Διαταραχή Αποθησαύρισης

Τι είναι η Διαταραχή Αποθησαύρισης;

Η Διαταραχή Αποθησαύρισης (ΔΑΘ), γνωστή και ως Διαταραχή Παρασυσσώρευσης, ανήκει στις διαταραχές του ιδεοψυχαναγκαστικού φάσματος και χαρακτηρίζεται από επίμονη δυσκολία αποχωρισμού αντικειμένων, ανεξάρτητα από την πραγματική τους αξία. Το άτομο βιώνει έντονη δυσφορία στη σκέψη ότι πρέπει να πετάξει κάτι, ακόμη κι όταν πρόκειται για αντικείμενα που δεν έχουν πρακτική χρησιμότητα ή που βρίσκονται σε κακή κατάσταση.

Η Διαταραχή Αποθησαύρισης δε δημιουργεί μόνο «ακαταστασία» στο σπίτι. Δυσκολεύει το άτομο και με τη λήψη αποφάσεων, την οργάνωση και τη συναισθηματική του αποδέσμευση. Επιπλέον, προκαλεί έντονο άγχος και μόνο στη σκέψη της απώλειας ενός αντικειμένου και στην πιθανότητα «να χρειαστεί στο μέλλον». Με την πάροδο του χρόνου, η υπερσυσσώρευση μπορεί να οδηγήσει πράγματι σε έντονη ακαταστασία η οποία είναι τόσο σοβαρή που εμποδίζει την κατάλληλη χρήση των χώρων του σπιτιού και μπορεί να δημιουργήσει και προβλήματα στην υγιεινή και την ασφάλεια.

Η ίδια η λέξη «αποθησαύριση» έχει εξαιρετικά διαφανή ετυμολογία και κρύβει μέσα της το κλειδί της διαταραχής. Προέρχεται από το ρήμα «θησαυρίζω», με την ίδια ρίζα που έχει κι ο «θησαυρός», κι αυτό εξηγεί ακριβώς τη φύση του φαινομένου: το άτομο με ΔΑΘ αντιμετωπίζει σαν προσωπικό «θησαυρό» αντικείμενα που στους άλλους φαίνονται εντελώς ασήμαντα, όπως παλιές εφημερίδες, άδεια κουτιά, λογαριασμούς που έχουν εξοφληθεί προ πολλού ή ρούχα που δε θα ξαναφορεθούν ποτέ.

Τα συμπτώματα της Διαταραχής Αποθησαύρισης ξεκινούν συχνά από την εφηβεία, αν και γίνονται πιο εμφανή και επιβαρυντικά σε μεγαλύτερες ηλικίες, με τη συχνότητα ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες να είναι παρόμοια. Στον γενικό πληθυσμό ο επιπολασμός της ΔΑΘ υπολογίζεται περίπου στο 2-2.5%, με ορισμένες πληθυσμιακές μελέτες να δίνουν εκτιμήσεις που φτάνουν έως και το 5-6%, ιδιαίτερα στα δείγματα των ηλικιωμένων (Postlethwaite et al., 2019). 

Χαρακτηριστική της διαταραχής είναι η χρόνια κι αθροιστική της πορεία: τα συμπτώματα τείνουν να επιδεινώνονται σταδιακά μέσα στις δεκαετίες, με αποτέλεσμα η σώρευση να φτάνει σε δυσλειτουργικά επίπεδα συνήθως μετά τα μέσα της ζωής του ατόμου. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο μέσος χρόνος που μεσολαβεί ανάμεσα στην έναρξη των συμπτωμάτων και την πρώτη επαφή του ατόμου με τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας μπορεί να ξεπεράσει τις δύο δεκαετίες, κάτι που εξηγείται από την περιορισμένη επίγνωση που χαρακτηρίζει συχνά τη ΔΑΘ καθώς κι από τη ντροπή που οδηγεί τα ίδια τα άτομα σε μυστικοπάθεια γύρω από την κατάσταση του σπιτιού τους (Morein-Zamir et al., 2023).

Hilma af Klint, Group IV, No. 3 (1907). Public Domain.

Η εικόνα της Διαταραχής Αποθησαύρισης οργανώνεται γύρω από τρεις βασικούς άξονες οι οποίοι αλληλεπιδρούν διαρκώς μεταξύ τους κι αλληλοτροφοδοτούνται στο πέρασμα του χρόνου. Στον πρώτο άξονα βρίσκεται η γνωστική και συναισθηματική σχέση του ατόμου με τα ίδια τα αντικείμενά του. Στον δεύτερο, ο οποίος λειτουργεί στην πράξη ως διαγνωστικό κλειδί της διαταραχής, βρίσκεται όλο το πεδίο των συμπεριφορών του γύρω από την απόκτηση, τη διατήρηση και τη μη απόρριψη των πραγμάτων του. Στον τρίτο τέλος αναπτύσσονται οι λειτουργικές συνέπειες που η ίδια η σώρευση επιφέρει στον φυσικό χώρο διαβίωσής του καθώς και στην ευρύτερη ποιότητα της ζωής του.

Γνωστικές κι συναισθηματικές εκδηλώσεις

Στο γνωστικό – συναισθηματικό επίπεδο, το άτομο με Διαταραχή Αποθησαύρισης αναπτύσσει μια ξεχωριστή σχέση με τα ίδια του τα αντικείμενα, η οποία διαφέρει ποιοτικά από εκείνη του γενικού πληθυσμού. Σχεδόν κάθε αντικείμενο μέσα στο σπίτι του φαίνεται να αποκτά μια αυξημένη βαρύτητα στα δικά του τα μάτια. Μπορεί να το θεωρεί σημαντικό λόγω συναισθηματικής αξίας («αυτή η εφημερίδα μου θυμίζει την ημέρα που γεννήθηκε ο γιος μου»), λόγω πιθανής μελλοντικής χρησιμότητας («ποτέ δεν ξέρεις, μπορεί και να μου χρειαστεί κάποια στιγμή»), λόγω αισθητικής αξίας («δες πόσο όμορφο είναι το χρώμα του»), ή ακόμη και λόγω μιας γενικότερης αρχής που λέει ότι δεν πρέπει να σπαταλάμε («κρίμα να πεταχτεί κάτι που δεν είναι χαλασμένο»). Η ξεχωριστή αυτή σύνδεση οδηγεί συχνά σε αυτό που στη βιβλιογραφία ονομάζεται ανθρωπομορφοποίηση των αντικειμένων (object anthropomorphization), δηλαδή στην απόδοση συναισθημάτων ή και προσωπικότητας στα ίδια του τα πράγματα. Δεν είναι σπάνιο τα ίδια τα άτομα με ΔΑΘ να περιγράφουν τα υπάρχοντά τους όχι σαν αντικείμενα αλλά σχεδόν σαν φίλους τους ή σαν συντρόφους τους.

Πέρα όμως από αυτή την ξεχωριστή σχέση με τα αντικείμενα, στη ΔΑΘ διαπιστώνονται κι ορισμένες ξεχωριστές γνωστικές δυσκολίες. Το άτομο μπορεί να δυσκολεύεται να κατηγοριοποιήσει αντικείμενα ή πληροφορίες, να συγκεντρώσει την προσοχή του πάνω σε μια εργασία, να οργανώσει σύνθετα δεδομένα, ή ακόμα και να πάρει αποφάσεις σχετικά με αυτά που έχει ήδη στην κατοχή του. Όταν προσπαθεί να αποφασίσει αν θα κρατήσει ή αν θα πετάξει κάτι, συχνά καταλήγει να αναλύει τα υπέρ και τα κατά τόσο εξαντλητικά («αν το πετάξω, μπορεί να μου χρειαστεί την επόμενη βδομάδα», «αν το κρατήσω, που θα το βάλω;», «αλλά μου το είχε χαρίσει η μητέρα μου»), που τελικά παραλύει κι αναβάλλει την απόφασή του επ’ αόριστον.

Η συναισθηματική φόρτιση που συνοδεύει αυτή την προσπάθεια λήψης απόφασης είναι ιδιαίτερα έντονη. Η σκέψη και μόνο της απομάκρυνσης ενός αντικειμένου μπορεί να του προκαλέσει άγχος, ντροπή, ενοχή ή και θλίψη που να διαρκεί ώρες ή ακόμη και ολόκληρες ημέρες. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, το άτομο περιγράφει αυτό που στη βιβλιογραφία ονομάζεται «not just right» αίσθηση, μια εσωτερική δυσφορία πως κάτι μέσα του δεν είναι όπως πρέπει να είναι αν δεν κρατήσει το αντικείμενο, σαν να μένει κάτι ανολοκλήρωτο στην εσωτερική του συνθήκη.

Συχνά τα ίδια του τα υπάρχοντα γίνονται σταδιακά μια ολοζώντανη προέκταση της ίδιας του της ταυτότητας. Πάρτε για παράδειγμα ένα άτομο που έχει στοιβάξει στο διαμέρισμά του δεκάδες κιβώτια με σημειώσεις από τα φοιτητικά του χρόνια, παρόλο που δεν έχει ξανακοιτάξει το περιεχόμενό τους εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια. Για το ίδιο, το να τα πετάξει δε σημαίνει ότι ελευθερώνει χώρο. Σημαίνει ότι θα χάσει ένα κομμάτι του ίδιου του εαυτού του, μια ολόκληρη περίοδο της ζωής του που έχει αποθηκευτεί μέσα σε αυτά τα κιβώτια.

Συμπεριφορικές εκδηλώσεις

Η συμπεριφορική διάσταση της Διαταραχής Αποθησαύρισης είναι αυτή που διαμορφώνει τελικά και το διαγνωστικό κλειδί της. Στον πυρήνα της βρίσκεται η επίμονη δυσκολία του ατόμου να αποχωριστεί τα υπάρχοντά του, σύμπτωμα που αποτελεί τη βασική προϋπόθεση για να τεθεί η διάγνωση σύμφωνα με τα κριτήρια του DSM-5. Σε ένα μέρος των περιπτώσεων μάλιστα, σε αυτή τη δυσκολία προστίθεται και η υπερβολική απόκτηση νέων αντικειμένων (excessive acquisition), η οποία μπορεί να εκδηλωθεί μέσα από αγορές που βγαίνουν εκτός του φυσιολογικού ορίου, μέσα από τη συστηματική συγκέντρωση δωρεάν αντικειμένων, ή ακόμη και μέσα από το μάζεμα πραγμάτων που έχουν ήδη πεταχτεί από άλλους. Δεν εμφανίζουν όλα τα άτομα με ΔΑΘ αυτή τη συνιστώσα της απόκτησης, και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο εισήχθη στο DSM-5 ως διαγνωστικός προσδιοριστής, όταν όμως συνυπάρχει εντείνει σημαντικά τη βαρύτητα της κλινικής εικόνας.

