Βραχεία Ψυχωτική Διαταραχή

Τι είναι η Βραχεία Ψυχωτική Διαταραχή;

Η Βραχεία Ψυχωτική Διαταραχή, γνωστή στο ICD-11 ως Οξεία και Παροδική Ψυχωτική Διαταραχή (Acute and Transient Psychotic Disorder, ATPD), είναι μια ψυχωτική διαταραχή που εμφανίζεται αιφνίδια και διαρκεί για σχετικά μικρό χρονικό διάστημα. Χαρακτηρίζεται από απότομη εμφάνιση ψυχωτικών συμπτωμάτων, όπως ψευδαισθήσεις ή παραληρητικές ιδέες, και μπορεί να συνοδεύεται από αποδιοργανωμένη σκέψη και συμπεριφορά.

Κεντρικό χαρακτηριστικό της διαταραχής, όπως φανερώνει και το όνομά της, είναι η περιορισμένη της διάρκεια. Τα συμπτώματα μπορεί να διαρκέσουν από μία ημέρα έως το πολύ έναν μήνα κατά το DSM-5 (έως τρεις μήνες κατά το ICD-11) και στη συνέχεια αυτά υποχωρούν και το άτομο επιστρέφει πλήρως στο προηγούμενο επίπεδο λειτουργικότητάς του. Αυτό είναι και το βασικό σημείο που τη διαφοροποιεί από άλλες ψυχωτικές διαταραχές με πιο μακροχρόνια εξέλιξη, όπως η Σχιζοφρένεια.

Το ψυχωτικό επεισόδιο μπορεί να προκληθεί από έναν έντονο στρεσογόνο παράγοντα, όπως μια σημαντική απώλεια ή ένα τραυματικό γεγονός, και να αποσταθεροποιήσει τόσο το ίδιο το άτομο όσο και τους οικείους του. Δεν είναι όμως απαραίτητο να υπάρχει κάποιο σαφές εκλυτικό γεγονός. Στο DSM-5 η διαφοροποίηση αυτή αποτυπώνεται με τρεις προσδιοριστές, με σαφή στρεσογόνο παράγοντα, χωρίς σαφή στρεσογόνο παράγοντα, και με περιγεννητική έναρξη. Στις περισσότερες περιπτώσεις η πρόγνωση είναι πολύ καλή, ειδικά όταν υπάρχει έγκαιρη αξιολόγηση. Παρ’ όλα αυτά, η Βραχεία Ψυχωτική Διαταραχή χρειάζεται προσεκτική παρακολούθηση, καθώς σε ένα ποσοστό περιπτώσεων μπορεί να αποτελεί το πρώτο επεισόδιο μιας μακροχρόνιας ψυχωτικής διαταραχής.

Η Βραχεία Ψυχωτική Διαταραχή είναι σχετικά σπάνια. Η ετήσια επίπτωση εκτιμάται ότι κυμαίνεται από 3,9 έως 9,6 περιπτώσεις ανά 100.000 άτομα στις Ευρωπαϊκές χώρες, ενώ ο επιπολασμός ζωής υπολογίζεται κάτω του 0,1% σε μεγάλες πληθυσμιακές μελέτες (Lu et al., 2024). Η ηλικία έναρξης τοποθετείται στην πρώιμη έως μέση ενηλικίωση, με μέσο όρο γύρω στα 30-35 έτη, αρκετά μεγαλύτερο από τη Σχιζοφρένεια όπου η συνήθης έναρξη βρίσκεται στην εφηβεία ή στις αρχές της δεκαετίας των είκοσι (Provenzani et al., 2021). Είναι ελαφρώς συχνότερη σε γυναίκες, με τη διαφορά αυτή να γίνεται μεγαλύτερη όταν προστίθενται και τα επεισόδια περιγεννητικής έναρξης.

Johann Heinrich Füssli, Lady Macbeth Sleepwalking (c.1784). Public Domain.

Η συμπτωματολογία της Βραχείας Ψυχωτικής Διαταραχής δεν εκδηλώνεται με μια σταθερή κι ομοιόμορφη κλινική εικόνα όπως σε άλλες ψυχωτικές διαταραχές, αλλά διαμορφώνεται μέσα από ένα μοναδικό αλλά εξαιρετικά πολυμορφικό επεισόδιο, μέσα στο οποίο τα συμπτώματα μπορεί να αλλάζουν ταχύτατα στη φύση και την ένταση τους από τη μια ώρα στην άλλη ή ακόμη και από το πρωί έως το βράδυ. Σύμφωνα με τα διαγνωστικά κριτήρια του DSM-5, για να τεθεί η διάγνωση απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον ενός από τα τέσσερα βασικά ψυχωτικά συμπτώματα (παραληρητικές ιδέες, ψευδαισθήσεις, αποδιοργανωμένος λόγος ή αποδιοργανωμένη/κατατονική συμπεριφορά), με τουλάχιστον ένα από τα τρία πρώτα να πρέπει να είναι υποχρεωτικά παρόν. Σε αντίθεση με τη Σχιζοφρένεια, τα αρνητικά συμπτώματα δεν περιλαμβάνονται καθόλου στα διαγνωστικά κριτήρια της Διαταραχής, στοιχείο που αντανακλά την οξεία και όχι τη χρόνια φύση της (Provenzani et al., 2022).

Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό που διαπερνά την κλινική εικόνα είναι μια έντονη αμηχανία, αυτό που στη βιβλιογραφία ονομάζεται και perplexity, όπου το άτομο μοιάζει σαν να είναι χαμένο μέσα στην ίδια του την εμπειρία, την οποία δεν μπορεί να την κατανοήσει ούτε το ίδιο, σαν να είναι τα ίδια του τα βιώματα ξένα προς τον εαυτό του (Grover & Kathiravan, 2023).

Θετικά συμπτώματα

Τα θετικά συμπτώματα αποτελούν τον πιο αναγνωρίσιμο πυρήνα του ψυχωτικού επεισοδίου και περιλαμβάνουν τις παραληρητικές ιδέες και τις ψευδαισθήσεις. Οι παραληρητικές ιδέες παίρνουν κατά κανόνα παρανοϊκή μορφή (το άτομο πιστεύει ότι το παρακολουθούν, το απειλούν ή σχεδιάζουν κάτι εις βάρος του), λιγότερο συχνά παίρνουν μορφή αναφοράς (θεωρεί ότι ουδέτερα γεγονότα του περιβάλλοντος ή μηνύματα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης κρύβουν ειδικό νόημα προσωπικά για το ίδιο) και σπανιότερα μορφή μεγαλείου ή σωματικού περιεχομένου. Συγκριτικά με τη Σχιζοφρένεια, οι παραληρητικές ιδέες στη Βραχεία Ψυχωτική Διαταραχή τείνουν να είναι λιγότερο συστηματοποιημένες, πιο ασταθείς και να μεταβάλλονται γρήγορα στο περιεχόμενό τους (Provenzani et al., 2022).

Οι ψευδαισθήσεις, από τη μεριά τους, είναι πρωτίστως ακουστικές, με το άτομο να ακούει φωνές που δε γίνονται αντιληπτές από τους γύρω του και που μπορεί να σχολιάζουν τη συμπεριφορά του ή να συζητούν μεταξύ τους. Πιο σπάνια εμφανίζονται και ψευδαισθήσεις άλλων αισθήσεων, οπτικές, απτικές ή και οσφρητικές. Στη Βραχεία Ψυχωτική Διαταραχή οι οπτικές ψευδαισθήσεις εμφανίζονται συχνότερα από ότι στη Σχιζοφρένεια και κατευθύνουν συχνά την κλινική σκέψη προς αναζήτηση κάποιου οργανικού αιτίου που να μιμείται την κλινική εικόνα (Grover & Kathiravan, 2023).

Αποδιοργανωτικά συμπτώματα

Η αποδιοργάνωση εκδηλώνεται τόσο στη σκέψη και τον λόγο όσο και στη συμπεριφορά. Στον λόγο, η αποδιοργάνωση γίνεται αντιληπτή ως μια χαλαρή σύνδεση των ιδεών μεταξύ τους, με αιφνίδιες μεταπηδήσεις από το ένα θέμα στο άλλο, γρήγορη “πιεστική” ομιλία, ή στις σοβαρότερες περιπτώσεις ασυνάρτητη ομιλία που γίνεται δύσκολα κατανοητή. Στη συμπεριφορά, η αποδιοργάνωση μπορεί να εκδηλωθεί ως άσκοπη, έντονη ψυχοκινητική διέγερση, ως επιθετικότητα ή εχθρικότητα, ως επιλογές που δεν ταιριάζουν στην περίσταση (π.χ. ντύσιμο ασύμβατο με την εποχή ή τον τόπο) ή ως δυσκολία ολοκλήρωσης ακόμη και απλών καθημερινών δραστηριοτήτων. Σε ένα μικρότερο ποσοστό περιπτώσεων μπορούν να εμφανιστούν και κατατονικά φαινόμενα, με το άτομο να παραμένει είτε ακίνητο για παρατεταμένα διαστήματα είτε σε υπερβολική κι άσκοπη ψυχοκινητική διέγερση, εικόνα που συναντάται συχνότερα στις περιπτώσεις περιγεννητικής έναρξης (Nahar et al., 2017, όπως αναφέρεται στο Grover & Kathiravan, 2023).

