εκλαμβάνονται απλώς ως μέρος του χαρακτήρα του ατόμου. Η κουλτούρα δηλαδή καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την ηλικία στην οποία η ιστριονική παρουσίαση γίνεται ορατή σε όσους είναι γύρω από το άτομο, χωρίς να την προκαλεί η ίδια. Δύο παιδιά που μεγαλώνουν στο ίδιο σπίτι μπορεί να καταλήξουν σε εντελώς διαφορετικές πορείες ανάλογα με τη γενετική τους σύσταση, την ιδιοσυγκρασία τους, τις σχέσεις που θα δημιουργήσουν αργότερα έξω από την οικογένεια, και πολλά άλλα. Αυτή η πολυπλοκότητα είναι σημαντικό να αναγνωρίζεται, ώστε να μην ενοχοποιούνται αυτόματα οι γονείς για κάθε δυσκολία που εμφανίζεται αργότερα στη ζωή ενός παιδιού.

Η διάγνωση της Ιστριονικής Διαταραχής Προσωπικότητας έχει αρκετές ιδιαιτερότητες. Όπως και η Ναρκισσιστική, είναι σε μεγάλο βαθμό εγωσυντονική. Το άτομο βλέπει τα γνωρίσματα της διαταραχής ως κανονικά κομμάτια του χαρακτήρα του και συχνά φτάνει στον κλινικό για άλλους λόγους, όπως μια αποτυχία στις σχέσεις ή μια καταθλιπτική φάση. Επιπλέον, αρκετά από τα διαγνωστικά κριτήρια μοιάζουν με χαρακτηριστικά που εμφανίζονται και σε ψυχικά υγιείς ανθρώπους, όπως η έντονη εκφραστικότητα και η ζωντάνια που τραβά την προσοχή των άλλων. Η διαφορά της παθολογικής έκφρασης από την υγιή κρίνεται με βάση την ακαμψία του μοτίβου και τον βαθμό που επηρεάζει τη λειτουργικότητα του ατόμου.

Η διάγνωση δίνεται στην κλινική πράξη μέσα από συνέντευξη με επαγγελματία ψυχικής υγείας, σε περισσότερες από μία συνεδρίες. Ο κλινικός χρειάζεται να συνδυάσει αρκετές πηγές πληροφορίας, την προσωπική ιστορία του ατόμου, την παρατήρηση της συμπεριφοράς του μέσα στη συνεδρία, την αντίδραση του ίδιου του θεραπευτή απέναντί του (αυτό που η ψυχοδυναμική θεωρία ονομάζει «αντιμεταβίβαση»), και κάποιες φορές πληροφορίες από συγγενείς ή προηγούμενους κλινικούς. Καμία από αυτές δεν αρκεί από μόνη της, καθώς η αξιόπιστη διάγνωση είναι αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που παίρνει χρόνο.

Τα διαγνωστικά κριτήρια του DSM-5-TR

Σύμφωνα με το Section II του DSM-5-TR, η διάγνωση της Ιστριονικής Διαταραχής Προσωπικότητας απαιτεί την παρουσία ενός διάχυτου μοτίβου υπερβολικής συναισθηματικότητας κι αναζήτησης προσοχής, που ξεκινά από τη νεαρή ενηλικίωση κι εκδηλώνεται σε πολλά πλαίσια της ζωής του ατόμου. Πιο συγκεκριμένα, χρειάζεται να πληρούνται τουλάχιστον πέντε από τα ακόλουθα οχτώ κριτήρια.

  • Δυσφορεί όταν δε βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής.
  • Στις σχέσεις του με τους άλλους εμφανίζει συχνά ανάρμοστη σεξουαλικά σαγηνευτική ή προκλητική συμπεριφορά.
  • Εμφανίζει γρήγορα μεταβαλλόμενα κι επιφανειακά συναισθήματα.
  • Χρησιμοποιεί σταθερά τη φυσική του εμφάνιση για να τραβήξει την προσοχή.
  • Έχει ύφος ομιλίας που είναι έντονα εντυπωσιακό αλλά χωρίς συγκεκριμένες λεπτομέρειες.
  • Παρουσιάζει αυτο-δραματοποίηση, θεατρικότητα και υπερβολική έκφραση συναισθημάτων.
  • Είναι υποβολιμαίος, δηλαδή επηρεάζεται εύκολα από τους άλλους ή από τις περιστάσεις.
  • Θεωρεί τις σχέσεις του πιο στενές απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα.