Παράλληλα με την απόκτηση και τη δυσκολία αποχωρισμού, το άτομο αναπτύσσει σταδιακά κι ένα ευρύ πεδίο συμπεριφορών αποφυγής. Μαθαίνει να αποφεύγει συστηματικά κάθε δραστηριότητα που σχετίζεται με την ταξινόμηση, την οργάνωση ή την απόρριψη των ίδιων του των πραγμάτων, καθώς οι δραστηριότητες αυτές πυροδοτούν την ίδια την έντονη συναισθηματική δυσφορία που ήδη νιώθει στο γνωστικό – συναισθηματικό επίπεδο. Η αποφυγή αυτή με τον καιρό γίνεται με τη σειρά της αυτόματη κι αόρατη ακόμη και στο ίδιο το άτομο, που σπάνια θα σταθεί να σκεφτεί πόσο τελικά το εξαντλεί ή πόσο σταδιακά το περιορίζει στην καθημερινότητά του.

Στενά συνδεδεμένη με αυτή την αποφυγή είναι κι η μυστικοπάθεια γύρω από το ίδιο το σπίτι του ατόμου. Τα άτομα με Διαταραχή Αποθησαύρισης συχνά αρνούνται να καλέσουν επισκέπτες, αποφεύγουν να ανοίξουν την πόρτα τους ακόμη και στους κοντινούς τους συγγενείς, ή φροντίζουν επιμελώς ώστε ο μηχανικός που θα έρθει για κάποια επισκευή να δει μόνο ένα πολύ μικρό και προετοιμασμένο κομμάτι του χώρου. Για χρόνια ολόκληρα η ίδια τους η ζωή οργανώνεται γύρω από τη συντήρηση αυτής της κρυφής πραγματικότητας, με τα οικεία τους πρόσωπα να αγνοούν συχνά την πραγματική κατάσταση μέσα στο διαμέρισμά τους.
Όταν κάποιος, οικείος, σύντροφος ή και επαγγελματίας, επιχειρήσει να τους βοηθήσει «καθαρίζοντας» χωρίς τη δική τους συναίνεση, η αντίδρασή τους είναι σχεδόν πάντα έντονη και μπορεί να φτάσει μέχρι και σε ξεσπάσματα οργής ή και επιθετικότητας. Η αντίδραση αυτή όμως δεν είναι ούτε ιδιοτροπία ούτε αχαριστία προς το οικείο τους πρόσωπο. Για το ίδιο το άτομο, η αναγκαστική απομάκρυνση των πραγμάτων του είναι κάτι που το βιώνει σαν προσωπική παραβίαση, σαν να του παίρνουν κομμάτια από την ίδια του τη ζωή. Από αυτή την ευαισθησία προκύπτει και κάτι κλινικά πολύ σημαντικό που με την πρώτη ματιά μοιάζει παράδοξο: όταν εξωτερικές υπηρεσίες οργανώνουν «βαθύ καθαρισμό» (deep cleans) μέσα στο σπίτι του ατόμου χωρίς να έχει προηγηθεί καμία θεραπευτική δουλειά με τον ίδιο τον άνθρωπο, ο χώρος μέσα σε λίγους μήνες επιστρέφει συνήθως σε μια εικόνα ακόμα πιο φορτωμένη από την αρχική (Morein-Zamir et al., 2023). Με άλλα λόγια, το να καθαρίσει κάποιος τον χώρο από μόνο του δε λύνει τη Διαταραχή Αποθησαύρισης. Τις περισσότερες φορές μάλιστα την επιδεινώνει.

Υπάρχει τέλος ένα ακόμη κλινικό στοιχείο στις συμπεριφορικές εκδηλώσεις της ΔΑΘ που αφορά την ίδια την επίγνωση του ατόμου σχετικά με το πρόβλημά του. Στην Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή, το άτομο τις περισσότερες φορές καταλαβαίνει με τη λογική του ότι οι ιδεοληψίες του είναι υπερβολικές ή παράλογες, ακόμα κι αν δε μπορεί να σταματήσει την επανεμφάνισή τους. Στη Διαταραχή Αποθησαύρισης, αντίθετα, αρκετοί άνθρωποι παραμένουν για χρόνια ολόκληρα πεπεισμένοι πως αυτό που κάνουν είναι απολύτως λογικό, και πως η οικογένειά τους ή και οι ειδικοί απλώς «δεν καταλαβαίνουν» τι αξία έχουν τα πράγματα που τόσα χρόνια συγκεντρώνουν στο σπίτι τους. Είναι αυτό που στην κλινική ορολογία ονομάζεται περιορισμένη ή απούσα επίγνωση (poor or absent insight). Η περιορισμένη αυτή επίγνωση αποτελεί κι έναν από τους κύριους λόγους για τους οποίους η συντριπτική πλειοψηφία των ατόμων με ΔΑΘ φτάνει στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας πολύ καθυστερημένα, συχνά μετά από δραματικά γεγονότα όπως μια ειδοποίηση έξωσης, μια πυρκαγιά ή την παρέμβαση των κοινωνικών υπηρεσιών στον χώρο τους.

Λειτουργικές συνέπειες της σώρευσης

Στο τρίτο επίπεδο, η ίδια η συσσωρευμένη μάζα των αντικειμένων αρχίζει σταδιακά να αλλοιώνει τον ίδιο το χώρο διαβίωσης του ατόμου, μέχρι το σημείο να καταλήγει σε κάτι ριζικά διαφορετικό από αυτό που ορίζουμε ως κατοικήσιμος χώρος. Στις πιο ήπιες μορφές της Διαταραχής Αποθησαύρισης, η ακαταστασία μπορεί να περιορίζεται σε ορισμένες περιοχές του σπιτιού, όπως ένα αχρησιμοποίητο δωμάτιο, ένας διάδρομος ή το γκαράζ. Στις σοβαρότερες μορφές της όμως, ο χώρος γεμίζει σε σημείο που τα ίδια τα δωμάτια χάνουν τη λειτουργία για την οποία αρχικά προορίζονταν: ο καναπές δε μπορεί πια να φιλοξενήσει κανέναν επισκέπτη, η κρεβατοκάμαρα δε χρησιμοποιείται πλέον για ύπνο και το άτομο κοιμάται σε μια καρέκλα ή σε έναν καναπέ, η κουζίνα δε μπορεί να υποστηρίξει το μαγείρεμα ενός γεύματος, ή ακόμα και το μπάνιο γίνεται εν μέρει απρόσιτο.

Παράλληλα με τη συρρίκνωση του χρησιμοποιήσιμου χώρου, εμφανίζονται και ξεκάθαροι κίνδυνοι για τη σωματική υγεία και την ασφάλεια του ίδιου του ατόμου και των οικείων του. Στους πιο συχνούς συγκαταλέγονται οι κίνδυνοι πτώσεων από τους στοιβαγμένους «λαβύρινθους» αντικειμένων μέσα στο σπίτι, ο αυξημένος κίνδυνος πυρκαγιάς λόγω της συσσώρευσης πολλών εύφλεκτων υλικών σε μικρό χώρο, ο πολλαπλασιασμός των τρωκτικών ή των εντόμων σε περιοχές που συσσωρεύονται οργανικά απόβλητα, η κακή ποιότητα του αέρα από τη σκόνη και την υγρασία, καθώς και η ίδια η αδυναμία πρόσβασης των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης μέσα στο διαμέρισμα σε περίπτωση που χρειαστεί. Για τους ηλικιωμένους ιδιαίτερα, οι συνθήκες αυτές μπορούν να γίνουν με τη σειρά τους απειλητικές ακόμη και για την ίδια τους τη ζωή.

Σε κοινωνικό επίπεδο, η ντροπή που νιώθει το άτομο για την κατάσταση του σπιτιού του το οδηγεί συχνά σε μια σταδιακή απομόνωση. Σταματάει να καλεί φίλους ή συγγενείς, αποφεύγει σχέσεις που θα μπορούσαν να γίνουν πιο στενές καθώς τότε θα ήταν αναπόφευκτη η αποκάλυψη της κατάστασης του χώρου του, κι αρχίζει σταδιακά να συρρικνώνει τον κοινωνικό του κύκλο γύρω από τα ελάχιστα εκείνα πρόσωπα που γνωρίζουν ήδη την πραγματικότητα ή που δε χρειάζεται να το επισκεφτούν. Πρόσφατες ποιοτικές μελέτες δείχνουν ότι τα άτομα με Διαταραχή Αποθησαύρισης εμφανίζουν αισθητά υψηλότερα επίπεδα μοναξιάς όχι μόνο σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό, αλλά ακόμη και σε σύγκριση με άτομα που πάσχουν από την Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή, μια διαφορά που δεν εξηγείται απλά από την ένταση των ίδιων των συμπτωμάτων αλλά συνδέεται και με την κοινωνική παραίτηση που η διαταραχή επιβάλλει σταδιακά στο άτομο (Jones et al., 2025).

Η Διαταραχή Αποθησαύρισης δεν προκαλείται από μία και μόνη αιτία, ούτε υπάρχει κάποιος μοναδικός παράγοντας που μπορεί να την εξηγήσει από μόνος του. Όπως συμβαίνει και με τις περισσότερες ψυχικές διαταραχές, στην εμφάνισή της συμβάλλει η αλληλεπίδραση πολλαπλών παραγόντων: γενετικών, νευροβιολογικών, ψυχολογικών και περιβαλλοντικών. Οι παράγοντες αυτοί δε δρουν αθροιστικά αλλά συνδυαστικά μεταξύ τους, και η ίδια η ΔΑΘ μπορεί να εκδηλωθεί με αρκετά διαφορετικό τρόπο από άτομο σε άτομο, ανάλογα με το βάρος που έχει ο κάθε παράγοντας στην ατομική του ιστορία.