Συναισθηματική αναταραχή και πολυμορφικότητα

Σχεδόν πάντοτε το ψυχωτικό επεισόδιο συνοδεύεται από έντονη συναισθηματική αναταραχή. Το άτομο μπορεί να μεταπηδά από έντονη ευφορία και διέγερση σε καταθλιπτική διάθεση, ή από φόβο και πανικό σε ευερεθιστότητα και θυμό, και όλα αυτά μέσα στο ίδιο εικοσιτετράωρο. Σε αυτή τη συναισθηματική αστάθεια προστίθενται συχνά κι έντονες σωματικές εκδηλώσεις από το αυτόνομο νευρικό σύστημα (ταχυκαρδία, εφίδρωση, τρόμος), σοβαρές διαταραχές του ύπνου που μπορούν να φτάσουν έως και την πλήρη αϋπνία για μέρες, καθώς κι αλλαγές στην όρεξη (Grover & Kathiravan, 2023). Τα ίδια χαρακτηριστικά της ταχύτατης μεταβολής και της πολυμορφικότητας είναι αυτά ακριβώς που στη βιβλιογραφία ορίζουν την κλασική «πολυμορφική» μορφή της διαταραχής, την κατεξοχήν εκδοχή της που έχει αναγνωριστεί ιστορικά κι από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού (Castagnini & Foldager, 2014, όπως αναφέρεται στο Provenzani et al., 2022).

Πρέπει τέλος να τονιστεί ότι, σε ένα μικρό αλλά κλινικά σημαντικό ποσοστό περιπτώσεων, μέσα στο ψυχωτικό επεισόδιο εμφανίζεται κι αυτοκαταστροφικός ή και ετεροκαταστροφικός κίνδυνος, που μπορεί να φτάσει έως και σε αυτοκτονικές απόπειρες ή πράξεις βίας προς τρίτους. Αυτός ο κίνδυνος, σε συνδυασμό με τη γενικότερη απώλεια κριτικής ικανότητας του ατόμου τη δεδομένη στιγμή, αποτελεί από τους κύριους λόγους που η διαταραχή πολύ συχνά απαιτεί νοσηλεία στη φάση του ίδιου του επεισοδίου.

Οι υπότυποι κατά το ICD-11

Σε αντίθεση με το DSM-5 που δε διακρίνει υπότυπους αλλά μόνο τους τρεις προσδιοριστές που αναφέρθηκαν, το ICD-10 αναγνώριζε τέσσερις βασικούς υπότυπους με βάση το ποια συμπτώματα κυριαρχούν μέσα στο επεισόδιο: την οξεία πολυμορφική ψυχωτική διαταραχή χωρίς συμπτώματα σχιζοφρένειας (την «καθαρή» μορφή με ταχέως μεταβαλλόμενα πολυμορφικά συμπτώματα κι έντονη συναισθηματική αναταραχή), την οξεία πολυμορφική ψυχωτική διαταραχή με συμπτώματα σχιζοφρένειας, την οξεία σχιζοφρενικόμορφη ψυχωτική διαταραχή (όπου κυριαρχούν συμπτώματα τύπου Σχιζοφρένειας αλλά διαρκούν λιγότερο από έναν μήνα), και την οξεία κατά κύριο λόγο παραληρητική ψυχωτική διαταραχή. Στη μετάβαση από το ICD-10 στο ICD-11, η ταξινόμηση απλοποιήθηκε αισθητά κι η κατηγορία περιορίστηκε πλέον αποκλειστικά στην πολυμορφική μορφή χωρίς συμπτώματα σχιζοφρένειας, καθώς οι υπόλοιποι υπότυποι θεωρήθηκε πως δεν διαθέτουν επαρκή διαγνωστική σταθερότητα στο πέρασμα του χρόνου και πιο συχνά εξελίσσονται σε άλλες ψυχωτικές διαταραχές (Castagnini & Foldager, 2014).

Η περιγεννητική έναρξη

Μια ιδιαίτερη κλινική μορφή της Βραχείας Ψυχωτικής Διαταραχής εμφανίζεται κατά την εγκυμοσύνη ή στις τέσσερις πρώτες εβδομάδες μετά τον τοκετό, οπότε και χαρακτηρίζεται ως «με περιγεννητική έναρξη». Η μορφή αυτή είναι αρκετά συχνότερη από ότι θα περίμενε κανείς αν λάβει υπόψη του τη συνολική σπανιότητα της διαταραχής στον γενικό πληθυσμό κι αποτελεί κι έναν από τους κύριους λόγους που η συνολική επίπτωση της διαταραχής εμφανίζεται ελαφρώς υψηλότερη στις γυναίκες. Κλινικά, η περιγεννητική έναρξη παρουσιάζει ορισμένες ιδιαιτερότητες σε σύγκριση με τις μη-περιγεννητικές μορφές: συχνότερη παρουσία κατατονικών στοιχείων κι έντονης σύγχυσης, ταχύτερη εξέλιξη των συμπτωμάτων μέσα σε διάστημα ωρών αντί για ημερών και, ίσως πιο σημαντικό, αυξημένος κίνδυνος αυτοκαταστροφικότητας και, σε σπάνιες αλλά εξαιρετικά σοβαρές περιπτώσεις, παιδοκτονικού ιδεασμού προς το νεογέννητο. Για όλους αυτούς τους λόγους, η περιγεννητική έναρξη αντιμετωπίζεται κατά κανόνα ως επείγουσα ψυχιατρική κατάσταση που απαιτεί άμεση νοσηλεία και στενή παρακολούθηση τόσο της μητέρας όσο και του βρέφους (Grover & Kathiravan, 2023).

Η αιτιολογία της Βραχείας Ψυχωτικής Διαταραχής δεν μπορεί να εξηγηθεί από έναν και μοναδικό παράγοντα, αλλά διαμορφώνεται μέσα από την αλληλεπίδραση γενετικών, νευροβιολογικών, ψυχολογικών και περιβαλλοντικών συνθηκών. Αυτό που κάνει τη διαταραχή ιδιαίτερη όμως, σε σχέση με τις άλλες ψυχωτικές διαταραχές που τυπικά σχετίζονται με μια πιο σταθερή νευροαναπτυξιακή ευαλωτότητα, είναι η ιδιαίτερα ισχυρή σχέση της με τους εξωτερικούς εκλυτικούς παράγοντες, το οξύ στρες ιδιαίτερα, που λειτουργεί σε ένα μεγάλο ποσοστό περιπτώσεων ως τη σπίθα που πυροδοτεί ένα ψυχωτικό επεισόδιο σε ένα κατά τα άλλα φαινομενικά υγιές προ-νοσηρό υπόβαθρο.

Από γενετικής σκοπιάς, η Βραχεία Ψυχωτική Διαταραχή φαίνεται να μοιράζεται ένα μέρος του γενετικού της φορτίου με τις υπόλοιπες ψυχωτικές διαταραχές, όχι όμως στον ίδιο βαθμό όσο η Σχιζοφρένεια ή η Διπολική Διαταραχή. Συγγενείς πρώτου βαθμού ατόμων με τη διαταραχή έχουν αυξημένη πιθανότητα να εκδηλώσουν οι ίδιοι κάποια στιγμή στη ζωή τους ψυχωτική διαταραχή, αν κι όχι κατ’ ανάγκη Βραχεία Ψυχωτική Διαταραχή συγκεκριμένα. Οι μελέτες δείχνουν ότι ο σχιζοφρενόμορφος υπότυπος της διαταραχής, αυτός δηλαδή στον οποίο κυριαρχούν συμπτώματα παρόμοια με αυτά της Σχιζοφρένειας, βρίσκεται κι αυτός γενετικά πιο κοντά στη Σχιζοφρένεια σε σχέση με τον καθαρά πολυμορφικό υπότυπο, ένα στοιχείο που αντανακλά κι εμπράκτως στη μεγαλύτερη συχνότητα μετάβασής του προς αυτή τη διάγνωση στη μακροχρόνια πορεία της νόσου (Lu et al., 2024).

Σε νευροβιολογικό επίπεδο, η σύγχρονη βιβλιογραφία είναι σχετικά πιο φτωχή σε σύγκριση με αυτή που αφορά τη Σχιζοφρένεια ή τη Διπολική Διαταραχή, εν μέρει λόγω της σπανιότητας της διαταραχής και του μικρού μεγέθους των δειγμάτων που μπορούν να συγκεντρωθούν στις σχετικές μελέτες. Τα ευρήματα που υπάρχουν συγκλίνουν σε δυσλειτουργίες του ντοπαμινεργικού συστήματος ανάλογες με αυτές που παρατηρούνται και σε άλλες ψυχωτικές διαταραχές, σε υπερενεργοποίηση του άξονα υποθαλάμου – υπόφυσης – επινεφριδίων με αυξημένα επίπεδα κορτιζόλης στις οξείες φάσεις, και σε μια χαρακτηριστική αύξηση των φλεγμονωδών δεικτών στο αίμα τη στιγμή του ψυχωτικού επεισοδίου που υποχωρεί σταδιακά καθώς το άτομο εισέρχεται στην ύφεση (Abouzed et al., 2025). Η ίδια η ανταπόκριση των φλεγμονωδών δεικτών στη θεραπεία φαίνεται μάλιστα να σχετίζεται προγνωστικά με την πιθανότητα διατήρησης της αρχικής διάγνωσης ή μετάβασης σε »Σχιζοφρένεια« στο πέρασμα των επόμενων ετών (Lu et al., 2024).