Όπως σε όλες τις διαταραχές προσωπικότητας, χρειάζεται επίσης να πληρούνται κάποιες γενικές προϋποθέσεις. Το μοτίβο πρέπει να είναι διάχυτο, δηλαδή να εμφανίζεται σε πολλά διαφορετικά πλαίσια της ζωής του ατόμου, να ξεκινά από τη νεαρή ενηλικίωση χωρίς να χρονολογείται σε συγκεκριμένες φάσεις, και να προκαλεί κλινικά σημαντική δυσφορία ή λειτουργική έκπτωση. Ο κλινικός χρειάζεται επιπλέον να αποκλείσει ότι τα γνωρίσματα ερμηνεύονται καλύτερα από κάποια άλλη ψυχιατρική κατάσταση ή από τη χρήση ουσιών.

Πέρα από την κλινική διαδικασία της διάγνωσης, υπάρχει για την Ιστριονική Διαταραχή Προσωπικότητας κι ένα δεύτερο, πιο θεμελιακό ζήτημα, αν δηλαδή η κατηγορία πρέπει να υπάρχει ως ξεχωριστή οντότητα στις διαγνωστικές ταξινομήσεις. Αρκετοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι η διαταραχή δεν αποτελεί ξεχωριστή οντότητα αλλά μάλλον επικαλύπτεται έντονα με άλλες διαταραχές της Ομάδας Β, ιδιαίτερα με τη Ναρκισσιστική (Bakkevig & Karterud, 2010). Η αφαίρεσή της από το ICD-11 το 2022 αντανακλά εν μέρει ακριβώς αυτή τη συζήτηση. Οι ιστριονικές παρουσιάσεις περιγράφονται πλέον στο νέο σύστημα μέσω διαστατικών γνωρισμάτων προσωπικότητας, ενώ στο DSM-5-TR εξακολουθεί να αναγνωρίζεται ως αυτόνομη διάγνωση, η εμπειρική στήριξη της κατηγορίας ωστόσο παραμένει πιο αδύναμη σε σύγκριση με αυτή της Ναρκισσιστικής ή της Οριακής Διαταραχής Προσωπικότητας.

Η διαφορική διάγνωση της Ιστριονικής Διαταραχής Προσωπικότητας δεν είναι ευθεία υπόθεση. Πολλά από τα γνωρίσματά της εμφανίζονται και σε άλλες ψυχιατρικές καταστάσεις, ενώ στις διαταραχές προσωπικότητας της Ομάδας Β τα όρια είναι συχνά θολά στην κλινική πράξη. Η Ναρκισσιστική και η Οριακή είναι αυτές που μπορούν να μπερδέψουν περισσότερο.

Στη Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας η εξωτερική εικόνα μπορεί όντως να μοιάζει με ιστριονική, ιδίως όταν το άτομο επιδιώκει διαρκώς να γίνεται κέντρο της προσοχής. Αυτό που μένει διαφορετικό είναι ο εσωτερικός σκοπός που αυτή η αναζήτηση εξυπηρετεί. Στη Ναρκισσιστική, η αναζήτηση καλύπτει μια χρόνια ντροπή κι ένα αίσθημα ανεπάρκειας. Η ιστριονική αναζήτηση εξυπηρετεί κάτι πιο πρωτογενές: τον φόβο ότι το άτομο παύει να υπάρχει όταν δεν το βλέπει κανείς. Η ενσυναίσθηση επίσης διαφέρει σημαντικά. Παραμένει σε μεγάλο βαθμό άθικτη στα άτομα με Ιστριονική Διαταραχή Προσωπικότητας, ενώ η σαφής της έκπτωση είναι από τα διαγνωστικά κριτήρια της Ναρκισσιστικής.