Γενετικοί παράγοντες

Στο γενετικό επίπεδο, μελέτες σε διδύμους έχουν δείξει ότι η Διαταραχή Αποθησαύρισης παρουσιάζει μέτρια κληρονομικότητα. Σε νεαρά δείγματα διδύμων, η γενετική προδιάθεση φαίνεται να εξηγεί περίπου το 30 με 40% της διακύμανσης των συμπτωμάτων αποθησαύρισης, ενώ σε δείγματα ενηλίκων το ποσοστό αυτό μπορεί να φτάσει ακόμη και κοντά στο 50% (Ivanov et al., 2017). Συγγενείς πρώτου βαθμού ατόμων με ΔΑΘ έχουν αρκετά αυξημένη πιθανότητα να εμφανίσουν κι οι ίδιοι κάποια μορφή συμπτωματολογίας αποθησαύρισης σε σχέση με το γενικό πληθυσμό. Αυτό που είναι ενδιαφέρον είναι ότι, παρόλο που η ΔΑΘ ανήκει στο φάσμα των Ιδεοψυχαναγκαστικών διαταραχών, η γενετική επικάλυψη ανάμεσα στη ΔΑΘ και στην Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή είναι μόνο μερική, κάτι που στηρίζει και τη σύγχρονη άποψη ότι η ΔΑΘ έχει τη δική της ξεχωριστή αιτιοπαθογένεια και δεν είναι απλά ένας υπότυπος της ΙΨΔ.

Νευροβιολογικοί παράγοντες

Σε νευροβιολογικό επίπεδο, οι έρευνες με λειτουργική μαγνητική τομογραφία (functional MRI, fMRI) έχουν δείξει ότι τα άτομα με Διαταραχή Αποθησαύρισης παρουσιάζουν ένα ξεχωριστό μοτίβο εγκεφαλικής λειτουργίας. Συγκεκριμένα, εμφανίζουν αυξημένη δραστηριότητα στη νήσο του Reil (insula) και στον πρόσθιο φλοιό του προσαγωγίου (anterior cingulate cortex, ACC) όταν τους ζητείται να πάρουν αποφάσεις σχετικά με τα δικά τους προσωπικά αντικείμενα, ενώ εμφανίζουν παράλληλα μειωμένη δραστηριότητα στις ίδιες ακριβώς περιοχές όταν παίρνουν αποφάσεις για αντικείμενα που ανήκουν σε άλλους ή σε καθήκοντα που δε σχετίζονται με τη συσσώρευση. Αυτό το «διφασικό» μοτίβο υποδηλώνει μια δυσλειτουργία στο λεγόμενο δίκτυο κεντρικής σημαντικότητας (salience network) του εγκεφάλου, το οποίο κανονικά βοηθά τον άνθρωπο να αποφασίζει τι αξίζει την προσοχή του και τι όχι. Στη ΔΑΘ μοιάζει σαν αυτό το δίκτυο να «ζυγίζει» υπερβολικά τα προσωπικά αντικείμενα και να «υπο-ζυγίζει» όλα τα υπόλοιπα ερεθίσματα.

Πιο πρόσφατη μελέτη με δεδομένα μαγνητικής τομογραφίας σε κατάσταση ηρεμίας (resting-state fMRI), δηλαδή χωρίς το άτομο να εκτελεί κάποια συγκεκριμένη δραστηριότητα κατά τη διάρκεια της εξέτασης, έδειξε επιπλέον ότι τα άτομα με ΔΑΘ εμφανίζουν μειωμένη λειτουργική συνδεσιμότητα ανάμεσα στη νήσο του Reil και την κατώτερη μετωπιαία έλικα (inferior frontal gyrus) καθώς και την άνω κροταφική έλικα (superior temporal gyrus), ευρήματα που σχετίζονται με δυσκολίες στο γνωστικό έλεγχο και στη σημασιολογική επεξεργασία (Kato et al., 2024). Πέρα από τη νευροαπεικόνιση, νευροψυχολογικές μελέτες έχουν τεκμηριώσει επίσης δυσκολίες σε γνωστικές λειτουργίες όπως η προσοχή, η μνήμη εργασίας, η αναστολή απαντήσεων, η κατηγοριοποίηση και η ίδια η λήψη αποφάσεων. Οι δυσκολίες αυτές δε σημαίνουν ότι το άτομο με ΔΑΘ έχει μειωμένη γενική νοημοσύνη, καθώς η συνολική νοητική του ικανότητα παραμένει ακέραιη. Δείχνουν όμως ότι το άτομο επεξεργάζεται τα αντικείμενά του διαφορετικά από το γενικό πληθυσμό.

Ψυχολογικοί παράγοντες

Στο ψυχολογικό επίπεδο, το πρώτο και πιο επιδραστικό μοντέλο για την κατανόηση της Διαταραχής Αποθησαύρισης διατυπώθηκε από τους Frost και Hartl το 1996, και παραμένει η θεωρητική βάση πάνω στην οποία στηρίζονται όλες οι σύγχρονες θεραπευτικές προσεγγίσεις (Frost & Hartl, 1996). Σύμφωνα με το γνωστικό – συμπεριφορικό αυτό μοντέλο, η ΔΑΘ στηρίζεται σε τέσσερις αλληλένδετες παραμέτρους: σε δυσλειτουργίες στην επεξεργασία πληροφοριών (ιδιαίτερα στη λήψη αποφάσεων, στην κατηγοριοποίηση και στην οργάνωση), σε ξεχωριστά μοτίβα συναισθηματικής προσκόλλησης στα αντικείμενα, σε συγκεκριμένες πεποιθήσεις σχετικά με τη φύση τους (η μελλοντική χρησιμότητα, η συναισθηματική σημασία, η αποφυγή της σπατάλης, η προσωπική ταυτότητα μέσα από τα ίδια τα αντικείμενα), και σε ένα γενικότερο μοτίβο συμπεριφορικής αποφυγής. Λίγα χρόνια αργότερα, οι Steketee και Frost επέκτειναν αυτό το αρχικό μοντέλο, ενσωματώνοντας τη γενετική προδιάθεση ως προδιαθεσικό παράγοντα και τη συμπεριφορική ενίσχυση ως μηχανισμό συντήρησης της διαταραχής στο πέρασμα του χρόνου.

Η σύγχρονη βιβλιογραφία διευρύνει την εικόνα προτείνοντας τρία επιπλέον συμπληρωματικά μοντέλα για την κατανόηση της Διαταραχής Αποθησαύρισης (Tolin et al., 2025). Το βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο τονίζει το πώς η ίδια η αλληλεπίδραση γενετικών, νευροψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων διαμορφώνει συνολικά την κλινική εικόνα. Το μοντέλο της προσκόλλησης (attachment model) προτείνει ότι τα άτομα με ΔΑΘ, συχνά λόγω ασταθών ή ανασφαλών πρώιμων σχέσεων με τα πρόσωπα φροντίδας τους, αναπτύσσουν μια αυξημένη συναισθηματική προσκόλληση στα αντικείμενα ως μια μορφή υποκατάστατης ασφάλειας: τα πράγματα γίνονται έτσι πιο σταθερά και πιο προβλέψιμα από τους ίδιους τους ανθρώπους που τα πλήγωσαν στο παρελθόν. Τέλος, το μοντέλο της εθιστικής συμπεριφοράς (addictions model) εστιάζει στο γεγονός ότι η ίδια η απόκτηση νέων αντικειμένων ενεργοποιεί το ντοπαμινεργικό σύστημα ανταμοιβής με τρόπο που μοιάζει αρκετά με αυτόν που παρατηρείται στις διαταραχές χρήσης ουσιών, εξηγώντας την «ευχάριστη» διάσταση της συσσώρευσης που πολλά άτομα με ΔΑΘ αναφέρουν στους θεραπευτές τους. Τα τέσσερα αυτά μοντέλα δεν είναι ανταγωνιστικά μεταξύ τους, αλλά αντιθέτως, φωτίζουν διαφορετικές πτυχές της ίδιας πολυπαραγοντικής διαταραχής.

Περιβαλλοντικοί παράγοντες

Στο περιβαλλοντικό επίπεδο, ένα μεγάλο ποσοστό ατόμων με Διαταραχή Αποθησαύρισης αναφέρουν στρεσογόνα γεγονότα ζωής στο ιστορικό τους, και ιδιαίτερα γεγονότα απώλειας, τραύματος ή και υλικής στέρησης. Αρκετοί άνθρωποι αναφέρουν την έναρξη ή την έξαρση των συμπτωμάτων τους μετά από κάποια δραματική εμπειρία, όπως ο θάνατος ενός κοντινού προσώπου, ένα διαζύγιο, μια οικονομική κατάρρευση ή κάποιο επεισόδιο σωματικής βίας. Η σχέση αυτή δεν είναι αιτιολογικά γραμμική, καθώς πολλά άτομα με ΔΑΘ δεν έχουν τέτοιο ιστορικό, ενώ πολλά άτομα με αντίστοιχες εμπειρίες δεν αναπτύσσουν ποτέ ΔΑΘ. Δείχνει όμως ότι σε αρκετές περιπτώσεις η σώρευση μπορεί να λειτουργήσει σαν μια μορφή ψυχικής συγκράτησης απέναντι σε μια απρόβλεπτη απώλεια. Με άλλα λόγια, μαζεύοντας πράγματα, το άτομο προσπαθεί ασυνείδητα να μη χάσει ξανά κάτι σημαντικό.