Στο ψυχολογικό επίπεδο, η εικόνα διαμορφώνεται γύρω από έναν πυρήνα ψυχικής ευαλωτότητας στο στρες. Άτομα που εμφανίζουν αργότερα Βραχεία Ψυχωτική Διαταραχή περιγράφονται συχνά κι αναδρομικά από τους οικείους τους ως παιδιά κι έφηβοι με ορισμένα ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά, όπως αυξημένη ευαισθησία, έλλειψη αυτοπεποίθησης, υπερβολική προσήλωση στις λεπτομέρειες και συμπεριφορική αναστολή. Η ψυχοδυναμική προσέγγιση εδώ και πάνω από έναν αιώνα έχει τονίσει το ρόλο μιας υποκείμενης αδυναμίας του «εγώ» να αντέξει την ένταση όταν αυτή ξεπεράσει ένα ορισμένο όριο, με αποτέλεσμα να επέρχεται μια στιγμιαία αλλά εντονότατη ρήξη με την πραγματικότητα ως ένα είδος έκτακτης ψυχικής διαφυγής. Σύγχρονες μελέτες προσθέτουν στην εικόνα κι ορισμένα διακριτικά νευρογνωστικά ελλείμματα, ιδιαίτερα σε τομείς που αφορούν τη λεκτική μάθηση και τη μνήμη εργασίας, ελλείμματα που εμφανίζονται προδρομικά κι ενδέχεται να σηματοδοτούν αυξημένο κίνδυνο μετάβασης σε χρόνια ψυχωτική διαταραχή στο πέρασμα του χρόνου (Abouzed et al., 2025).

Σε περιβαλλοντικό και κοινωνικό επίπεδο εντοπίζονται οι περισσότεροι από τους κλασικούς αναγνωρισμένους εκλυτικούς παράγοντες της διαταραχής. Στρεσογόνα γεγονότα όπως ο αιφνίδιος θάνατος ενός κοντινού προσώπου, η απώλεια της εργασίας, ένα διαζύγιο ή μια απιστία, μια απρόσμενη οικονομική καταστροφή, η μετανάστευση σε μια ξένη χώρα, οι αποτυχίες κατά την εκπαίδευση, η εμπλοκή σε δικαστικές υποθέσεις ή η έκθεση σε βία (σωματική, σεξουαλική ή και ψυχολογική), έχουν περιγραφεί κατ’ επανάληψη ως αφορμές για την έναρξη ενός ψυχωτικού επεισοδίου, ιδιαίτερα όταν το γεγονός αυτό συμβαίνει σε σύντομο χρονικό διάστημα πριν από την έναρξη των συμπτωμάτων (Grover & Kathiravan, 2023). Στις γυναίκες ειδικότερα, η λοχεία αναγνωρίζεται ως μια από τις πιο χαρακτηριστικές περιόδους αυξημένου κινδύνου, για λόγους που αφορούν τόσο τις απότομες ορμονικές αλλαγές μετά τον τοκετό όσο και την ψυχοκοινωνική ένταση της μετάβασης στη μητρότητα. 

Οι σωματικές καταστάσεις που συνοδεύονται από πυρετό ή έντονη φλεγμονώδη απάντηση του οργανισμού (όπως οι ιογενείς λοιμώξεις) εμφανίζονται κι αυτές με τη σειρά τους ως πιθανοί εκλυτικοί παράγοντες στη διαταραχή, εξήγηση που εν μέρει εξηγεί κι την αυξημένη συχνότητα της διαταραχής στις αναπτυσσόμενες χώρες όπου τέτοιες λοιμώξεις είναι πιο διαδεδομένες. Η χρήση ουσιών, ιδιαίτερα της κάνναβης κι των διεγερτικών, ενδέχεται να προκαλέσει εικόνα που μοιάζει σχεδόν φαινομενολογικά πανομοιότυπη με αυτή της Βραχείας Ψυχωτικής Διαταραχής, η οποία όμως ταξινομείται ξεχωριστά ως Ψυχωτική Διαταραχή Προκλητή από Ουσίες κι αντιμετωπίζεται διαφορετικά κλινικά.

Πρέπει τέλος να τονιστεί ότι η συννοσηρότητα της Βραχείας Ψυχωτικής Διαταραχής με κάποιες διαταραχές προσωπικότητας, ιδίως με τη Σχιζότυπη Διαταραχή Προσωπικότητας και την Οριακή Διαταραχή Προσωπικότητας, παρατηρείται σε ένα σημαντικό ποσοστό των περιπτώσεων κι ενδέχεται να αντανακλά την υποκείμενη ευαλωτότητα του ατόμου στις ψυχωτικές αντιδράσεις. Στις περιπτώσεις όπου το επεισόδιο πυροδοτείται από ένα τραυματικό γεγονός, μετά την υποχώρηση των ψυχωτικών συμπτωμάτων μπορεί να εμφανιστεί Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες, καθώς η ίδια η εμπειρία της ψύχωσης (συχνά συνοδευόμενη από νοσηλεία και καταστολή) μπορεί από μόνη της να βιωθεί ως ένα δευτερογενές τραύμα από το άτομο. Συχνά, τέλος, στο διάστημα που ακολουθεί το επεισόδιο εμφανίζονται κι ήπια καταθλιπτικά συμπτώματα, μέρος της φυσικής ψυχικής εργασίας του ατόμου να επεξεργαστεί και να ενσωματώσει την εμπειρία του στη συνολική του βιογραφία.

Η διάγνωση της Βραχείας Ψυχωτικής Διαταραχής πρέπει να τίθεται από εξειδικευμένο επαγγελματία ψυχικής υγείας, ψυχίατρο ή κλινικό ψυχολόγο, μέσα από μια αναλυτική κλινική συνέντευξη και ψυχιατρική αξιολόγηση. Η διαδικασία περιλαμβάνει λεπτομερή λήψη ιστορικού, με πληροφορίες για την ηλικία έναρξης, την ταχύτητα εγκατάστασης των συμπτωμάτων (μέσα σε ποιες ώρες ή ημέρες εμφανίστηκαν), τους πιθανούς εκλυτικούς παράγοντες (πρόσφατο τραυματικό γεγονός, λοχεία, χρήση ουσιών, σωματική νόσος ή πυρετός), το προ-νοσηρό λειτουργικό επίπεδο του ατόμου, καθώς και το οικογενειακό ιστορικό ψυχιατρικών διαταραχών.

Η συμβολή των οικείων στην αξιολόγηση είναι ιδιαίτερα κρίσιμη στη Βραχεία Ψυχωτική Διαταραχή, καθώς η έλλειψη επίγνωσης κατά τη διάρκεια του ίδιου του ψυχωτικού επεισοδίου είναι ο κανόνας μάλλον παρά η εξαίρεση, και το άτομο αργότερα μπορεί να μη θυμάται με ακρίβεια τη χρονική σειρά ή την ένταση των βιωμάτων του. Η ιδιαιτερότητα της Βραχείας Ψυχωτικής Διαταραχής σε επίπεδο διαγνωστικής διαδικασίας έγκειται στο ότι η οριστική διάγνωση είναι κατά κανόνα αναδρομική, αφού απαιτεί την επιβεβαίωση της πλήρους επιστροφής του ατόμου στο προ-νοσηρό επίπεδο λειτουργικότητάς του εντός του προβλεπόμενου χρονικού πλαισίου, κι έτσι κατά τη φάση της κρίσης η αρχική διάγνωση μπαίνει συνήθως ως προσωρινή και αναθεωρείται κατά την έξοδο του ατόμου από το επεισόδιο.

Σύμφωνα με τα διαγνωστικά κριτήρια του DSM-5, για να τεθεί η διάγνωση της Βραχείας Ψυχωτικής Διαταραχής απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον ενός από τα τέσσερα βασικά ψυχωτικά συμπτώματα (παραληρητικές ιδέες, ψευδαισθήσεις, αποδιοργανωμένος λόγος ή αποδιοργανωμένη/κατατονική συμπεριφορά), με τουλάχιστον ένα από τα τρία πρώτα να είναι υποχρεωτικά παρόν, με διάρκεια του επεισοδίου μεταξύ μίας ημέρας κι ενός μήνα, καθώς και με πλήρη επιστροφή του ατόμου στο προηγούμενο επίπεδο λειτουργικότητάς του μετά τη λήξη του. Επιπλέον προστίθενται οι τρεις προσδιοριστές που προαναφέρθηκαν: «με σαφή στρεσογόνο παράγοντα», «χωρίς σαφή στρεσογόνο παράγοντα», και «με περιγεννητική έναρξη».

Το ICD-11 ακολουθεί παρόμοια λογική με σημαντικές όμως αποκλίσεις: επιτρέπει διάρκεια έως τρεις μήνες, απαιτεί ρητά την παρουσία πολυμορφικής και ταχέως μεταβαλλόμενης συμπτωματολογίας ως διαγνωστικό κριτήριο, κι αναγνωρίζει πλέον μόνο μία διαγνωστική κατηγορία, την «Οξεία και Παροδική Ψυχωτική Διαταραχή» που αντιστοιχεί στον «καθαρό» πολυμορφικό τύπο χωρίς συμπτώματα Σχιζοφρένειας του παλαιότερου ICD-10. Αυτή η σύσφιξη του ICD-11 σε σχέση με το παλαιότερο ICD-10 αλλά και με το DSM-5 αντανακλά την αναγνώριση του γεγονότος ότι οι υπόλοιποι υπότυποι της διαταραχής στερούνταν επαρκούς διαγνωστικής σταθερότητας στο πέρασμα του χρόνου κι εξελίσσονταν συχνότερα προς τη Σχιζοφρένεια ή τη Διπολική Διαταραχή (Castagnini & Foldager, 2014).