Πιο σύνθετη γίνεται η διάκριση από την Οριακή Διαταραχή Προσωπικότητας. Οι έντονες συναισθηματικές διακυμάνσεις κι η ασταθής σχεσιακή εικόνα κάνουν τις δύο διαταραχές να μοιάζουν επιφανειακά. Η αληθινή διαφορά κρύβεται στο τι πυροδοτεί την κρίση. Στην Οριακή, το κινητήριο είναι ο φόβος της εγκατάλειψης, και σε στιγμές κρίσης οι αντιδράσεις γίνονται συχνά αυτοκαταστροφικές, με αίσθηση εσωτερικής διάλυσης που ακολουθεί. Η ιστριονική αντίδραση σε στιγμές απογοήτευσης τείνει να μένει στο επίπεδο της θεατρικής έκφρασης, χωρίς το χαοτικό αίσθημα κενότητας και το χρόνιο αυτοκτονικό βάρος της Οριακής.

Με την Εξαρτητική Διαταραχή Προσωπικότητας η σύγχυση είναι λιγότερο συχνή. Παρότι και οι δύο διαταραχές στρέφουν το άτομο έντονα προς τις σχέσεις του, το αίτημα είναι τελείως διαφορετικό. Η εξαρτητική προσωπικότητα χρειάζεται κάποιον που θα φροντίζει και θα αποφασίζει στη θέση της, ώστε να μη μείνει μόνη. Η ιστριονική ανάγκη εστιάζεται αλλού, σχεδόν αποκλειστικά στην ορατότητα και την επιβεβαίωση της παρουσίας του ατόμου στο μυαλό του άλλου.

Από τις διαγνώσεις εκτός των διαταραχών προσωπικότητας, η μανία ή υπομανία στη Διπολική Διαταραχή μπορεί να δώσει παρόμοια εξωτερική εικόνα. Η διαφορά εδώ είναι χρονική: η μανία αποτελεί επεισόδιο που ξεκινά και τελειώνει, ενώ η Ιστριονική είναι σταθερό μοτίβο που το άτομο κουβαλά από νεαρή ηλικία. Μια ακόμα διαφοροδιάγνωση αφορά τη σωματόμορφη συμπτωματολογία. Σε ορισμένους ασθενείς με ιστριονικά γνωρίσματα εμφανίζονται και σωματικά συμπτώματα χωρίς οργανική αιτία, αντανάκλαση της μακράς συγγένειας της Ιστριονικής με την κλασική υστερία. Όταν τα σωματικά συμπτώματα είναι κυρίαρχα, η σωστή διάγνωση μπορεί τελικά να είναι σωματόμορφη ή διασχιστική.

Στην κλινική πράξη, η συννοσηρότητα είναι ο κανόνας. Σχεδόν όλα τα άτομα με Ιστριονική Διαταραχή Προσωπικότητας πληρούν κάποια στιγμή στη ζωή τους τα κριτήρια και για κάποια άλλη κατάσταση, συχνότερα κατάθλιψη ή αγχώδη διαταραχή. Η διαφορική διάγνωση εδώ σπάνια καταλήγει σε ένα καθαρό «αυτό κι όχι το άλλο», και συχνότερα σε μια εκτίμηση συννοσηροτήτων γύρω από έναν ιστριονικό πυρήνα. Στην ίδια λογική, οι μικτές κλινικές εικόνες όπου ιστριονικά γνωρίσματα συνυπάρχουν με ναρκισσιστικά ή οριακά στοιχεία είναι αρκετά συχνές, και η διαστατική προσέγγιση του ICD-11 πιθανώς αντικατοπτρίζει αυτή την πραγματικότητα καλύτερα απ’ ό,τι η κατηγορική.