Συννοσηρότητα

Η Διαταραχή Αποθησαύρισης σπάνια εμφανίζεται μόνη της. Στις πιο συχνές συννοσηρές διαταραχές περιλαμβάνονται η Μείζων Καταθλιπτική Διαταραχή, που εμφανίζεται σχεδόν στα μισά άτομα με ΔΑΘ και αποτελεί την πιο κοινή συννοσηρή κατάσταση, η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή, η Κοινωνική Αγχώδης Διαταραχή, η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητας ιδιαίτερα στον απρόσεκτο υπότυπό της, που μπορεί να φτάσει έως και το 28% των περιπτώσεων, καθώς και η ίδια η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή που συνυπάρχει σε ποσοστό περίπου 18% (Morein-Zamir et al., 2023). Η αναγνώριση αυτών των συννοσηρών καταστάσεων είναι κλινικά κρίσιμη, καθώς η μη αντιμετώπισή τους μπορεί να υπονομεύσει την ίδια τη θεραπεία της Διαταραχής Αποθησαύρισης. Σε αρκετές μάλιστα περιπτώσεις, ένα καταθλιπτικό επεισόδιο που δεν έχει αναγνωριστεί μπορεί να αποτελεί το βασικό λόγο για τον οποίο το άτομο σταματάει να ασχολείται ολοκληρωτικά με τον χώρο του κι επιτρέπει στη σώρευση να εξελιχθεί ραγδαία.

Η διάγνωση της Διαταραχής Αποθησαύρισης πρέπει να τίθεται από εξειδικευμένο επαγγελματία ψυχικής υγείας, ψυχίατρο ή κλινικό ψυχολόγο, μέσα από μια αναλυτική κλινική συνέντευξη και ψυχιατρική αξιολόγηση. Ιδιαίτερα σημαντικός στη ΔΑΘ είναι ο ρόλος του οικείου περιβάλλοντος στη συμπλήρωση του κλινικού ιστορικού, καθώς λόγω της συχνά περιορισμένης επίγνωσης που ήδη αναφέρθηκε, το ίδιο το άτομο τείνει να μειώνει συστηματικά τη βαρύτητα της κατάστασής του ή και να την κρύβει με μυστικοπάθεια. Όπου είναι εφικτή, η επίσκεψη του ίδιου του ειδικού στο σπίτι του ατόμου ή έστω η παρατήρηση φωτογραφιών του χώρου του παρέχει σημαντικότατες πληροφορίες, καθώς οι λεκτικές περιγραφές δεν επαρκούν τις περισσότερες φορές για να αποδώσουν την πραγματική έκταση της σώρευσης. Στη δομημένη αξιολόγηση χρησιμοποιούνται κλινικά εργαλεία όπως το Hoarding Rating Scale και το Saving Inventory-Revised, ενώ ιδιαίτερα χρήσιμη είναι και το Clutter Image Rating Scale, μια φωτογραφική κλίμακα που επιτρέπει στο ίδιο το άτομο να δει σε εικόνες πόσο φορτωμένος είναι ο δικός του χώρος συγκριτικά με ένα τυπικό μη φορτωμένο σπίτι.

Σύμφωνα με τα διαγνωστικά κριτήρια του DSM-5 και του ICD-11, για να τεθεί η διάγνωση της Διαταραχής Αποθησαύρισης απαιτείται η παρουσία επίμονης δυσκολίας στον αποχωρισμό αντικειμένων ανεξαρτήτως της πραγματικής τους αξίας, η οποία οφείλεται σε μια αντιληπτή ανάγκη του ίδιου του ατόμου να διατηρήσει τα πράγματά του και στη δυσφορία που του προκαλεί η σκέψη της απόρριψής τους. Η δυσκολία αυτή πρέπει να οδηγεί σε συσσώρευση τέτοιου βαθμού ώστε οι χώροι διαβίωσής του να καθίστανται ουσιαστικά μη λειτουργικοί, και η συμπτωματολογία να προκαλεί κλινικά σημαντική δυσφορία ή έκπτωση στη λειτουργικότητά του. Η διάγνωση συμπληρώνεται από δύο κλινικά σημαντικούς προσδιοριστές: τον προσδιοριστή της υπερβολικής απόκτησης (with/without excessive acquisition) και τον προσδιοριστή της επίγνωσης (καλή ή μέτρια, φτωχή, ή απούσα/παραληρητική). Η αξιολόγηση του βαθμού επίγνωσης έχει ξεχωριστή πρακτική σημασία στη ΔΑΘ, καθώς το άτομο με απούσα ή παραληρηματική επίγνωση συχνά χρειάζεται διαφορετική θεραπευτική προσέγγιση και προσεκτικότερη παρακολούθηση από αυτό με καλή επίγνωση.

Σημαντικό μέρος της διαγνωστικής διαδικασίας αποτελεί κι η διαφορική διάγνωση από καταστάσεις που μπορούν να μιμηθούν την κλινική εικόνα της ΔΑΘ. Η διάκριση από τη Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή στηρίζεται στο γεγονός ότι οι ιδεοληψίες της ΙΨΔ είναι ανεπιθύμητες και προκαλούν άγχος στο ίδιο το άτομο, ενώ η σώρευση στη ΔΑΘ συνδέεται με μια θετική συναισθηματική επένδυση στα αντικείμενα, και η δυσφορία προέρχεται κυρίως από τη σκέψη της απώλειάς τους κι όχι από τις ίδιες τις σκέψεις της συσσώρευσης. Η Σχιζοφρένεια και η Παραληρητική Διαταραχή διαφοροποιούνται από την παρουσία ψυχωτικών συμπτωμάτων ή παραληρητικών ιδεών που εξηγούν τη συμπεριφορά της σώρευσης (πχ. το άτομο πιστεύει πως πρέπει να συγκεντρώνει αντικείμενα γιατί παρακολουθείται ή γιατί κάποιος πρόκειται να το βλάψει). Η Μείζων Καταθλιπτική Διαταραχή, ιδιαίτερα στις βαρύτερες μορφές της, μπορεί να οδηγήσει σε εγκατάλειψη του χώρου διαβίωσης και σε συσσώρευση λόγω αδυναμίας ολοκλήρωσης των βασικών καθημερινών δραστηριοτήτων, εκεί όμως η συσσώρευση είναι συνέπεια της ίδιας της αδράνειας κι όχι της προσκόλλησης στα αντικείμενα. Η άνοια, ιδιαίτερα η μετωποκροταφική (frontotemporal dementia), μπορεί να εκδηλωθεί με συμπεριφορές συσσώρευσης όψιμης έναρξης που συνοδεύονται από άλλα νευρογνωστικά συμπτώματα, και μπορεί να αποκλειστεί μέσα από τη νευρολογική εκτίμηση. Τέλος, η συλλεκτική δραστηριότητα δεν αποτελεί διαταραχή, καθώς ο συλλέκτης οργανώνει συστηματικά κι επιδεικνύει τα αντικείμενά του, τα οποία έχουν αναγνωρισμένη αξία και από άλλους συλλέκτες, χωρίς να επιφέρει λειτουργική επιβάρυνση στον χώρο διαβίωσής του.

Ίσως η πιο απαιτητική διαφορική διάγνωση όμως είναι αυτή ανάμεσα στη Διαταραχή Αποθησαύρισης και στο Σύνδρομο Διογένη (Diogenes Syndrome), μια κλινική οντότητα που πήρε το όνομά της από τον αρχαίο έλληνα φιλόσοφο Διογένη τον Κυνικό και χαρακτηρίζεται από ακραία αυτο-παραμέληση, συνθήκες πλήρους εξαθλίωσης (squalor), παθολογική σώρευση αντικειμένων ή και απορριμμάτων, αδιαφορία προς τις ίδιες τις συνθήκες διαβίωσης κι απόρριψη οποιασδήποτε εξωτερικής βοήθειας. Σε αντίθεση όμως με τη ΔΑΘ, στο Σύνδρομο Διογένη συνήθως δεν υπάρχει καμία συναισθηματική προσκόλληση με τα αντικείμενα, καμία οργάνωση τους, και πάνω από όλα καμία δυσφορία ή ντροπή του ίδιου του ατόμου για την κατάσταση του χώρου του (Certo et al., 2025). Το Σύνδρομο Διογένη εμφανίζεται κατά κύριο λόγο σε ηλικιωμένους ανθρώπους και τις περισσότερες φορές υπάρχει από κάτω κάποια άλλη υποκείμενη κατάσταση, συνήθως μια νευρογνωστική διαταραχή, ένα ψυχωτικό νόσημα ή κάποιο χρόνιο πρόβλημα κατάχρησης ουσιών. Ο κίνδυνος για τη ζωή των ατόμων με Σύνδρομο Διογένη είναι μεγάλος, καθώς η αυτο-παραμέλησή τους τα φτάνει συχνά μέχρι το σημείο να μη φροντίζουν ούτε καν τη βασική διατροφή ή υγιεινή τους. Η ξεχωριστή αυτή διαφοροποίηση από τη Διαταραχή Αποθησαύρισης έχει πολύ άμεσες κλινικές προεκτάσεις: στο Σύνδρομο Διογένη η παρέμβαση είναι συχνά επείγουσα και απαιτεί τη συνεργασία πολλών υπηρεσιών, ενώ στη ΔΑΘ ο θεραπευτικός σχεδιασμός μπορεί να είναι πιο μακροχρόνιος και κυρίως ψυχοθεραπευτικός.

Η αντιμετώπιση της Διαταραχής Αποθησαύρισης είναι μια σύνθετη και πολυπαραγοντική διαδικασία, που συνήθως απαιτεί τον συντονισμό περισσότερων από μία υπηρεσιών και επαγγελματιών. Σε αντίθεση με αρκετές άλλες ψυχικές διαταραχές, στη ΔΑΘ η ψυχοθεραπεία αποτελεί ξεκάθαρα την πρώτη γραμμή θεραπευτικής επιλογής, ενώ η φαρμακοθεραπεία έχει σαφώς πιο περιορισμένο και δευτερεύοντα ρόλο. Παράλληλα, η ίδια η φύση της διαταραχής, με την ισχυρή της εξάρτηση από τον φυσικό χώρο διαβίωσης του ατόμου, καθιστά συχνά απαραίτητη και την ίδια την παρέμβαση μέσα στο σπίτι του.