Σημαντικό μέρος της διαγνωστικής διαδικασίας αποτελεί κι η διαφορική διάγνωση από καταστάσεις με παρόμοια ή κοινά κλινικά χαρακτηριστικά. Πριν τεθεί η ψυχιατρική διάγνωση, χρειάζεται καταρχάς να αποκλειστούν συστηματικά τα οργανικά αίτια που μπορούν να μιμηθούν σχεδόν τέλεια την κλινική εικόνα ενός βραχέος ψυχωτικού επεισοδίου, και ο αποκλεισμός αυτός είναι ίσως πιο επιτακτικός εδώ από ότι σε οποιαδήποτε άλλη ψυχωτική διαταραχή. Στις πιο κρίσιμες σωματικές διαφορικές διαγνώσεις περιλαμβάνεται η αυτοάνοση εγκεφαλίτιδα από αντισώματα έναντι του υποδοχέα NMDA (anti-NMDAR encephalitis), η οποία μπορεί να εμφανιστεί ιδιαίτερα σε νέες γυναίκες με αιφνίδια ψυχωτικά συμπτώματα και κατατονικά στοιχεία, καθώς και άλλες αυτοάνοσες κι νευρολογικές παθήσεις (συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, σκλήρυνση κατά πλάκας, όγκοι του εγκεφάλου, επιληψία κροταφικού λοβού), ενδοκρινικές διαταραχές (υπερθυρεοειδισμός, σύνδρομο Cushing), λοιμώδη νοσήματα με νευροψυχιατρικές εκδηλώσεις, καθώς κι η οξεία τοξική επίδραση ή η στέρηση από ψυχοδραστικές ουσίες.

Από κει και πέρα, στη διαφορική διάγνωση εξετάζονται κατά κύριο λόγο οι υπόλοιπες ψυχωτικές διαταραχές. Η Σχιζοφρένεια και η Σχιζοφρενόμορφη Διαταραχή διαφοροποιούνται από τη Βραχεία Ψυχωτική Διαταραχή κυρίως ως προς τη διάρκεια των συμπτωμάτων, η Σχιζοσυναισθηματική Διαταραχή από την παρουσία εκτεταμένων συναισθηματικών επεισοδίων μέσα στη συνολική πορεία της νόσου, ενώ η Διπολική Διαταραχή και η Μείζονα Καταθλιπτική Διαταραχή με ψυχωτικά χαρακτηριστικά διαφοροποιούνται από το γεγονός ότι σε αυτές τα ψυχωτικά συμπτώματα εμφανίζονται μόνο μέσα στα συναισθηματικά επεισόδια και υφίενται όταν αυτά υποχωρούν. Η Παραληρητική Διαταραχή χαρακτηρίζεται από επίμονες παραληρητικές ιδέες χωρίς ευρύτερη ψυχωτική ή πολυμορφική συμπτωματολογία, ενώ στις διαταραχές προσωπικότητας, η Σχιζότυπη Διαταραχή Προσωπικότητας και η Οριακή Διαταραχή Προσωπικότητας μπορεί να εμφανίσουν παροδικά μικρο-ψυχωτικά συμπτώματα, αυτά όμως είναι ηπιότερα κι εντάσσονται στο σταθερό μοτίβο της προσωπικότητας του ατόμου χωρίς να φτάνουν στην ένταση ενός πραγματικού ψυχωτικού επεισοδίου.

Ίσως η πιο απαιτητική διαφορική διάγνωση όμως είναι αυτή ανάμεσα στη Βραχεία Ψυχωτική Διαταραχή και στην Ψυχωτική Διαταραχή Προκλητή από Ουσίες, ιδιαίτερα μάλιστα όταν το άτομο δεν αναφέρει τη χρήση στο ιστορικό του ή όταν η ίδια η ουσία (π.χ. κάποια συνθετικά κανναβινοειδή ή νεότερες ψυχοδραστικές ουσίες) δεν ανιχνεύεται εύκολα στις τυπικές τοξικολογικές εξετάσεις των επειγόντων. Σε αυτές τις περιπτώσεις η διάγνωση μπορεί να αποσαφηνιστεί μόνο μέσα από προσεκτική παρακολούθηση του ατόμου: αν τα ψυχωτικά συμπτώματα εξαφανίζονται μέσα σε λίγες μέρες με τη διακοπή της χρήσης κι εφαρμογή υποστηρικτικής αγωγής, η διάγνωση τείνει να αναθεωρηθεί προς τη Διαταραχή Προκλητή από Ουσίες, ενώ αν τα συμπτώματα συνεχίζονται παρά την αποδεδειγμένη απουσία ουσιών για περισσότερες ημέρες, ενισχύεται η διάγνωση της Βραχείας Ψυχωτικής Διαταραχής. Παρόμοιες επανεκτιμήσεις της διάγνωσης γίνονται κατά κανόνα και στο πέρασμα των επόμενων μηνών και ετών, καθώς ένα σημαντικό μέρος των ατόμων που αρχικά λαμβάνουν τη διάγνωση εξελίσσεται τελικά σε άλλες ψυχωτικές ή συναισθηματικές διαταραχές, με τη συχνότερη να είναι η Σχιζοφρένεια (Provenzani et al., 2022).

Η αντιμετώπιση της Βραχείας Ψυχωτικής Διαταραχής διαφέρει σημαντικά από αυτή των άλλων ψυχωτικών διαταραχών, καθώς η εξ ορισμού αυτοπεριοριζόμενη φύση της διαταραχής αλλάζει αισθητά τόσο τους θεραπευτικούς στόχους όσο και τους χρονικούς ορίζοντες της παρέμβασης. Ο πρώτος και ο πιο επείγων στόχος της θεραπείας είναι η ασφαλής διαχείριση του ίδιου του ψυχωτικού επεισοδίου, ο δεύτερος είναι η σταθεροποίηση του ατόμου μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων και η σταδιακή του επανένταξη στην καθημερινή ζωή, κι ο τρίτος, ίσως όμως ο πιο σημαντικός μακροπρόθεσμα, είναι η συστηματική παρακολούθηση του ατόμου στο πέρασμα του χρόνου ώστε να εντοπιστεί έγκαιρα μια τυχόν μελλοντική υποτροπή ή μια εξέλιξη της διαταραχής σε κάποια χρόνια ψυχωτική κατάσταση. Η σύγχρονη προσέγγιση συνδυάζει πάντα τη φαρμακευτική αγωγή με ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις, καθώς η κάθε μια ακουμπά και σε διαφορετική πλευρά της διαταραχής, ενώ αυξανόμενες ενδείξεις από πρόσφατες κλινικές δοκιμές υποστηρίζουν επίσης τη συνολική αξία ενός εξειδικευμένου προγράμματος έγκαιρης παρέμβασης (Abouzed et al., 2025).

Στην οξεία φάση του ψυχωτικού επεισοδίου, η νοσηλεία αποτελεί κατά κανόνα τη ρεαλιστική θεραπευτική επιλογή. Η απότομη εγκατάσταση των συμπτωμάτων, η έντονη ψυχοκινητική διέγερση, η συχνή απώλεια της κριτικής ικανότητας του ατόμου και ο μη αμελητέος κίνδυνος αυτοκαταστροφικής ή ετεροκαταστροφικής συμπεριφοράς, καθιστούν δύσκολη την κατ’ οίκον διαχείριση κι επιβάλλουν συνήθως την παρακολούθηση του ατόμου σε προστατευμένο περιβάλλον. Η φαρμακευτική αγωγή στη φάση αυτή στηρίζεται στα αντιψυχωσικά, με τις σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες να προτείνουν τα αντιψυχωσικά δεύτερης γενιάς ως πρώτη επιλογή, σε σχετικά χαμηλές δόσεις σε σύγκριση με αυτές που χρησιμοποιούνται στη Σχιζοφρένεια, καθώς τα ψυχωτικά συμπτώματα στη Βραχεία Ψυχωτική Διαταραχή τείνουν να ανταποκρίνονται γρηγορότερα στη φαρμακευτική αγωγή. Ως επικουρική θεραπεία μπορεί να δοθούν βραχυπρόθεσμα ηρεμιστικά για την αντιμετώπιση της οξείας διέγερσης ή της αϋπνίας. Στις σοβαρότερες κατατονικές μορφές και ιδιαίτερα στις περιπτώσεις περιγεννητικής έναρξης, η ηλεκτροσπασμοθεραπεία (Electroconvulsive Therapy, ECT) έχει αποδειχτεί κατ’ επανάληψη ως ασφαλής κι αποτελεσματική επιλογή και θεωρείται η ενδεδειγμένη παρέμβαση όταν η κατάσταση του ατόμου δεν επιτρέπει την αναμονή της σταδιακής δράσης των αντιψυχωσικών (Grover & Kathiravan, 2023).