Η θεραπεία της Ιστριονικής Διαταραχής Προσωπικότητας ξεκινά συναντώντας ένα κλινικό παράδοξο. Το άτομο που έρχεται στο γραφείο δίνει συχνά την εντύπωση κάποιου με έντονη, ζωντανή συναισθηματική ζωή. Μιλά παραστατικά κι εκφράζεται με ένταση. Πίσω όμως από αυτή την εξωτερική εικόνα, το εσωτερικό βίωμα είναι συχνά πιο ρηχό και πιο θολό απ’ ό,τι δείχνει. Ένα από τα κεντρικά έργα της θεραπείας είναι αυτή η γέφυρα, να βοηθήσει το άτομο να συναντηθεί με αυτό που πραγματικά νιώθει, πέρα από αυτό που έχει μάθει να εκφράζει.

Όπως και στη Ναρκισσιστική, ένα μεγάλο μέρος των ατόμων με Ιστριονική Διαταραχή Προσωπικότητας φτάνει στον κλινικό όχι για τα ιστριονικά γνωρίσματα αυτά καθεαυτά αλλά επειδή κάποια άλλη περιοχή της ζωής τα έχει δυσκολέψει. Συχνότερα πρόκειται για μια καταθλιπτική φάση μετά την κατάρρευση μιας σημαντικής σχέσης, ή για ένα γενικότερο αίσθημα κενού που εμφανίστηκε σε προχωρημένη ηλικία όταν η εμφάνιση και η αναζήτηση προσοχής σταμάτησαν να αρκούν. Η ίδια η ιστριονική παθολογία είναι σε μεγάλο βαθμό εγωσυντονική. Το άτομο τη βιώνει ως κανονικό μέρος του ποιο είναι, και χρειάζεται χρόνος για να αναγνωριστεί ως κάτι που θα μπορούσε να αλλάξει.

Η θεραπεία που έχει αποδειχτεί πιο αποτελεσματική είναι η ψυχοθεραπεία, και κανένα συγκεκριμένο φάρμακο δεν αντιμετωπίζει την ιστριονική παθολογία αυτή καθαυτή. Η ψυχοδυναμική προσέγγιση έχει τη μακρύτερη παράδοση στη θεραπεία της διαταραχής, με τις ρίζες της να φτάνουν μέχρι τις πρώιμες κλινικές περιπτώσεις του Freud. Στόχος της είναι να βοηθήσει το άτομο να συνδέσει τις τωρινές του δυσκολίες με τα πρώιμα σχεσιακά μοτίβα της παιδικής ηλικίας. Η ψυχοθεραπευτική σχέση γίνεται ο χώρος όπου εκείνα τα μοτίβα εμφανίζονται ξανά και μπορούν να γίνουν αντικείμενο επεξεργασίας μαζί με τον θεραπευτή.

Η Γνωσιακή-Συμπεριφορική Θεραπεία ακολουθεί διαφορετική προσέγγιση. Εστιάζει σε συγκεκριμένα μοτίβα σκέψης και συμπεριφοράς που δημιουργούν προβλήματα στη ζωή του ατόμου, όπως η ανάγκη να γίνεται πάντα κέντρο της παρέας ή η δυσκολία να ανεχτεί στιγμές που δεν το βλέπει κανείς. Με τη βοήθεια του θεραπευτή, το άτομο μαθαίνει να αναγνωρίζει αυτά τα μοτίβα και να δοκιμάζει νέους τρόπους αντίδρασης. Η ομαδική ψυχοθεραπεία αποτελεί μια ενδιαφέρουσα εναλλακτική, καθώς δίνει στο άτομο τη δυνατότητα να λάβει άμεση ανατροφοδότηση από άλλους για τον τρόπο που λειτουργεί στις σχέσεις του. Η σύνθεση της ομάδας χρειάζεται προσοχή. Σε μικρές ομάδες ή σε ομάδες χωρίς ισορροπία στη συμμετοχή, το άτομο μπορεί να μονοπωλήσει τη συνεδρία και να καταλήξει να αναπαράγει τα ίδια μοτίβα που έφερε στη θεραπεία.