Ψυχοθεραπεία

Πρώτη γραμμή ψυχοθεραπευτικής αντιμετώπισης της Διαταραχής Αποθησαύρισης αποτελεί η Γνωσιακή – Συμπεριφορική Θεραπεία (ΓΣΘ) στην ειδικά προσαρμοσμένη της εκδοχή για τη ΔΑΘ (Cognitive-Behavioral Therapy for Hoarding Disorder, CBT-HD), που αναπτύχθηκε αρχικά από τους Steketee και Frost. Η CBT-HD ξεκινά με την ψυχοεκπαίδευση του ατόμου σχετικά με τη φύση της διαταραχής και τους μηχανισμούς που τη συντηρούν, και συνεχίζει με γνωστική αναδόμηση των πεποιθήσεων του ατόμου σχετικά με τα αντικείμενα (η μελλοντική τους χρησιμότητα, η συναισθηματική τους σημασία, η αποφυγή της σπατάλης) και με συστηματική δουλειά πάνω στις δεξιότητες λήψης αποφάσεων, στην κατηγοριοποίηση, στη διαχείριση του χρόνου και στην οργάνωση. Στον πυρήνα της θεραπείας βρίσκεται η σταδιακή έκθεση, που γίνεται κατά κανόνα μέσα στον ίδιο τον χώρο διαβίωσης του ατόμου, σε δραστηριότητες ταξινόμησης, οργάνωσης κι απόρριψης αντικειμένων, με ταυτόχρονη πρόληψη της απόκτησης νέων. Η λογική αυτή θυμίζει αρκετά τη γνωστή έκθεση και πρόληψη απάντησης (ERP) που χρησιμοποιείται στη »Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή«, εδώ όμως είναι εξειδικευμένη στη συγκεκριμένη συμπεριφορά της σώρευσης κι όχι στους καταναγκασμούς.

Η πιο πρόσφατη μετα-ανάλυση 41 μελετών με συνολικό δείγμα άνω των 1.300 ατόμων έδειξε ότι η CBT-HD προάγει σημαντική μείωση των συμπτωμάτων με μέγεθος επίδρασης που θεωρείται μεγάλο, και η μείωση αυτή παραμένει σταθερή και στις επανεξετάσεις παρακολούθησης (O’Brien & Laws, 2025). Παρ’ όλα αυτά, ο δείκτης αυτός κρύβει μέσα του μια σημαντική κλινική πραγματικότητα: μόνο το 24 με 43% των ατόμων που ολοκληρώνουν τη θεραπεία επιτυγχάνουν αυτό που ονομάζεται κλινικά σημαντική ανάκαμψη, δηλαδή πραγματική μετάβαση των συμπτωμάτων τους κάτω από το όριο της διαγνωστικής εικόνας. Με άλλα λόγια, η ΓΣΘ λειτουργεί στη ΔΑΘ, αλλά οι δύο στους τρεις ασθενείς συνεχίζουν να έχουν κλινικά σημαντικά συμπτώματα ακόμη και μετά από μια ολοκληρωμένη θεραπευτική σειρά. Αυτή η πραγματικότητα αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε σήμερα τη θεραπεία της ΔΑΘ, δηλαδή λιγότερο ως μια οξεία παρέμβαση και περισσότερο ως μια μακροχρόνια κι επαναλαμβανόμενη υποστηρικτική σχέση με το σύστημα ψυχικής υγείας.

Πέρα από την κλασική CBT-HD, η σύγχρονη βιβλιογραφία υποστηρίζει αρκετές άλλες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις, χωρίς αυτές να εμφανίζονται ξεκάθαρα κατώτερες σε αποτελεσματικότητα από τη ΓΣΘ. Στις πιο μελετημένες περιλαμβάνονται η Θεραπεία Αποδοχής και Δέσμευσης (Acceptance and Commitment Therapy, ACT), η οποία στοχεύει στην ψυχολογική ευελιξία και στις προσωπικές αξίες του ατόμου παρά στην ίδια την αλλαγή της συμπεριφοράς του, η Θεραπεία Εστιασμένη στη Συμπόνια (Compassion-Focused Therapy, CFT) που αντιμετωπίζει την ντροπή και την αυτο-κριτική που συνοδεύουν συχνά τη ΔΑΘ, η Cognitive Rehabilitation and Exposure/Sorting Therapy (CREST) που σχεδιάστηκε ειδικά για ηλικιωμένους με γνωστικές δυσκολίες, καθώς κι η Κινητοποιητική Συνέντευξη (Motivational Interviewing) που είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στις πρώτες φάσεις της θεραπείας, όταν το άτομο έχει ακόμη χαμηλή επίγνωση ή χαμηλό κίνητρο για αλλαγή. Επίσης ενθαρρυντικά αποτελέσματα έχουν τα μοντέλα ομάδων υποστήριξης από συν-πάσχοντες (peer-led groups), που βοηθούν το άτομο να νιώσει ότι «δεν είναι μόνο του» και μειώνουν αρκετά την κοινωνική του απομόνωση. Η επιλογή ανάμεσα σε αυτές τις προσεγγίσεις γίνεται συνήθως με βάση τις προσωπικές προτιμήσεις του ίδιου του ατόμου, τη διαθεσιμότητα ειδικών στην περιοχή του, και τυχόν συννοσηρές καταστάσεις που χρειάζονται κι αυτές με τη σειρά τους ταυτόχρονη παρέμβαση.

Η ψυχοδυναμική προσέγγιση δεν αποτελεί πρώτη γραμμή θεραπευτικής επιλογής στη Διαταραχή Αποθησαύρισης, μπορεί όμως να φανεί πραγματικά χρήσιμη ως συμπληρωματική προσέγγιση, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου η σώρευση φαίνεται να συνδέεται με ανεπεξέργαστη απώλεια, με πρώιμα ζητήματα προσκόλλησης ή με ένα ευρύτερο μοτίβο συναισθηματικής απομόνωσης. Σε αυτό το επίπεδο, ο θεραπευτής δουλεύει το νόημα που έχουν τα αντικείμενα για το ίδιο το άτομο, προσπαθώντας να καταλάβει τι πραγματικά «κρατάει» μέσα από αυτά κι από ποιο εσωτερικό παράγοντα φοβάται κατά βάθος να αποχωριστεί.

Φαρμακοθεραπεία

Η φαρμακοθεραπεία στη Διαταραχή Αποθησαύρισης βρίσκεται μέχρι σήμερα σε αρκετά πιο πρώιμη φάση τεκμηρίωσης σε σύγκριση με την ψυχοθεραπεία. Όπως καταγράφεται σε μια αναλυτική ανασκόπηση της υπάρχουσας βιβλιογραφίας, αν κι έχουν δοκιμαστεί διάφορες ομάδες φαρμάκων στη ΔΑΘ, οι περισσότερες σχετικές μελέτες είναι μικρές σε δείγμα, μη τυφλοποιημένες και χωρίς ομάδα ελέγχου, με αποτέλεσμα το επίπεδο τεκμηρίωσής τους να παραμένει χαμηλό (Piacentino et al., 2019). Η σχέση μάλιστα των ατόμων με ΔΑΘ με τα σεροτονινεργικά φάρμακα είναι αρκετά σύνθετη: παλαιότερες μετα-αναλύσεις σε πληθυσμούς με »Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή« έδειξαν πως η παρουσία συμπτωμάτων αποθησαύρισης συνδέεται με χειρότερη ανταπόκριση στους εκλεκτικούς αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs) σε σχέση με τα άτομα που είχαν ΙΨΔ χωρίς αποθησαύριση (Bloch et al., 2014), ενώ πιο πρόσφατες μελέτες σε αμιγείς πληθυσμούς με ΔΑΘ έχουν δείξει πιο ενθαρρυντικά αποτελέσματα, παραμένουν όμως αρκετά περιορισμένες σε δείγμα και μεθοδολογική επάρκεια. Σε πρακτικό κλινικό επίπεδο, η φαρμακευτική αγωγή χορηγείται κυρίως όταν συνυπάρχει »Μείζων Καταθλιπτική Διαταραχή«, αγχώδης διαταραχή ή κάποια άλλη συννοσηρή κατάσταση που επηρεάζει από μόνη της σημαντικά τη λειτουργικότητα του ίδιου του ατόμου. Η απόφαση για τη χορήγηση ή όχι φαρμακευτικής αγωγής πρέπει να λαμβάνεται από ψυχίατρο, ο οποίος θα συνεκτιμήσει τη συνολική κλινική εικόνα του ατόμου, τις τυχόν συννοσηρές καταστάσεις και ενδεχόμενες αλληλεπιδράσεις με άλλες αγωγές που τυχόν λαμβάνει ήδη.

Παρεμβάσεις στο σπίτι κι κοινοτική προσέγγιση

Λόγω της ισχυρής σύνδεσης της Διαταραχής Αποθησαύρισης με τον ίδιο τον φυσικό χώρο διαβίωσης του ατόμου, η θεραπευτική παρέμβαση συχνά περιλαμβάνει επισκέψεις στο σπίτι (home visits) από το θεραπευτή ή από εκπαιδευμένους εθελοντές. Η εργασία μέσα στον ίδιο τον χώρο που έχει συγκεντρωθεί η συσσώρευση επιτρέπει την έκθεση σε πραγματικά αντικείμενα, την πρακτική εξάσκηση των δεξιοτήτων ταξινόμησης κι απόρριψης, και τη δημιουργία βιωματικών αλλαγών που είναι σχεδόν αδύνατο να επιτευχθούν αποκλειστικά μέσα στο γραφείο του ίδιου του θεραπευτή. Στις πιο σοβαρές μορφές της ΔΑΘ, η αντιμετώπιση δε γίνεται με τη συνεργασία ενός μόνο επαγγελματία ή μιας μόνο υπηρεσίας. Είναι αυτό που στη βιβλιογραφία ονομάζεται multi-agency approach: μια συντονισμένη συνεργασία πολλών διαφορετικών φορέων ταυτόχρονα, όπως αυτών της ψυχικής υγείας, των υπηρεσιών στέγασης, των κοινωνικών υπηρεσιών, της πυροσβεστικής, ακόμη και των δικαστικών αρχών όταν υπάρχει κίνδυνος έξωσης ή και απομάκρυνσης ανηλίκων από το σπίτι. Όλοι αυτοί οι φορείς πρέπει να δουλεύουν κάτω από ένα ενιαίο θεραπευτικό σχέδιο, γιατί όταν δουλεύουν ασύνδετα ο ένας από τον άλλον, τα αποτελέσματα συχνά είναι αντίθετα από τα προσδοκώμενα. Όπως είδαμε ήδη παραπάνω, μια εξαναγκαστική «εκκαθάριση» του σπιτιού από έναν φορέα χωρίς ψυχοθεραπευτική προετοιμασία από έναν άλλον, στις περισσότερες περιπτώσεις χειροτερεύει την κατάσταση αντί να τη βελτιώσει.