Μετά την υποχώρηση των ψυχωτικών συμπτωμάτων κι ενώ το άτομο επιστρέφει στο προ-νοσηρό του επίπεδο, ξεκινά η φάση της συντηρητικής αγωγής και της κλινικής παρακολούθησης. Σε αντίθεση με τη Σχιζοφρένεια, όπου η φαρμακευτική αγωγή λαμβάνεται κατά κανόνα δια βίου, στη Βραχεία Ψυχωτική Διαταραχή η αγωγή με αντιψυχωσικά συνεχίζεται συνήθως για διάστημα ενός έως δύο ετών μετά το πρώτο επεισόδιο, και στη συνέχεια αποσύρεται σταδιακά υπό στενή κλινική παρακολούθηση. Η απότομη διακοπή των φαρμάκων δεν συστήνεται, ακόμη κι όταν το άτομο νιώθει εντελώς καλά, καθώς αυξάνει την πιθανότητα μιας νέας υποτροπής. Η συστηματική κλινική παρακολούθηση αποτελεί από μόνη της ένα κρίσιμο μέρος της θεραπείας στη Βραχεία Ψυχωτική Διαταραχή, καθώς ένα σημαντικό ποσοστό των ατόμων (περίπου ένας στους τρεις στα τρία χρόνια από το πρώτο επεισόδιο) θα παρουσιάσει είτε μια νέα ψυχωτική υποτροπή είτε θα εξελιχθεί τελικά σε κάποια άλλη ψυχωτική διαταραχή (Provenzani et al., 2022). Η συχνότητα των κλινικών επανεξετάσεων είναι μεγαλύτερη τα δύο πρώτα χρόνια μετά το επεισόδιο που είναι κι η περίοδος του υψηλότερου κινδύνου για υποτροπή και διαγνωστική μεταβολή και αραιώνει σταδιακά στη συνέχεια.

Στις ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις, η Γνωσιακή – Συμπεριφορική Θεραπεία στην εκδοχή της που έχει σχεδιαστεί ειδικά για την ψύχωση (Cognitive Behavioral Therapy for Psychosis, CBTp) δίνει στο άτομο τη δυνατότητα να μιλήσει για την ψυχωτική του εμπειρία σε ένα ασφαλές θεραπευτικό πλαίσιο, κάτι που αποκτά ξεχωριστή σημασία στη Βραχεία Ψυχωτική Διαταραχή όπου η εμπειρία της κρίσης βιώνεται συχνά ως μια εντελώς ξένη παρεμβολή μέσα στη συνηθισμένη ζωή του ατόμου. Στο πλαίσιο αυτής της θεραπείας, το άτομο μαθαίνει επίσης να αναγνωρίζει τα πρώιμα σημάδια μιας πιθανής υποτροπής και να αναπτύσσει συγκεκριμένες στρατηγικές αντιμετώπισης. Στις περιπτώσεις όπου το επεισόδιο πυροδοτήθηκε από ένα τραυματικό ή στρεσογόνο γεγονός, η ψυχοδυναμική προσέγγιση μπορεί επίσης να βοηθήσει στην επεξεργασία τόσο του ίδιου του γεγονότος όσο και της υποκείμενης ευαλωτότητας του ατόμου που το έκανε να ανταποκριθεί με ψυχωτικό τρόπο σε ένα στρες, ενώ η συστημική και η οικογενειακή θεραπεία αποκτούν ιδιαίτερη αξία όταν το επεισόδιο εμφανίστηκε μέσα σε ένα έντονα φορτισμένο οικογενειακό πλαίσιο. Η ψυχοεκπαίδευση των οικείων είναι κατά κανόνα το πιο σημαντικό αυτών των στοιχείων, καθώς όταν η οικογένεια γνωρίζει τι ακριβώς συνέβη και τι ακριβώς είναι το επεισόδιο, μπορεί από τη μία να μειώσει τις παρεξηγήσεις και την ένταση στο σπίτι κι από την άλλη να εντοπίσει εγκαίρως τα σημάδια μιας νέας υποτροπής.

Ξεχωριστή σημασία αποκτά τα τελευταία χρόνια η ιδέα της εξειδικευμένης έγκαιρης παρέμβασης. Πρόσφατη πολυκεντρική κλινική δοκιμή σε χίλιους ασθενείς ανέδειξε ότι η συνδυαστική προσέγγιση (μηνιαία ψυχοεκπαίδευση οικογένειας, εβδομαδιαία Γνωσιακή – Συμπεριφορική Θεραπεία και χαμηλή δόση αντιψυχωσικού δεύτερης γενιάς, σχεδιασμένη ειδικά για άτομα με Βραχεία Ψυχωτική Διαταραχή ή Ψυχωτική Διαταραχή Προκλητή από Ουσίες) μείωσε τον κίνδυνο μετάβασης στη Σχιζοφρένεια κατά 39% σε σύγκριση με τη συνήθη φροντίδα στα δύο πρώτα χρόνια μετά το πρώτο επεισόδιο (Abouzed et al., 2025). Το εύρημα αυτό είναι κλινικά σημαντικό κι ευθυγραμμίζεται με την ευρύτερη διεθνή τάση των τελευταίων χρόνων να αναπτυχθούν εξειδικευμένες υπηρεσίες πρώτου ψυχωτικού επεισοδίου, που παρέχουν συντονισμένη φροντίδα τα κρίσιμα πρώτα δύο με τρία χρόνια μετά την έναρξη της διαταραχής.

Στο σύνολό της, η πρόγνωση της Βραχείας Ψυχωτικής Διαταραχής εξακολουθεί να είναι σαφώς πιο ευνοϊκή από αυτή των υπολοίπων ψυχωτικών διαταραχών. Περίπου οι μισοί ασθενείς διατηρούν την αρχική τους διάγνωση στο πέρασμα των ετών και δεν εξελίσσονται σε κάποια άλλη ψυχωτική κατάσταση, ένα μέρος εμφανίζει σπάνιες υποτροπές χωρίς όμως αλλαγή διάγνωσης, ενώ μια μειοψηφία (γύρω στο 19% σύμφωνα με τη μεγαλύτερη μετα-ανάλυση που έχει γίνει στο πεδίο) θα εξελιχθεί τελικά προς κάποια διαταραχή του σχιζοφρενικού φάσματος και ένα μικρότερο ποσοστό προς τη Διπολική Διαταραχή ή κάποια άλλη συναισθηματική ψυχωτική διαταραχή (Provenzani et al., 2022). 

Αυτή η ενότητα απευθύνεται σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις. Η πρώτη αφορά κάποιον που ανησυχεί για ένα κοντινό του πρόσωπο που πιθανώς βρίσκεται μέσα σε ένα ψυχωτικό επεισόδιο. Η δεύτερη αφορά κάποιον που ο ίδιος έχει περάσει πρόσφατα ένα τέτοιο επεισόδιο και τώρα, μέσα από την ηρεμία της ύφεσης, διαβάζει αυτές τις γραμμές. Οι δύο αυτές καταστάσεις απαιτούν διαφορετική προσέγγιση και γι’ αυτό αναπτύσσονται ξεχωριστά.

Εάν ανησυχείς για κάποιον δικό σου άνθρωπο

Στη φάση του ίδιου του ψυχωτικού επεισοδίου, το άτομο σπάνια αναγνωρίζει αυτά που του συμβαίνουν ως κάτι που χρειάζεται ψυχιατρική φροντίδα. Όσα νιώθει, βλέπει ή πιστεύει εκείνη τη στιγμή τα βιώνει ως απολύτως πραγματικά, και αυτό δεν είναι ούτε ένδειξη πείσματος ούτε άρνησης συνεργασίας από μέρους του. Είναι μέρος της ίδιας της φύσης της διαταραχής. Γι’ αυτό και η αναζήτηση βοήθειας ξεκινά συνηθέστερα από κάποιο πρόσωπο του στενότερου περιβάλλοντος, ένα σύντροφο, ένα γονέα, ένα παιδί ή έναν στενό φίλο, που παρατηρεί την αλλαγή και αποφασίζει να δράσει.

Σήματα που χρειάζεται να σε κάνουν να αναζητήσεις άμεσα ψυχιατρική αξιολόγηση περιλαμβάνουν μια απότομη αλλαγή στη συμπεριφορά του προσώπου που σε ενδιαφέρει, μέσα σε λίγες ώρες ή ημέρες, με συμπτώματα όπως ψευδαισθήσεις (να ακούει φωνές, να βλέπει εικόνες ή να αντιλαμβάνεται πράγματα που οι υπόλοιποι δεν αντιλαμβάνονται), παράξενες πεποιθήσεις που εσύ δεν μπορείς να συμμεριστείς (αίσθηση ότι κάποιοι το παρακολουθούν ή σχεδιάζουν κάτι εις βάρος του, παράξενα σχέδια, ασύνδετες με την πραγματικότητα ιδέες), ασυνάρτητη ή πολύ ταχύτατη ομιλία που δυσκολεύεσαι να παρακολουθήσεις, έντονη ψυχοκινητική διέγερση, αλλεπάλληλες κρίσεις θυμού ή αλλαγές διάθεσης μέσα στο ίδιο εικοσιτετράωρο, ή κατατονικά φαινόμενα όπου το άτομο φαίνεται σαν να «παγώνει» για παρατεταμένα διαστήματα.

Ο κίνδυνος είναι ακόμα μεγαλύτερος και η ανάγκη παρέμβασης πιο επείγουσα σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις: όταν τα συμπτώματα εμφανίζονται μετά από κάποιο πρόσφατο τραυματικό γεγονός (απώλεια αγαπημένου προσώπου, οικονομική κατάρρευση, χωρισμός, βία, μετανάστευση), όταν εμφανίζονται σε μία γυναίκα στις πρώτες εβδομάδες μετά τον τοκετό, ή όταν συνοδεύονται από πυρετό ή κάποια άλλη οξεία σωματική νόσο που μπορεί να υποκρύπτει κάποια οργανική κατάσταση. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η μεταφορά του ατόμου σε ψυχιατρικό τμήμα επειγόντων είναι ο πιο ασφαλής δρόμος, ακόμη κι αν το άτομο διαφωνεί ή αρνείται. Δεν πρόκειται για παραβίαση της θέλησής του αλλά για μία πράξη φροντίδας που, όταν το επεισόδιο υποχωρήσει, θα την κατανοήσει και το ίδιο.