Μέσα στη συνεδρία, το άτομο τείνει να ζει τα ίδια σχεσιακά μοτίβα που χρησιμοποιεί κι έξω από αυτή. Παρουσιάζεται σαγηνευτικά κι εκδραματίζει τα συναισθήματά του, ζητώντας διαρκώς επιβεβαίωση από τον θεραπευτή ότι το προσέχει. Ο θεραπευτής βρίσκεται συχνά σε μια πολύ λεπτή θέση. Δουλειά του είναι μια ουδέτερη, σταθερή στάση που αναγνωρίζει τα συναισθήματα του ατόμου ως πραγματικά αλλά δεν τροφοδοτεί την έντονη παρουσίασή τους. Στην πράξη ονομάζει αυτά τα μοτίβα όταν εμφανίζονται μέσα στη συνεδρία και τα συνδέει με την παλιότερη σχεσιακή ιστορία του ατόμου.

Δεν υπάρχει κάποιο φαρμακευτικό σκεύασμα ειδικό για τη θεραπεία της Ιστριονικής Διαταραχής Προσωπικότητας. Η φαρμακευτική αγωγή συνταγογραφείται μόνο στην περίπτωση που υπάρχουν συννοσηρότητες με πιο συχνές ένα καταθλιπτικό επεισόδιο ή μια αγχώδη διαταραχή. Στοχεύει έτσι στο να μειώσει τα συμπτώματα της όποιας συννοσηρής κατάστασης ώστε το άτομο να μπορεί να κάνει μια πιο ενεργή ψυχοθεραπευτική δουλειά.

Η θεραπεία της ΙΔΠ είναι σχεδόν πάντα μακροχρόνια, καθώς στοχεύει μοτίβα που έχουν διαμορφωθεί ήδη από την παιδική ηλικία. Με το πέρασμα του χρόνου, το άτομο μπορεί να αναπτύξει μια πιο εσωτερική αίσθηση του εαυτού του η οποία δε θα εξαρτάται διαρκώς από το βλέμμα των άλλων ανθρώπων και ταυτόχρονα να διατηρήσει την εκφραστικότητα και τη ζωντάνια του, χωρίς όμως να είναι πια αυτά τα μοναδικά εργαλεία που θα στηρίζουν την παρουσία του στον κόσμο.

Είναι σχεδόν αναπόφευκτο ένα κείμενο σαν κι αυτό να σας θυμίσει κομμάτια του εαυτού σας. Η αναζήτηση της προσοχής, η εκφραστικότητα του συναισθήματος, η ανάγκη να ορίζεστε μέσα από το βλέμμα του άλλου, η αγωνία για το πώς σας βλέπουν οι άνθρωποι γύρω σας, όλα αυτά υπάρχουν σε διαφορετικούς βαθμούς και σε διαφορετικές εκδοχές μέσα στους περισσότερους ανθρώπους. Η ικανότητα μάλιστα να φέρνει κανείς ατόφιο συναίσθημα μέσα σε έναν χώρο, να ζωντανεύει μια κοινωνική συνάθροιση, να γοητεύει το βλέμμα του άλλου, αποτελεί μέρος της κοινωνικής ζωής και πολλοί τη θεωρούν προτέρημα. Η αναγνώριση επομένως κάποιων δικών σας στοιχείων μέσα στις προηγούμενες σελίδες δεν αρκεί από μόνη της για να μιλήσουμε για ψυχοπαθολογία. Καμία διαταραχή προσωπικότητας δε διαγιγνώσκεται από ένα διαδικτυακό άρθρο, από μια λίστα συμπτωμάτων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή από ένα τεστ της είτε δικής σας επιλογής είτε κάποιου τρίτου. Η κλινική διάγνωση μιας διαταραχής προσωπικότητας απαιτεί τη συστηματική συνεργασία με έναν εξειδικευμένο επαγγελματία ψυχικής υγείας, που θα δει συνολικά το μοτίβο της ζωής σας μέσα από αρκετές συνεδρίες και μέσα στο πέρασμα κάποιου χρόνου.