Τρόπος ζωής

Πέρα από τις θεραπευτικές παρεμβάσεις, ένα άτομο με ΔΑΘ μπορεί να ωφεληθεί αρκετά κι από κάποιες αλλαγές στην ίδια του την καθημερινότητα. Μια σταθερή ρουτίνα ύπνου που το βοηθά να ξεκουράζεται πραγματικά τη νύχτα, λίγη τακτική σωματική άσκηση μέσα στη βδομάδα, η αποφυγή της κατάχρησης αλκοόλ ή άλλων ουσιών που τυχόν χρησιμοποιεί ως μια μορφή αυτο-θεραπείας, καθώς και μια διατροφή που να μη δυσκολεύει επιπλέον τον οργανισμό του, λειτουργούν όλα τους κι αυτά με τη σειρά τους ως ένα είδος «μαξιλαριού» απέναντι στη γενικότερη πίεση που του φέρνει η ίδια η θεραπεία. Πρακτικές ενσυνειδητότητας ή χαλάρωσης μπορούν να φανούν χρήσιμες ιδιαίτερα τις στιγμές που οι θεραπευτικές δραστηριότητες της ταξινόμησης κι απόρριψης πυροδοτούν την ίδια τη συναισθηματική του δυσφορία που ήδη γνωρίζει καλά. Όλα αυτά όμως, όσο σημαντικά κι αν είναι, μένουν συμπληρωματικά. Δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την ίδια τη συστηματική ψυχοθεραπευτική παρέμβαση.

Ψυχοεκπαίδευση

Στη Διαταραχή Αποθησαύρισης η ψυχοεκπαίδευση παίζει έναν πολύ σημαντικό ρόλο, σχεδόν πιο σημαντικό από ό,τι σε άλλες ψυχικές διαταραχές, ακριβώς γιατί η ντροπή κι ο αυτο-στιγματισμός είναι τόσο έντονα στη ΔΑΘ. Η ψυχοεκπαίδευση εδώ απευθύνεται και στο ίδιο το άτομο και στους οικείους του. Για το ίδιο το άτομο, το να καταλάβει πως αυτό που του συμβαίνει είναι μια κλινική κατάσταση με γνωστή νευροβιολογία και τεκμηριωμένες θεραπείες, και πως δεν αντικατοπτρίζει ούτε «τεμπελιά», ούτε «έλλειψη χαρακτήρα», ούτε προσωπική αδυναμία, μπορεί να αλλάξει αρκετά τη σχέση που έχει με τον ίδιο του τον εαυτό. Σταματάει να θεωρεί πως είναι «λάθος ως άνθρωπος» κι αρχίζει να βλέπει το πρόβλημά του σαν κάτι που μπορεί πραγματικά να αντιμετωπιστεί. Αυτή η μετατόπιση από μόνη της διευκολύνει σημαντικά την αφοσίωσή του στη θεραπεία.

Οι οικείοι από την πλευρά τους χρειάζεται να καταλάβουν κάτι παρόμοιο. Αυτό που βλέπουν στο σπίτι του αγαπημένου τους προσώπου δεν είναι ούτε «τεμπελιά», ούτε «αδιαφορία», ούτε καν «κακή νοικοκυροσύνη», όπως ίσως λένε για χρόνια. Είναι μια πραγματική κλινική πάθηση με νευροβιολογική και ψυχολογική βάση, με ξεχωριστή κλινική εικόνα και ξεχωριστές θεραπευτικές προσεγγίσεις. Όταν οι οικείοι αρχίζουν να το βλέπουν έτσι, σταματούν φράσεις του τύπου «μα δε μπορείς να σηκωθείς να καθαρίσεις, εγώ δεν τα αφήνω έτσι τα πράγματα» ή «εμείς δε σε μεγαλώσαμε έτσι» που μέχρι τότε χρησιμοποιούσαν θεωρώντας πως θα το ταρακουνήσουν. Σταματούν επίσης τις αιφνιδιαστικές «εκκαθαρίσεις» του χώρου που γίνονται με την προσδοκία πως θα δώσουν στο αγαπημένο τους πρόσωπο μια «νέα αρχή», ενώ στην πραγματικότητα τροφοδοτούν την ίδια τη διαταραχή.

Παρόλο που η Διαταραχή Αποθησαύρισης είναι μια χρόνια κατάσταση που συνήθως εξελίσσεται διά βίου, η σύγχρονη κλινική πραγματικότητα δίνει βάσιμους λόγους αισιοδοξίας. Η πρόοδος που έχει συντελεστεί τα τελευταία δέκα χρόνια στην κατανόησή της ως αυτοτελούς διαταραχής, η ανάπτυξη εξειδικευμένων θεραπευτικών πρωτοκόλλων και η αυξανόμενη αναγνώρισή της από τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας έχουν αλλάξει αρκετά τη θεραπευτική πραγματικότητα για χιλιάδες ανθρώπους. Με κατάλληλη και διαρκή θεραπευτική υποστήριξη, το άτομο με ΔΑΘ μπορεί να ξανακερδίσει σταδιακά μέρος του χώρου και της λειτουργικότητάς του, και κυρίως, μια καλύτερη και πιο ειρηνική σχέση με τον ίδιο του τον εαυτό.

Αν διαβάζοντας τα παραπάνω είδες ότι κάποια από τα στοιχεία αυτά σου είναι γνώριμα, ίσως αξίζει να σταθείς λίγο σε αυτή την παρατήρηση. Δε σημαίνει αυτόματα ότι έχεις Διαταραχή Αποθησαύρισης, αλλά μπορείς να το συζητήσεις με κάποιον ειδικό ως ένα πρώτο βήμα. Συχνά οι άνθρωποι που ζουν με μια τέτοια εμπειρία την περιγράφουν στον εαυτό τους ως «ακαταστασία», «κακή νοικοκυροσύνη», ή ως «προσωπική τους ιδιοτροπία», και αυτή η εξήγηση τους κρατάει για πολλά χρόνια μακριά από τη βοήθεια που πραγματικά μπορεί να τους ανακουφίσει. Αν λοιπόν αναγνωρίζεις πως η σχέση σου με τα πράγματα στο σπίτι σου είναι κάτι που σε δυσκολεύει εδώ και καιρό, και πως αυτή η δυσκολία επηρεάζει την καθημερινότητά σου ή τις σχέσεις σου, ένας επαγγελματίας ψυχικής υγείας μπορεί να σταθεί δίπλα σου και να σε βοηθήσει να καταλάβεις τι ακριβώς συμβαίνει, χωρίς να σε κρίνει.

Πιο συγκεκριμένα υπάρχουν κάποια στοιχεία που, όταν επιμένουν στο πέρασμα του χρόνου, αξίζει να συζητηθούν με έναν επαγγελματία. Σε αυτά μπορεί να περιλαμβάνεται η δυσκολία σου να αποχωριστείς αντικείμενα ακόμη κι αν δεν τα χρησιμοποιείς πια, η δυσφορία ή το άγχος που σου προκαλεί η σκέψη και μόνο της απομάκρυνσής τους, μια σταδιακή κατάληψη χώρων του σπιτιού που σε εμποδίζει από το να τους χρησιμοποιείς όπως θα ήθελες ιδανικά, η αμηχανία ή η ντροπή που σε κρατάει μακριά από το να καλέσεις ανθρώπους που αγαπάς στο δικό σου χώρο, καθώς και η εμφάνιση εντάσεων με την οικογένειά σου και τους οικείους σου εξαιτίας αυτής της κατάστασης. Η συνεχής τάση να αποκτάς νέα αντικείμενα που στη πορεία διαπιστώνεις πως δε χρειάζονται πραγματικά, ή η αίσθηση πως δε μπορείς να ξεκινήσεις την οργάνωση παρόλο που το έχεις σκεφτεί πολλές φορές, είναι κι αυτά στοιχεία που αξίζει να μοιραστείς με κάποιον. Δεν χρειάζεται να ταιριάζουν όλα στη δική σου εμπειρία, ούτε χρειάζεται να έχεις βεβαιωθεί απόλυτα ότι κάτι δεν πάει καλά. Η συζήτηση με έναν ειδικό υπάρχει ακριβώς γι’ αυτό: για να σε βοηθήσει να ξεκαθαρίσεις τα πράγματα μέσα σου.

Σε ορισμένες περιπτώσεις όμως η συζήτηση με έναν ειδικό είναι πλέον πιο επείγουσα. Όταν εμφανίζονται καταστάσεις που μπορεί να επηρεάσουν την ασφάλειά σου ή την ασφάλεια των ανθρώπων που ζουν μαζί σου, όπως κίνδυνοι πυρκαγιάς ή πραγματική δυσκολία πρόσβασης σε βασικούς χώρους όπως το κρεβάτι, το μπάνιο ή η κουζίνα, ή αν δέχεσαι ειδοποιήσεις από τον ιδιοκτήτη του χώρου ή από τις αρχές, είναι σημαντικό να μη μείνεις μόνος σου σε αυτό. Το ίδιο ισχύει κι αν παρατηρείς πως, μαζί με όλα τα παραπάνω, αρχίζεις να νιώθεις μια διαρκή θλίψη που δε σε αφήνει να σηκωθείς το πρωί ή να κάνεις τα πιο απλά πράγματα στη μέρα σου, ή όταν διαπιστώνεις πως πίνεις παραπάνω αλκοόλ από όσο θα ήθελες ή παίρνεις πιο συχνά ηρεμιστικά για να μη νιώθεις αυτό που νιώθεις. Αν παρατηρήσεις πως αρχίζουν να έρχονται σκέψεις θανάτου ή να σκέφτεσαι να κάνεις κακό στον εαυτό σου, σε παρακαλώ μη μείνεις μόνος σε αυτές τις σκέψεις.Είναι μια στιγμή που πραγματικά σε χρειάζεσαι κι αξίζει να επικοινωνήσεις με κάποιον που μπορεί να σταθεί δίπλα σου, έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας, μια γραμμή υποστήριξης, ή ακόμα κι έναν δικό σου άνθρωπο που εμπιστεύεσαι. Αυτές οι σκέψεις μπορούν όντως να μαλακώσουν με τη σωστή στήριξη και δε χρειάζεται να τις αντέξεις ολομόναχος/η. 