Εάν έχεις βιώσει ένα τέτοιο επεισόδιο

Αν διαβάζεις αυτές τις γραμμές μετά από ένα ψυχωτικό επεισόδιο που ήδη ξεπέρασες, ίσως νιώθεις μια ανάμειξη ανακούφισης, σύγχυσης, ντροπής ή και θυμού για όσα συνέβησαν. Όλα αυτά τα συναισθήματα είναι αναμενόμενα και μέρος της φυσιολογικής επεξεργασίας μιας τόσο έντονης εμπειρίας. Αν τώρα ίσως αναρωτιέσαι αν χρειάζεσαι πραγματικά συστηματική παρακολούθηση από τη στιγμή που νιώθεις «πάλι ο εαυτός σου», πρόκειται για μια εντελώς κατανοητή σκέψη που σχεδόν όλοι οι άνθρωποι που έχουν περάσει κάτι τέτοιο το σκέφτονται κάποια στιγμή.

Αυτό που είναι σημαντικό να γνωρίζεις είναι ότι η Βραχεία Ψυχωτική Διαταραχή έχει εξαιρετικά καλή πρόγνωση, ακριβώς όμως όταν συνοδεύεται από σταθερή κλινική παρακολούθηση τα δύο πρώτα χρόνια μετά το επεισόδιο. Αυτή η περίοδος είναι η πιο κρίσιμη, γιατί τα δύο πρώτα χρόνια συγκεντρώνουν τις περισσότερες πιθανότητες είτε για μια νέα υποτροπή είτε για μια εξέλιξη που θα άλλαζε σταδιακά τη διάγνωση. Η παρακολούθηση λοιπόν δεν αποτελεί ένδειξη ότι «κάτι δεν πάει καλά» μαζί σου, ούτε ότι έχεις τώρα πια κάποια χρόνια ψυχική νόσο. Είναι απλώς μια κλινική μέριμνα που μπορεί να κάνει τη διαφορά ανάμεσα σε ένα μεμονωμένο επεισόδιο που θα μείνει ως μια μικρή παρένθεση στη ζωή σου και σε μια διαταραχή που εξελίσσεται σε κάτι πιο επίμονο.

Καλό είναι να επικοινωνήσεις άμεσα με τον ψυχίατρό σου αν παρατηρήσεις κάποια από τα ακόλουθα. Επανεμφάνιση ασυνήθιστων σκέψεων ή εμπειριών, έστω και σε ηπιότερη μορφή σε σχέση με αυτές που είχες κατά το επεισόδιο. Σοβαρές διαταραχές του ύπνου που σου θυμίζουν τις μέρες πριν το επεισόδιο. Μια ξαφνική αίσθηση πως κάτι «αλλάζει» μέσα σου, χωρίς να μπορείς να το προσδιορίσεις σαφώς. Ή μια ισχυρή έκθεση σε νέο στρες, όπως μια απώλεια, μια σημαντική αλλαγή στη ζωή σου, μια ασθένεια ενός οικείου ή μια έντονη απογοήτευση.

Σήμα που χρειάζεται διερεύνηση είναι κι η ίδια η σκέψη να διακόψεις την αγωγή σου χωρίς να το έχεις πρώτα συζητήσει με τον γιατρό σου. Η απότομη διακοπή των φαρμάκων προκαλεί συχνά νέα επεισόδια, ακόμη κι όταν το άτομο νιώθει εντελώς καλά εκείνη τη στιγμή.

Σε κάποιες περιπτώσεις, στις εβδομάδες ή τους μήνες μετά την υποχώρηση του ψυχωτικού επεισοδίου, μπορεί να εμφανιστεί μια φάση χαμηλής διάθεσης, έντονης ντροπής για όσα συνέβησαν, αίσθησης απομόνωσης ή και αυτοκτονικού ιδεασμού. Στη βιβλιογραφία η εικόνα αυτή ονομάζεται μετα-ψυχωτική κατάθλιψη και μπορεί να είναι κλινικά εξίσου σοβαρή με το ίδιο το αρχικό επεισόδιο. Αν αναγνωρίζεις κάτι τέτοιο στον εαυτό σου, αν δηλαδή σε επισκέπτονται σκέψεις θανάτου ή αυτοτραυματισμού, χρειάζεται να έρθεις σε άμεση επαφή με τον ψυχίατρό σου ή με κάποια υπηρεσία επείγουσας ψυχικής υποστήριξης. Δεν είσαι μόνος/η σου σε αυτό, και η αίσθηση που μπορεί να έχεις τη δεδομένη στιγμή ότι «κανείς δε θα καταλάβει» είναι κι αυτή με τη σειρά της μέρος της ίδιας της κατάθλιψης κι όχι αντικειμενική περιγραφή της πραγματικότητας.

Το πρώτο βήμα μπορεί να είναι μια συζήτηση με τον ψυχίατρο που σε παρακολουθεί ήδη, μια επίσκεψη σε δομή δημόσιας ψυχικής υγείας ή σε ιδιώτη επαγγελματία, ανάλογα φυσικά με τις δυνατότητες και τις ανάγκες σου.

Από την οπτική του ατόμου

Η εμπειρία ενός ψυχωτικού επεισοδίου, ακόμα κι όταν διαρκεί λίγο και υποχωρεί πλήρως, μπορεί να αφήσει ένα έντονο αποτύπωμα στο άτομο. Η σχέση με τις ίδιες του τις εμπειρίες αλλάζει για ένα διάστημα, καθώς το άτομο έζησε στιγμές που τώρα, μέσα από την ηρεμία της ύφεσης, του φαίνονται ξένες. Η μνήμη του επεισοδίου μπορεί να είναι θαμπή ή κατακερματισμένη, με κενά που το άτομο δυσκολεύεται να γεμίσει χωρίς τη βοήθεια των οικείων του ή των γιατρών που το παρακολούθησαν τότε. Άλλες σκηνές μπορεί να τις θυμάται με αρκετή ζωντάνια, ενώ ολόκληρες ώρες ή και μέρες να του φαίνονται σαν να μη συνέβησαν ποτέ.
Στις πρώτες εβδομάδες μετά την υποχώρηση των συμπτωμάτων, οι άνθρωποι που έχουν περάσει κάτι τέτοιο περιγράφουν συχνά μια αμηχανία απέναντι στη δική τους ιστορία. «Πώς μπόρεσα να πιστέψω αυτά που πίστευα;», «πού τελειώνει ο εαυτός μου και πού αρχίζει αυτό που μου συνέβη;», «θα μπορέσω ποτέ ξανά να εμπιστευτώ αυτό που σκέφτομαι;». Οι ερωτήσεις αυτές είναι αναμενόμενες και ίσως περάσουν από το μυαλό όλων κάποια στιγμή. Μπορεί να συνοδεύονται από αισθήματα ντροπής για συγκεκριμένα πράγματα που είπε ή έκανε το άτομο μέσα στο επεισόδιο, ντροπή που μπορεί να γίνεται εντονότερη όταν αυτά τα πράγματα τα είδαν γνωστά ή και άγνωστα πρόσωπα. Πρέπει να είμαστε όμως ξεκάθαροι σε αυτό το σημείο: τίποτα από όσα συνέβησαν μέσα στο επεισόδιο δε λέει κάτι για το ποιόν ενός ατόμου. Με τον ίδιο τρόπο που κι ένας πυρετός των 40 βαθμών και τα παραληρήματα που μπορεί να συνοδεύουν τη λοίμωξη δε χαρακτηρίζουν τον άρρωστο.

Με τον χρόνο, οι περισσότεροι άνθρωποι καταφέρνουν να εντάξουν αυτή την εμπειρία στη ζωή τους χωρίς αυτή να τους καθορίζει. Συνήθως αυτό συμβαίνει σταδιακά, μέσα από συζητήσεις με τον ψυχοθεραπευτή ή τον ψυχίατρο, και πολύ συχνά μέσα από την ίδια την ανακάλυψη ότι η ζωή πέρα από το επεισόδιο μπορεί να συνεχιστεί κανονικά. Η εργασία, οι σπουδές, οι σχέσεις, τα σχέδια του ατόμου συνεχίζουν και είναι εφικτά, και οι περισσότεροι άνθρωποι που πέρασαν από αυτό μπορούν να επιστρέψουν πλήρως στο προ-νοσηρό τους επίπεδο.

Παρ’ όλα αυτά, μια ήπια ανασφάλεια μπορεί να παραμείνει στο πίσω μέρος του μυαλού. Ένα «και αν ξαναγίνει;» που μπορεί να ξυπνάει σε στιγμές πίεσης ή κούρασης. Σε κάποιες περιπτώσεις ίσως αυτό γίνει πιο επίμονο και αρχίσει να επηρεάζει τις επιλογές του ατόμου. Για παράδειγμα, ίσως αρχίσει να αποφεύγει στρεσογόνες καταστάσεις που στο παρελθόν δεν το δυσκόλευαν, ή να ερμηνεύει κάθε εσωτερική του διακύμανση ως ένα σημάδι πιθανής υποτροπής. Σε αυτές τις στιγμές, η συζήτηση με τον ψυχίατρο ή τον ψυχοθεραπευτή είναι πολύ σημαντική γιατί μπορεί να βοηθήσει το άτομο να βρει ξανά μια ισορροπία και να μάθει να διαχειρίζεται ακόμα και αυτή την ήπια ανασφάλεια που ίσως το ακολουθεί.