Σε αυτό το σημείο αξίζει να σταθείτε σε μια διάκριση κλινικά κρίσιμη, αυτή ανάμεσα σε μια δύσκολη φάση και σε ένα διαρκές μοτίβο της προσωπικότητας. Σε περιόδους ιδιαίτερης πίεσης, όπως μετά από έναν χωρισμό, μετά από μια απώλεια ή μέσα σε μια έντονη επαγγελματική κρίση, είναι αναμενόμενο να ενταθούν προσωρινά συμπεριφορές αναζήτησης προσοχής ή να γίνει πιο έντονη η εκφραστικότητα του συναισθήματος. Αυτό όμως δε συνιστά Ιστριονική Διαταραχή Προσωπικότητας. Στην κλινική διαταραχή μιλάμε για ένα διάχυτο μοτίβο που ακολουθεί το άτομο από την πρώιμη ενήλικη ζωή, εμφανίζεται σταθερά σε αρκετά διαφορετικά πλαίσια (στην εργασία, στις φιλίες, στις ρομαντικές σχέσεις), κι επαναλαμβάνεται με παραλλαγές σε διαδοχικές σας σχέσεις. Ένα ερώτημα που ίσως σας φανεί πιο διαφωτιστικό από ένα τεστ είναι το εξής: όταν αποκτάτε την προσοχή που ζητούσατε, νιώθετε μια ικανοποίηση που σας ξεκουράζει για κάποιο διάστημα, ή λίγο αμέσως μετά εμφανίζεται μια αίσθηση κενού που σας οδηγεί στην αναζήτηση της επόμενης δόσης προσοχής; Η δεύτερη απάντηση δεν επιβεβαιώνει διάγνωση, αλλά αποτελεί έναν λόγο ρεαλιστικό για να φέρετε αυτή τη συζήτηση σε έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας που θα ξέρει να την υποδεχτεί χωρίς να σας κρίνει.

Είναι κατανοητός κι ένας φόβος που εμφανίζεται συχνά σε αυτό το σημείο, και αυτός αφορά στο ότι μια διάγνωση μπορεί να μετατραπεί σταδιακά σε ταυτότητα ή να σας μείνει σαν ετικέτα, σαν ταμπέλα. Στις ψηφιακές συζητήσεις της εποχής μας, και ιδιαίτερα στα social media, οι ψυχιατρικοί όροι δυστυχώς κυκλοφορούν συχνά απογυμνωμένοι από το κλινικό τους πλαίσιο κι αναμεμειγμένοι με στιγματιστικές παρανοήσεις που σας κάνουν εύλογα επιφυλακτικούς. Στην περίπτωση μάλιστα της Ιστριονικής Διαταραχής Προσωπικότητας, ο φόβος αυτός έχει μια επιπλέον ιστορική βαρύτητα, καθώς η διαταραχή κουβαλάει στις ρίζες της τον όρο «υστερία» κι ένα ολόκληρο έμφυλο-στιγματιστικό φορτίο που υπάρχει από την εποχή του Charcot ως σήμερα. Μέσα στο κλινικό πλαίσιο όμως, η ίδια λέξη χρησιμοποιείται με διαφορετικό τρόπο. Ο εξειδικευμένος επαγγελματίας τη χρησιμοποιεί ως εργαλείο για να κατανοήσει το πώς οργανώνεται η ψυχική σας ζωή και πώς αυτή η κατανόηση μπορεί να μετουσιωθεί σε ένα θεραπευτικό σχέδιο που σας ταιριάζει. Όσοι έχουν περάσει τη διαδικασία της κλινικής αξιολόγησης, περιγράφουν αρκετές φορές μια αίσθηση ανακούφισης μετά από αυτή, καθώς μπορούν επιτέλους να μιλήσουν με ένα κοινό λεξιλόγιο για κάτι που τους ταλαιπωρούσε, χωρίς να έχει όνομα, για χρόνια.