Στη Διαταραχή Αποθησαύρισης, αυτή η κίνηση χρειάζεται μια ξεχωριστή τόλμη: την τόλμη να αφήσεις κάποιον να γνωρίσει μια πλευρά της ζωής σου που για χρόνια κρατούσες προστατευμένη από τα μάτια ολονών. Δε χρειάζεται να έχεις τακτοποιήσει κάτι πριν τη συζήτηση αυτή, ούτε να έχεις έτοιμα «τα κατάλληλα λόγια» . Μπορείς να μιλήσεις σε κάποιον ακριβώς όπως είσαι αυτή τη στιγμή. Το πρώτο βήμα μπορεί να είναι μια απλή κουβέντα με το γιατρό σου, μια επίσκεψη σε έναν ψυχίατρο ή κλινικό ψυχολόγο, σε μια δομή δημόσιας ψυχικής υγείας ή σε ιδιώτη επαγγελματία, ανάλογα με τις δυνατότητες και τις ανάγκες σου.

Από την οπτική του ατόμου

Για το άτομο με Διαταραχή Αποθησαύρισης, αυτό που οι γύρω του βλέπουν σαν ένα σπίτι γεμάτο πράγματα, για το ίδιο μοιάζει με κάτι εντελώς διαφορετικό. Κάθε αντικείμενο μέσα στο σπίτι του έχει τη δική του ξεχωριστή θέση στη ζωή του, τη δική του ιστορία, μια συγκεκριμένη συναισθηματική φόρτιση που οποιοσδήποτε άλλος αδυνατεί να συλλάβει. Ένα παλιό κουτί παπουτσιών μπορεί να κρατάει μέσα του σημειώσεις από την περίοδο που μεγάλωνε τα παιδιά του. Φωτογραφίες που δεν τύπωσε ποτέ, ένα γράμμα που δεν έστειλε, μικρά πράγματα που δίνουν στο σήμερα τη συνέχεια του χθες. Ένας στοιβαγμένος σωρός από εφημερίδες μπορεί να συνδέεται με μια εποχή που το ίδιο τις διάβαζε με μεγάλη λαχτάρα, ή με κάποιον που τις άφησε εκεί κι έχει πια φύγει. Όπως περιγράφουν τα ίδια τα άτομα όταν ερωτηθούν, τα υπάρχοντά τους «είναι περισσότερο φίλοι παρά αντικείμενα» (Jones et al., 2025). 

Η εμπειρία αυτή όμως δεν τελειώνει στη σχέση του ατόμου με τα πράγματα. Επεκτείνεται στην καθημερινότητά, στις σχέσεις του με τους ανθρώπους γύρω του και στην ίδια του την εικόνα. Σταδιακά μπορεί να αρχίσει να νιώθει αμηχανία για το χώρο του, να αρνείται προσκλήσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αμοιβαία επίσκεψη, να αποφεύγει νέες σχέσεις γιατί ξέρει πως αργά ή γρήγορα θα πρέπει να τους ανοίξει την πόρτα του. Πρόσφατες ποιοτικές μελέτες δείχνουν πως τα άτομα με ΔΑΘ νιώθουν ξεκάθαρα πιο μόνα από τον γενικό πληθυσμό αλλά και από άτομα με άλλες ψυχικές διαταραχές, μια διαφορά που δεν εξηγείται απλά από την ένταση των ίδιων των συμπτωμάτων αλλά συνδέεται με την ίδια την κοινωνική απομόνωση που αναπτύσσεται γύρω από τη διαταραχή (Jones et al., 2025). Η μυστικοπάθεια που έχει χτιστεί γύρω από το σπίτι γίνεται κι αυτή με τη σειρά της ένας επιπλέον λόγος να νιώθει το άτομο πιο μακριά από τους γύρω του.

Σε εσωτερικό επίπεδο, αρκετοί άνθρωποι με ΔΑΘ περιγράφουν μια διαρκή αμφιθυμία: από τη μια αγαπούν τα πράγματά τους κι έχουν δεθεί μαζί τους με τρόπους που οι ίδιοι αναγνωρίζουν, από την άλλη ξέρουν με τη λογική τους πως η κατάσταση δε μπορεί πια να συνεχιστεί όπως έχει. Αυτή η αμφιθυμία δεν έχει να κάνει με τον χαρακτήρα του ατόμου ούτε με κάποια «αναποφασιστικότητα» που του προσάπτουν συχνά οι γύρω του, αλλά προκαλείται μια εσωτερική σύγκρουση που πραγματικά υπάρχει και που σιγά σιγά μπορεί να μαλακώσει μέσα από μια θεραπευτική σχέση που θα της δίνει τον κατάλληλο χώρο να βιωθεί. Όταν τα ίδια τα άτομα με ΔΑΘ ερωτηθούν για το τι τα έχει βοηθήσει περισσότερο στην πορεία τους, σπάνια θα αναφέρουν συγκεκριμένες τεχνικές, θα  αναφέρουν όμως έναν άνθρωπο που στάθηκε δίπλα τους με υπομονή και χωρίς να βιάζεται να τα αλλάξει (Jones et al., 2025).

Από την οπτική των οικείων

Για την οικογένεια και τους κοντινούς ανθρώπους ενός ατόμου με Διαταραχή Αποθησαύρισης, η εμπειρία είναι κι αυτή με τη σειρά της αρκετά απαιτητική. Σε μια πρώτη φάση, οι οικείοι μπορεί να μη γνωρίζουν πλήρως την έκταση της κατάστασης γιατί το ίδιο το άτομο φροντίζει με ιδιαίτερη επιμέλεια να την κρατάει μακριά από τα μάτια τους. Όταν αρχίζουν να την αντιλαμβάνονται, οι αρχικές τους αντιδράσεις είναι συνήθως ένα μείγμα ανησυχίας, σύγχυσης κι ενοχής: γιατί δεν το πρόσεξαν νωρίτερα; γιατί ο αγαπημένος τους άνθρωπος δεν τους είχε πει τίποτα; Σε αυτή τη φάση, και πάντα από αγάπη και προσπάθεια να βοηθήσουν, οι οικείοι μπορεί να καταφύγουν σε στρατηγικές που τελικά δε φέρνουν το αποτέλεσμα που ελπίζουν: αιφνίδιες προσπάθειες εκκαθάρισης του χώρου όταν το άτομο λείπει, έντονες λεκτικές πιέσεις, ή στο άλλο άκρο μια σταδιακή απόσυρση κι αποφυγή ολόκληρου του ζητήματος.

Με την πάροδο του χρόνου, οι οικείοι μπορεί κι αυτοί με τη σειρά τους να επιβαρυνθούν αρκετά. Στη βιβλιογραφία αυτή η εμπειρία περιγράφεται ως φόρτος του φροντιστή (carer burden) και περιλαμβάνει την κούραση, τη συναισθηματική εξάντληση, την οικονομική επιβάρυνση, την κοινωνική απομόνωση που νιώθουν και οι ίδιοι αφού δε μπορούν να καλέσουν επισκέπτες στον κοινό τους χώρο, καθώς και τις δικές τους καταθλιπτικές κι αγχώδεις εκδηλώσεις που μπορεί να εμφανιστούν στο πέρασμα του χρόνου. Πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει επιπλέον ότι οι οικείοι ατόμων με ΔΑΘ νιώθουν συχνά αυτό που στη βιβλιογραφία ονομάζεται συν-στιγματοποίηση (associative stigma), δηλαδή μια εσωτερικευμένη ντροπή που πηγάζει από τη ίδια τη σύνδεσή τους με το άτομο που αντιμετωπίζει τη διαταραχή (Dennis et al., 2025). Η ντροπή αυτή δεν είναι λογική και δεν είναι «δικαιολογημένη», υπάρχει όμως, κι αξίζει να αναγνωριστεί για να μπορέσει να επεξεργαστεί.

Η ψυχοεκπαίδευση των οικείων παίζει εδώ έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο, καθώς όταν οι οικείοι αρχίζουν να καταλαβαίνουν πως αυτό που βλέπουν στο σπίτι του αγαπημένου τους ανθρώπου δεν αντικατοπτρίζει αδιαφορία ή έλλειψη σεβασμού προς εκείνους, αλλά μια πραγματική κλινική κατάσταση με δική της νευροβιολογική και ψυχολογική βάση, αρχίζουν σταδιακά να σταματούν φράσεις που πληγώνουν, όπως «μα γιατί δεν μπορείς να ζεις σαν άνθρωπος;», «εμείς δε σε μεγαλώσαμε έτσι», ή «δε καταλαβαίνεις τι κάνεις στον εαυτό σου;». Αυτή η αλλαγή στον τρόπο που μιλάνε στο άτομο, ακόμα κι όταν εξακολουθεί να τους δυσκολεύει η ίδια η κατάσταση, μειώνει σημαντικά την οικογενειακή ένταση κι ανοίγει χώρο ώστε να μπορέσουν να σταθούν δίπλα του πραγματικά.

Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, η Διαταραχή Αποθησαύρισης έχει αποκτήσει μια ξεχωριστή θέση στη δημόσια σφαίρα. Από τις αρχές της δεκαετίας του 2010, αμερικανικές τηλεοπτικές σειρές που εστιάζουν αποκλειστικά στη συσσώρευση (με γνωστότερη τη σειρά «Hoarders» των ΗΠΑ) έχουν αναμεταδώσει τη διαταραχή σε εκατομμύρια θεατές παγκοσμίως, παρουσιάζοντάς τη μέσα από μια χαρακτηριστικά δραματική αφήγηση: φορτωμένα σπίτια, εξαντλημένες οικογένειες, συνεργεία καθαρισμού που πετάνε αντικείμενα πυρετωδώς, και στο τέλος μια στιγμή «λύτρωσης» της οικογένειας όπου ο χώρος αποκαθίσταται. Με την ανάπτυξη των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης ιδιαίτερα του YouTube, του Instagram και του TikTok, το μοτίβο αυτό έχει μεταφερθεί τα τελευταία χρόνια και σε πιο τοπικά περιεχόμενα, με ερασιτεχνικά κανάλια ή με δημιουργούς περιεχομένου να αναμεταδίδουν την εμπειρία ατόμων με ΔΑΘ στις δικές τους πλατφόρμες, συχνά χωρίς ξεκάθαρο κλινικό πλαίσιο και πάντοτε μέσα σε μια λογική θεάματος.