Από την οπτική των οικείων

Για την οικογένεια και τους κοντινούς φίλους ενός ατόμου που πέρασε ένα ψυχωτικό επεισόδιο, η εμπειρία είναι κι αυτή με τη σειρά της δύσκολη, με διαφορετικό όμως τρόπο από αυτή του ίδιου του ατόμου. Το ίδιο το επεισόδιο, ιδιαίτερα όταν ξεσπάει απότομα και χωρίς προειδοποίηση, μπορεί να αποτελέσει μια από τις πιο τρομακτικές στιγμές της ζωής τους. Βλέπουν τον άνθρωπό τους να συμπεριφέρεται με τρόπους που δε ταιριάζουν στον χαρακτήρα του, να λέει πράγματα που δε θα έλεγε ποτέ, να βρίσκεται σε μια κατάσταση που οι ίδιοι δεν αναγνωρίζουν. Καλούνται να πάρουν δύσκολες αποφάσεις σε πολύ μικρό χρόνο, που μπορεί να φτάσουν μέχρι και την ακούσια μεταφορά του σε ψυχιατρικό τμήμα επειγόντων.

Αφού περάσει το επεισόδιο, οι οικείοι μένουν συχνά με ένα ανάμεικτο συναίσθημα που σπάνια το συζητούν ανοιχτά. Από τη μία υπάρχει η ανακούφιση που το γεγονός πέρασε, από την άλλη ένα διάχυτο άγχος μη τυχόν επανέλθει. Συνυπάρχουν μαζί ενοχές για όσα έγιναν ή για όσα δεν έγιναν εγκαίρως, φόβος για το πώς θα αντιδράσουν την επόμενη φορά που το άτομο θα στενοχωρηθεί ή θα θυμώσει, ακόμη κι όταν αυτό είναι εντελώς καλά. Σε κάποιες περιπτώσεις ίσως  συνυπάρχει κι ένας θυμός που δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν, για όσα πέρασαν οι ίδιοι. Όλα αυτά είναι απολύτως κατανοητά και δε σημαίνουν τίποτα κακό για τη σχέση τους με το αγαπημένο τους πρόσωπο.

Στην επικοινωνία τους με το άτομο που πέρασε το επεισόδιο, η πιο συχνή παγίδα είναι κάποιο από τα δύο άκρα. Ή το να αρχίσουν να φέρονται σαν το άτομο να είναι «εύθραυστο» και να το προστατεύουν από κάθε στρες, ή το αντίθετο, να προσπαθήσουν να συνεχίσουν σαν να μη συνέβη τίποτα, αποφεύγοντας οποιαδήποτε αναφορά στην προηγούμενη εμπειρία γιατί τους δυσκολεύει ακόμα. Φράσεις όπως «μην το σκέφτεσαι άλλο, τελείωσε», «προσπάθησε να μη στρεσάρεσαι», «καλύτερα να μη μιλάμε γι’ αυτό» ή «κοίτα να ηρεμήσεις, αλλιώς θα σου ξανασυμβεί» λέγονται με τις καλύτερες προθέσεις. Μπορεί όμως να μεταφέρουν στο άτομο μηνύματα διαφορετικά από αυτά που θα ήθελαν να του μεταφέρουν. Στην πρώτη περίπτωση, μπορεί να φανεί σαν να υπαινίσσονται ότι το άτομο δεν μπορεί να διαχειριστεί επαρκώς τη δική του ζωή. Στη δεύτερη, ότι αυτό που έζησε δεν είναι άξιο συζήτησης. Στην τρίτη, ότι μια ενδεχόμενη υποτροπή θα ήταν αποκλειστικά δική του ευθύνη.

Σε όλα αυτά, αυτό που έχει τη μεγαλύτερη αξία είναι μια σταθερή και ήρεμη παρουσία δίπλα στο άτομο. Ούτε υπερπροστατευτική, αλλά ούτε και φοβισμένη. Στην πράξη, αυτό σημαίνει να συνεχίσουν οι οικείοι να φέρονται στον άνθρωπό τους όπως και πριν, χωρίς να τον αντιμετωπίζουν ως πιο εύθραυστο από όσο πραγματικά είναι. Αν εκείνος θέλει να μιλήσει για όσα συνέβησαν, το πιο σημαντικό είναι να τον ακούσουν, ακόμα κι αν είναι δύσκολο. Αν δε θέλει να μιλήσει, είναι και αυτό εξίσου σεβαστό. Για να επιτευχθεί αυτή η ισορροπία, πολύ χρήσιμη είναι η ψυχοεκπαίδευση από τον θεράποντα ψυχίατρο, καθώς οι οικείοι θα μπορέσουν να μάθουν να ξεχωρίζουν ποιο είναι ένα όντως ανησυχητικό σημάδι και ποια είναι απλά μια συνηθισμένη, καθημερινή διακύμανση της διάθεσης που όλοι έχουμε.

Κάτι ακόμα που δεν ακούγεται και τόσο συχνά. Όλα όσα έζησαν οι οικείοι και οι συγγενείς, σε καμία περίπτωση δεν είναι μηδαμινά, ούτε υποδεέστερα. Παρακολούθησαν τον άνθρωπό τους σε μια κατάσταση που δεν την περίμεναν ποτέ, και πιθανότατα χρειάστηκε να πάρουν δύσκολες αποφάσεις, ίσως και να επιβάλουν πράγματα που για κανέναν δεν ήταν εύκολα  εκείνη τη στιγμή. Όλα αυτά μπορούν να αφήσουν ένα ψυχικό αποτύπωμα, οπότε η συζήτηση με έναν δικό τους θεραπευτή, ή με μια ομάδα ανθρώπων που έχουν ζήσει κάτι παρόμοιο, μπορεί να βοηθήσει πάρα πολύ. Επιτρέπεται να αναγνωρίσουν ότι κι οι ίδιοι πέρασαν κάτι δύσκολο και ότι δικαιούνται κι εκείνοι τη δική τους ηρεμία και αυτοφροντίδα.

Η ιδέα ότι κάποια ψυχωτικά επεισόδια εμφανίζονται απότομα, διαρκούν λίγο και υποχωρούν χωρίς να αφήσουν χρόνια συμπτώματα, είναι μια από τις πιο παλιές παρατηρήσεις στην ιστορία της κλινικής ψυχιατρικής. Ήδη από τον 19ο αιώνα, οι κλινικοί παρατηρητές είχαν αρχίσει να αναγνωρίζουν ότι κάποιες παροδικές ψυχωτικές καταστάσεις δε χωρούσαν στις τότε επικρατούσες κατηγορίες των χρόνιων ψυχώσεων (Provenzani et al., 2022). Έτσι η Βραχεία Ψυχωτική Διαταραχή έχει μια εξαιρετικά πλούσια ιστορική γενεαλογία, με πολλά διαφορετικά ονόματα από διαφορετικές χώρες και σχολές, που όλα όμως περιγράφουν λίγο πολύ την ίδια κλινική οντότητα.

Αφετηρία της σύγχρονης συζήτησης αποτελεί το έργο του Emil Kraepelin στα τέλη του 19ου αιώνα, ο οποίος διαχώρισε τις ενδογενείς ψυχώσεις σε δύο μεγάλες κατηγορίες, την dementia praecox (που αργότερα έγινε γνωστή ως Σχιζοφρένεια) και τη μανιοκαταθλιπτική νόσο (Kraepelin, 1899). Ο διαχωρισμός αυτός, γνωστός ως κρεπελινιανή διχοτόμηση, έθεσε τα θεμέλια όλης της σύγχρονης ψυχιατρικής ταξινόμησης. Όμως ήδη από την εποχή του Kraepelin, η κλινική πραγματικότητα αναδείκνυε αρκετές ψυχωτικές καταστάσεις που δεν χωρούσαν αρμονικά σε καμία από τις δύο κατηγορίες, καθώς εμφανίζονταν αιφνίδια και υποχωρούσαν εξίσου αιφνίδια χωρίς να αφήσουν τη χρόνια έκπτωση που θεωρούνταν τότε χαρακτηριστικό της dementia praecox (Provenzani et al., 2022).

Παράλληλα με την κρεπελινιανή σχολή, αναπτύχθηκαν και άλλες ευρωπαϊκές παραδόσεις περιγραφής αυτών των οξειών ψυχωτικών καταστάσεων. Στη Γαλλία, ο Magnan και ο μαθητής του Legrain περιέγραψαν το 1886 την bouffée délirante, μια ξαφνική «έκρηξη παραληρήματος» που εμφανιζόταν τυπικά σε νέους ενηλίκους και υποχωρούσε μέσα σε λίγες μέρες ή εβδομάδες (Legrain, 1886). Στη Γερμανία πάλι, ο Carl Wernicke στα τέλη του 19ου αιώνα έδωσε τις πρώτες κλινικές περιγραφές των οξέων ψυχώσεων, και αργότερα ο μαθητής του Karl Kleist περιέγραψε στα 1920 τις «κυκλοειδείς ψυχώσεις», μια ομάδα οξέων ψυχωτικών εικόνων με ταχέως μεταβαλλόμενα συμπτώματα και έντονη συναισθηματική αναταραχή (Kleist, 1929). Ο Karl Leonhard, μαθητής του Kleist, επεξεργάστηκε αργότερα την έννοια αυτή στις «κυκλοειδείς ψυχώσεις», περιγράφοντάς τες ως ξεχωριστή κατηγορία διακριτή τόσο από τη σχιζοφρένεια όσο κι από τη μανιοκαταθλιπτική νόσο (Leonhard, 1961).