Στην Ιστριονική Διαταραχή Προσωπικότητας αρκετά συχνά, μια κατηγορία αναγνωστών φτάνει σε αυτό το κείμενο γιατί η εικόνα που διάβασε τους θύμισε κάποιον δικό τους άνθρωπο. Αν είστε σε αυτή τη θέση, καλό είναι να μην προχωρήσετε σε δικά σας συμπεράσματα πριν σταθείτε σε μερικά σημεία. Αρχικά, εσείς δεν είστε σε θέση να διαγνώσετε. Όσο κι αν έχετε διαβάσει, όσο κι αν έχετε παρατηρήσει, η διάγνωση μιας διαταραχής προσωπικότητας απαιτεί έναν εκπαιδευμένο επαγγελματία που θα δει το άτομο σε αρκετές συνεδρίες. Πολλά από όσα διαβάσατε στις προηγούμενες σελίδες μπορεί από έξω να μοιάζουν με ιστριονικά γνωρίσματα, ενώ στην πραγματικότητα αντικατοπτρίζουν κάτι αρκετά διαφορετικό, μια καταθλιπτική φάση, μια μη επεξεργασμένη τραυματική εμπειρία, μια ιδιαίτερα εκφραστική ιδιοσυγκρασία, ή απλώς μια δύσκολη περίοδο πίεσης που θα περάσει. Δεύτερο σημείο, ίσως το πιο κρίσιμο για τη συγκεκριμένη παθολογία.

Ακόμα κι αν η εκτίμησή σας τελικά αποδειχθεί κλινικά σωστή, χρειάζεται να γνωρίζετε πως η Ιστριονική Διαταραχή Προσωπικότητας είναι σε μεγάλο βαθμό εγωσυντονική. Το άτομο δηλαδή, δε βιώνει τα γνωρίσματά του ως πρόβλημα αλλά ως αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού του, και σπάνια αναζητά μόνο του τη βοήθεια ενός επαγγελματία ψυχικής υγείας, εκτός κι αν εμφανιστεί κάτι άλλο που να το ταρακουνήσει συναισθηματικά, μια έντονη σχεσιακή απογοήτευση, μια διάχυτη αίσθηση κενού που έρχεται όταν η αναζήτηση προσοχής σταματάει να το ικανοποιεί όπως παλιά, ή μια συννοσηρή κατάθλιψη που το ωθεί να αναζητήσει βοήθεια αρχικά για άλλους λόγους. Καμία δική σας προσπάθεια, λοιπόν, δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη δική του αναγνώριση πως κάτι μπορεί να αλλάξει. Μπορείτε όμως να εκφράζετε με σαφήνεια πώς σας επηρεάζει η συγκεκριμένη δυναμική στις στιγμές που σας κουράζει ή σας πληγώνει, και να σεβαστείτε ταυτόχρονα πως η δική του πορεία προς τη θεραπεία χρειάζεται το δικό της χρόνο.

Τέλος, αν η σχέση με αυτό το πρόσωπο σας έχει επηρεάσει αρνητικά, αξίζει να θυμάστε πως δικαιούστε κι εσείς τη δική σας υποστήριξη. Δε χρειάζεται να ξεκινήσετε ψυχοθεραπεία για να καταλάβετε τι νιώθει ο άλλος. Ξεκινάτε ψυχοθεραπεία για να φροντίσετε τη δική σας ψυχική υγεία και τα δικά σας όρια μέσα σε μια δυναμική που μπορεί να είναι ψυχικά εξαντλητική. Η κοντινή σχέση με ένα άτομο που ζει με Ιστριονική Διαταραχή Προσωπικότητας κουβαλάει τη δική της κούραση, καθώς η ανάγκη του ατόμου να βρίσκεται διαρκώς στο επίκεντρο της προσοχής μπορεί να αφήνει εσάς, χωρίς ίσως αυτό να γίνεται πάντα αντιληπτό, να νιώθετε σταδιακά αόρατοι μέσα στην ίδια σας τη σχέση. Ένας ικανός θεραπευτής μπορεί να σας βοηθήσει να ξεχωρίσετε τι από όσα νιώθετε ανήκει στη δική σας προσωπική ιστορία και τι σχετίζεται με τη συγκεκριμένη σχεσιακή δυναμική, καθώς και να βρείτε τρόπους να σταθείτε δίπλα στο άτομο που αγαπάτε χωρίς να εξαντλείται η δική σας ψυχική αντοχή.