Σε επίπεδο επικοινωνιακής στρατηγικής, αυτές οι αναπαραστάσεις παρουσιάζονται συχνά ως μια προσπάθεια ευαισθητοποίησης του κοινού. Η ίδια η κλινική έρευνα όμως έχει αποτυπώσει μια αρκετά διαφορετική εικόνα. Πειραματικές μελέτες έχουν δείξει πως η έκθεση σε επεισόδια τέτοιων εκπομπών αυξάνει σημαντικά τις στιγματιστικές στάσεις του κοινού απέναντι στα άτομα με ΔΑΘ, συγκεκριμένα ως προς την αίσθηση «διαφορετικότητας», την κοινωνική απόσταση που οι θεατές επιθυμούν να διατηρήσουν από εκείνα, και τη χαμηλή τους διάθεση να συμμετάσχουν σε σχέσεις μαζί τους (Bates et al., 2020). Ο στιγματισμός που εκφράζεται μετά την έκθεση σε τέτοιο περιεχόμενο οργανώνεται γύρω από τρεις θεματικούς άξονες, που οι ίδιοι οι ερευνητές έχουν αποτυπώσει συνοπτικά στη φράση «δεν μου μοιάζουν, είναι κακοί, και φταίνε οι ίδιοι» (Chasson et al., 2018). Το πιο κρίσιμο όμως κλινικό εύρημα είναι ότι ο στιγματισμός αυτός εσωτερικεύεται κι από τα ίδια τα άτομα με ΔΑΘ που παρακολουθούν τέτοιες εκπομπές. Σε ποιοτικές μελέτες, αρκετά άτομα έχουν αναφέρει πως η έκθεση σε δραματοποιημένες εικόνες ακραίας συσσώρευσης τους κάνει είτε να υποεκτιμούν τη βαρύτητα της δικής τους κατάστασης («εγώ δεν έχω φτάσει εκεί ακόμα»), είτε να νιώθουν τόσο άσχημα από την εικόνα που βλέπουν, που εγκαταλείπουν τελείως τη σκέψη να ζητήσουν βοήθεια (Henderson et al., 2024). Η ίδια η ορατότητα που υποτίθεται ότι θα έφερνε τα άτομα πιο κοντά στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας, στην πράξη συχνά τα απομακρύνει από αυτές.

Στην ελληνική ψηφιακή σφαίρα, τα τελευταία χρόνια έχουν αρχίσει να εμφανίζονται όλο και πιο συχνά βίντεο όπου οικογένειες ή φιλικά πρόσωπα ατόμων με συμπτωματολογία αποθησαύρισης αναμεταδίδουν προσπάθειες «καθαρισμού» του σπιτιού, συνήθως μέσα σε ένα πλαίσιο όπου ο δημιουργός του περιεχομένου παρουσιάζεται ως «βοηθός» ή ως το άτομο που «κάνει το σωστό». Σε αρκετά από αυτά, η αναμετάδοση γίνεται ενώ το ίδιο το άτομο με τη συμπτωματολογία απουσιάζει ή δε γνωρίζει την έκταση της δημόσιας εικόνας, ενώ σε άλλα η αντίδρασή του όταν ανακαλύπτει τι έχει συμβεί, καταγράφεται κι αυτή με τη σειρά της και διανέμεται σε χιλιάδες θεατές. Κλινικά, αυτό που αποτυπώνεται σε αυτές τις σκηνές είναι κάτι που η βιβλιογραφία γνωρίζει εδώ και χρόνια: ο «βαθύς καθαρισμός» χωρίς θεραπευτική προεργασία βιώνεται από το άτομο με ΔΑΘ ως προσωπική παραβίαση κι όχι ως βοήθεια. Αυτό όμως που η σύγχρονη πραγματικότητα προσθέτει είναι ένα δεύτερο, πιο σύνθετο επίπεδο: η αντίδραση του ατόμου δε διαδραματίζεται μόνο ιδιωτικά αλλά δυστυχώς αναμεταδίδεται δημόσια, με πιθανή ή χωρίς πραγματική συγκατάθεσή του.

Όταν μιλάμε για συγκατάθεση σε αυτές τις περιπτώσεις, μιλάμε για κάτι αρκετά πιο σύνθετο από μια απλή υπογραφή σε ένα έντυπο. Το άτομο με Διαταραχή Αποθησαύρισης συχνά δεν έχει το ίδιο πλήρη επίγνωση της κατάστασής του. Ζει συνήθως σε σχέση εξάρτησης από τους οικείους που το βιντεοσκοπούν ή που μιλάνε δημόσια για τα πράγματα του σπιτιού του και δεν μπορεί να γνωρίζει εκ των προτέρων ποιοι θα δουν την εικόνα του ή πώς θα το αντιμετωπίζουν αύριο οι γείτονες. Οπότε ακόμη κι αν τυπικά έχει πει ένα «ναι» σε μια κάποια στιγμή, δύσκολα θα κάτσει να σκεφτεί τι όντως θα σημαίνει αυτό το «ναι» πέντε ή δέκα χρόνια μετά, όταν αυτό το βίντεο θα συνεχίζει να κυκλοφορεί στο διαδίκτυο και η εικόνα του θα έχει ταυτιστεί δημόσια με την τωρινή κατάσταση του σπιτιού του. Από την οπτική ενός επαγγελματία ψυχικής υγείας, αυτό που πραγματικά προστατεύει την αξιοπρέπεια ενός ατόμου με ΔΑΘ δεν είναι απλά η στιγμιαία συναίνεσή του αλλά η συνολική φροντίδα της εικόνας και της ιστορίας του, ακόμη κι όταν αυτή δεν αποτελεί προτεραιότητα. Στη Διαταραχή Αποθησαύρισης, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη ψυχική κατάσταση, η ιδιωτικότητα του ίδιου του ανθρώπου χρειάζεται μια συνειδητή φροντίδα από όλους τους οικείους του και όχι να γίνεται θυσία στο βωμό της τηλεθέασης και των “like”.

Μύθοι & Αλήθειες για τη Διαταραχή Αποθησαύρισης

μύθος #1

Η αποθησαύριση είναι απλώς τεμπελιά.

μύθος #2

Αν πεταχτούν όλα, το πρόβλημα λύνεται.

μύθος #3

Είναι το ίδιο με τη συλλογή.

Αλήθεια #1

Πρόκειται για αναγνωρισμένη ψυχική διαταραχή.

Αλήθεια #2

Χωρίς θεραπεία, η συμπεριφορά συχνά επανεμφανίζεται.

Αλήθεια #3

Η συλλογή είναι οργανωμένη και ευχάριστη ενώ η αποθησαύριση προκαλεί δυσφορία και δυσλειτουργία.

Πηγές & ενδεικτική βιβλιογραφία

Οι πληροφορίες παρέχονται μόνο για ενημερωτικό σκοπό. Δε θα πρέπει να θεωρηθούν υποκατάστατο της εξατομικευμένης Ψυχιατρικής εξέτασης, διάγνωσης και θεραπείας.

Εάν δεν αισθάνεσαι καλά…

…μη διστάσεις να ζητήσεις βοήθεια!

Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας είμαστε εδώ για να σε βοηθήσουμε όσο καλύτερα μπορούμε! Δε χρειάζεται να περνάς μόνος/η σου κάτι που σε δυσκολεύει τόσο… αξίζεις να έχεις τη στήριξη που χρειάζεσαι! Κι αν αυτή τη στιγμή σου φαίνεται δύσκολο να κάνεις το πρώτο βήμα, θέλω να ξέρεις πως δεν είσαι μόνος/η σου σε αυτό. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που προσπαθούν κάθε μέρα να φροντίσουν τον ψυχικό τους κόσμο και υπάρχουν επίσης κι επαγγελματίες που μπορούν να σταθούν δίπλα σου σε αυτή την προσπάθεια.

Δε σου λέω πως είναι πάντα εύκολο…κάποιες φορές χρειάζεται χρόνος, υπομονή κι επιμονή. Με την κατάλληλη στήριξη, όμως, τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν! Ακόμη κι αν αυτή τη στιγμή όλα σου φαίνονται σκοτεινά ή μπερδεμένα, αυτό δε σημαίνει ότι θα παραμείνουν έτσι!

Επειδή η παρούσα σελίδα έχει ενημερωτικό και ψυχοεκπαιδευτικό χαρακτήρα, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την άμεση επαγγελματική βοήθεια σε μια επείγουσα κατάσταση…Αν αισθάνεσαι ότι χρειάζεσαι άμεση υποστήριξη, μπορείς να απευθυνθείς στο γιατρό σου ή να καλέσεις σε κάποιο από τα τηλέφωνα υποστήριξης κι έκτακτης ανάγκης που θα βρεις παρακάτω.

τηλ. γραμμη ψυχοκοινωνικησ υποστηριξησ 10306

τηλ. γραμμη sos για παιδια, εφηβουσ & γονεισ 1056

τηλ. γραμμη ψυχολογικησ υποστηριξησ ιθακη 1145

Εθνικο Κεντρο αμεσης Βοηθειας (ΕΚΑΒ) 166

Κάρτες Αξιών & Περιορισμών

Εγγραφείτε στο newsletter και λάβετε δωρεάν τις 54 Κάρτες Αξιών & Περιορισμών, ένα εργαλείο αυτογνωσίας που σχεδιάστηκε για να σας βοηθήσει να αναγνωρίσετε τι έχει πραγματικά σημασία για εσάς και τι μπορεί να σας κρατά πίσω!