Παράλληλα αναπτύχθηκε και η σκανδιναβική παράδοση. Με τον όρο «ψυχογενής ψύχωση», οι κλινικοί της εποχής έδωσαν κεντρικό ρόλο στο ψυχικό τραύμα ή στο οξύ στρες ως πυροδότες του επεισοδίου, ιδιαίτερα σε άτομα με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά προσωπικότητας. Η ιδέα αυτή πέρασε αργότερα και στην υπόλοιπη Ευρώπη, και βρίσκεται κοντά σε όσα σήμερα ονομάζουμε μοντέλο ευαλωτότητας στο στρες ή stress-vulnerability (Faergeman, 1963, όπως αναφέρεται στο Grover & Kathiravan, 2023). Την ίδια περίπου εποχή, στην Ιαπωνία, ο Hisatoshi Mitsuda μίλησε για «άτυπες ψυχώσεις». Πρόκειται για την ίδια κλινική οικογένεια, ιδωμένη όμως μέσα από μια άλλη παράδοση κι άρα με άλλο όνομα (Mitsuda, 1965). Στη βιβλιογραφία της εποχής υπάρχουν αρκετοί ακόμη όροι: «αντιδραστική ψύχωση», «σχιζοφρενόμορφη ψύχωση» (Langfeldt, 1937), «υστερική ψύχωση» (Hollender & Hirsch, 1964). Όλοι αυτοί περιέγραφαν παραλλαγές του ίδιου κλινικού φαινομένου.

Όλες αυτές οι παράλληλες παραδόσεις συναντήθηκαν στα τέλη του 20ού αιώνα μέσα από μια σειρά μεγάλων διεθνών επιδημιολογικών μελετών του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας: τη μελέτη IPSS (International Pilot Study of Schizophrenia, 1973), τη μελέτη DOSMeD (Determinants of Outcome of Severe Mental Disorders, 1986) και τη μελέτη CAP (Cross-cultural study of Acute Psychosis, 1990), στις οποίες συμμετείχαν ασθενείς από πολλές χώρες, μεταξύ αυτών και η Ινδία (Grover & Kathiravan, 2023). Καθοριστική ήταν η ανάλυση των Susser και Wanderling στις αρχές της δεκαετίας του 1990, που έδειξε ότι η μη-συναισθηματική οξεία υφέσιμη ψύχωση (non-affective acute remitting psychosis, NARP) εμφανιζόταν σχεδόν δέκα φορές πιο συχνά στις αναπτυσσόμενες χώρες σε σύγκριση με τις βιομηχανικές, και είχε σχεδόν διπλάσια επίπτωση στις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες (Susser & Wanderling, 1994). Τα ευρήματα αυτά έδωσαν ισχυρή επιδημιολογική στήριξη στην ιδέα ότι πρόκειται για μια ξεχωριστή κλινική οντότητα κι όχι απλώς για παραλλαγή της Σχιζοφρένειας ή της Διπολικής Διαταραχής, και άνοιξαν τον δρόμο για την ένταξη της κατηγορίας στα διεθνή ταξινομικά συστήματα.

Η ενσωμάτωση της κατηγορίας στα διεθνή ταξινομικά συστήματα έγινε στη δεκαετία του 1990, με κάπως διαφορετικό όμως τρόπο στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Στις αμερικανικές εκδόσεις του DSM, η οντότητα εμφανίστηκε σταδιακά υπό διαφορετικά ονόματα: ως «brief reactive psychosis» στο DSM-III (1980) και στο DSM-III-R (1987), και τελικά ως «brief psychotic disorder» (Βραχεία Ψυχωτική Διαταραχή) στο DSM-IV (1994), με αυστηρό χρονικό όριο τον έναν μήνα (Grover & Kathiravan, 2023). Στο ICD-10 (1992), ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εισήγαγε τη γενναιόδωρη κατηγορία της Acute and Transient Psychotic Disorder (ATPD), με αρκετούς υπότυπους που προσπαθούσαν να καλύψουν όλη την ευρωπαϊκή ιστορική κληρονομιά, και επέτρεπε διάρκεια έως και τους τρεις μήνες. Στη μετάβαση πάλι προς το ICD-11 (2022), η κατηγορία απλοποιήθηκε αισθητά και περιορίστηκε αποκλειστικά στην πολυμορφική μορφή χωρίς συμπτώματα σχιζοφρένειας, καθώς η συσσωρευμένη ερευνητική εμπειρία είχε δείξει ότι οι υπόλοιποι υπότυποι δεν είχαν επαρκή διαγνωστική σταθερότητα στο πέρασμα του χρόνου (Grover & Kathiravan, 2023).

Σήμερα, η Βραχεία Ψυχωτική Διαταραχή κουβαλάει στο σύγχρονο όνομά της όλη αυτή την ιστορική κληρονομιά. Διαφορετικές γενιές κλινικών, σε διαφορετικές χώρες κι εποχές, αναγνώρισαν την ίδια κλινική πραγματικότητα και της έδωσαν διαφορετικά ονόματα. Η μακροχρόνια αυτή συνέχεια, παρά τις διαφορετικές της εκφράσεις στον χρόνο και στον τόπο, αποτελεί από μόνη της την καλύτερη απόδειξη ότι η κλινική οντότητα που περιγράφει η Διαταραχή είναι πραγματική και ότι η αναγνώρισή της προσφέρει κάτι ουσιαστικό στους ανθρώπους που τη βιώνουν.

Σημείωση πηγών: Όλες οι ιστορικές αναφορές της ενότητας αυτής αντλούνται από τις δύο σύγχρονες ανασκοπήσεις των Grover & Kathiravan (2023) και Provenzani et al. (2022), όπου ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης μπορεί να βρει αναλυτική τεκμηρίωση και πρωτογενείς παραπομπές.

Μύθοι & Αλήθειες για τη Βραχεία Ψυχωτική Διαταραχή

μύθος #1

Η βραχεία ψύχωση σημαίνει ότι κάποιος θα αναπτύξει σχιζοφρένεια.

μύθος #2

Το άτομο “προσποιείται” ή υπερβάλλει.

μύθος #3

Αφού περνάει γρήγορα, δεν χρειάζεται θεραπεία.

Αλήθεια #1

Στις περισσότερες περιπτώσεις το επεισόδιο είναι αυτοπεριοριζόμενο και δεν εξελίσσεται σε χρόνια διαταραχή.

Αλήθεια #2

Τα συμπτώματα είναι ακούσια και σχετίζονται με πραγματική ψυχική απορρύθμιση.

Αλήθεια #3

Η έγκαιρη αξιολόγηση είναι κρίσιμη για ασφάλεια και πρόγνωση.

Πηγές & ενδεικτική βιβλιογραφία

Οι πληροφορίες παρέχονται μόνο για ενημερωτικό σκοπό. Δε θα πρέπει να θεωρηθούν υποκατάστατο της εξατομικευμένης Ψυχιατρικής εξέτασης, διάγνωσης και θεραπείας.

Εάν δεν αισθάνεσαι καλά…

…μη διστάσεις να ζητήσεις βοήθεια!

Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας είμαστε εδώ για να σε βοηθήσουμε όσο καλύτερα μπορούμε! Δε χρειάζεται να περνάς μόνος/η σου κάτι που σε δυσκολεύει τόσο… αξίζεις να έχεις τη στήριξη που χρειάζεσαι! Κι αν αυτή τη στιγμή σου φαίνεται δύσκολο να κάνεις το πρώτο βήμα, θέλω να ξέρεις πως δεν είσαι μόνος/η σου σε αυτό. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που προσπαθούν κάθε μέρα να φροντίσουν τον ψυχικό τους κόσμο και υπάρχουν επίσης κι επαγγελματίες που μπορούν να σταθούν δίπλα σου σε αυτή την προσπάθεια.

Δε σου λέω πως είναι πάντα εύκολο…κάποιες φορές χρειάζεται χρόνος, υπομονή κι επιμονή. Με την κατάλληλη στήριξη, όμως, τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν! Ακόμη κι αν αυτή τη στιγμή όλα σου φαίνονται σκοτεινά ή μπερδεμένα, αυτό δε σημαίνει ότι θα παραμείνουν έτσι!

Επειδή η παρούσα σελίδα έχει ενημερωτικό και ψυχοεκπαιδευτικό χαρακτήρα, δεν μπορεί να υποκαταστήσει την άμεση επαγγελματική βοήθεια σε μια επείγουσα κατάσταση…Αν αισθάνεσαι ότι χρειάζεσαι άμεση υποστήριξη, μπορείς να απευθυνθείς στο γιατρό σου ή να καλέσεις σε κάποιο από τα τηλέφωνα υποστήριξης κι έκτακτης ανάγκης που θα βρεις παρακάτω.

τηλ. γραμμη ψυχοκοινωνικησ υποστηριξησ 10306

τηλ. γραμμη sos για παιδια, εφηβουσ & γονεισ 1056

τηλ. γραμμη ψυχολογικησ υποστηριξησ ιθακη 1145

Εθνικο Κεντρο αμεσης Βοηθειας (ΕΚΑΒ) 166

Κάρτες Αξιών & Περιορισμών

Εγγραφείτε στο newsletter και λάβετε δωρεάν τις 54 Κάρτες Αξιών & Περιορισμών, ένα εργαλείο αυτογνωσίας που σχεδιάστηκε για να σας βοηθήσει να αναγνωρίσετε τι έχει πραγματικά σημασία για εσάς και τι μπορεί να σας κρατά πίσω!