Μύθοι & Αλήθειες για την Ιστριονική Διαταραχή

μύθος #1

Είναι απλώς δραματικοί άνθρωποι.

μύθος #2

Το κάνουν επίτηδες για προσοχή.

μύθος #3

Αφορά μόνο γυναίκες.

Αλήθεια

Πρόκειται για σταθερό μοτίβο προσωπικότητας που επηρεάζει τη λειτουργικότητα.

Αλήθεια

Η ανάγκη για προσοχή συχνά συνδέεται με εύθραυστη αυτοεκτίμηση.

Αλήθεια

Και τα δύο φύλα εμφανίζουν ΙΔΠ, αλλά οι πολιτισμικές προσδοκίες επηρεάζουν τη διάγνωση.

Πηγές & ενδεικτική βιβλιογραφία

Οι πληροφορίες παρέχονται μόνο για ενημερωτικό σκοπό. Δε θα πρέπει να θεωρηθούν υποκατάστατο της εξατομικευμένης Ψυχιατρικής εξέτασης, διάγνωσης και θεραπείας.

Εάν δεν αισθάνεσαι καλά…

…μη διστάσεις να ζητήσεις βοήθεια!

Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας είμαστε εδώ για να σε βοηθήσουμε όσο καλύτερα μπορούμε! Δε χρειάζεται να περνάς μόνος/η σου κάτι που σε δυσκολεύει τόσο… αξίζεις να έχεις τη στήριξη που χρειάζεσαι! Κι αν αυτή τη στιγμή σου φαίνεται δύσκολο να κάνεις το πρώτο βήμα, θέλω να ξέρεις πως δεν είσαι μόνος/η σου σε αυτό. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που προσπαθούν κάθε μέρα να φροντίσουν τον ψυχικό τους κόσμο και υπάρχουν επίσης κι επαγγελματίες που μπορούν να σταθούν δίπλα σου σε αυτή την προσπάθεια.

Δε σου λέω πως είναι πάντα εύκολο…κάποιες φορές χρειάζεται χρόνος, υπομονή κι επιμονή. Με την κατάλληλη στήριξη, όμως, τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν! Ακόμη κι αν αυτή τη στιγμή όλα σου φαίνονται σκοτεινά ή μπερδεμένα, αυτό δε σημαίνει ότι θα παραμείνουν έτσι!

Επειδή η παρούσα σελίδα έχει ενημερωτικό και ψυχοεκπαιδευτικό χαρακτήρα, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την άμεση επαγγελματική βοήθεια σε μια επείγουσα κατάσταση…Αν αισθάνεσαι ότι χρειάζεσαι άμεση υποστήριξη, μπορείς να απευθυνθείς στο γιατρό σου ή να καλέσεις σε κάποιο από τα τηλέφωνα υποστήριξης κι έκτακτης ανάγκης που θα βρεις παρακάτω.

τηλ. γραμμη ψυχοκοινωνικησ υποστηριξησ 10306

τηλ. γραμμη sos για παιδια, εφηβουσ & γονεισ 1056

τηλ. γραμμη ψυχολογικησ υποστηριξησ ιθακη 1145

Εθνικο Κεντρο αμεσης Βοηθειας (ΕΚΑΒ) 166

Κάρτες Αξιών & Περιορισμών

Εγγραφείτε στο newsletter και λάβετε δωρεάν τις 54 Κάρτες Αξιών & Περιορισμών, ένα εργαλείο αυτογνωσίας που σχεδιάστηκε για να σας βοηθήσει να αναγνωρίσετε τι έχει πραγματικά σημασία για εσάς και τι μπορεί να σας κρατά πίσω!